• Συνταγματικά κατοχυρωμένος ο κρατισμός

    Του Βασίλη Τσικνάκου*

    t

    Η απόρριψη της πρότασης της αντιπολίτευσης για την αναθεώρηση του άρθρου 106 του Συντάγματος πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, με τη συζήτηση να περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο γύρω από την ίδρυση ή μη, ιδιωτικών πανεπιστημίων – σημαντικότατο δεν αντιλέγω. Ένα άρθρο όμως, το όποιο σύμφωνα με το φιλελεύθερο καθηγητή Γιώργο Μπήτρο «άνοιξε το κουτί της Πανδώρας» για τον εκτροχιασμό της ελληνικής οικονομίας. Για όσους δεν το γνωρίζουν στην πρώτη πρόταση της πρώτης παραγράφου ορίζεται ότι «Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Kράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Xώρα…». Η ωμή και συνεχής παρέμβαση του κράτους στην οικονομική ζωή λοιπόν, ο κρατισμός, είναι συνταγματικά κατοχυρωμένος από το 1975!!!

    Η πολυνομία και οι συνεχείς τους τροποποιήσεις, οι ρυθμίσεις, οι παρεμβάσεις, αποτυπώνοντας το πνεύμα του Συντάγματος, είναι στην καθημερινότητα όλων. Στο όνομα της «προστασίας» σελίδες κανονιστικών διατάξεων και υποχρεώσεων, χωρίς καμία ουσία και νόημα, σπαταλούν χρόνο και χρήμα από τις επιχειρήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσφατη νέα τροποποίηση των Κανόνων ΔΙ.Ε.Π.Π.Υ. (Διακίνησης και Εμπορίας Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών), αυτού που κάποτε ονομάζαμε Αγορανομικός Κώδικας. Είναι αλήθεια βέβαια ότι ο νέος νόμος που βρίσκεται σε ισχύ από το 2013, είναι πολύ καλύτερος του παλαιότερου – κατόπιν συστάσεως και των δανειστών – αφού ανάμεσα στ’ άλλα απάλειψε όλες τις παλιές διατάξεις περί κανόνων αγορανομικής κοστολόγησης. Οι παλιότεροι θα θυμούνται τις αλήστου μνήμης εποχές όπου ήταν υποχρεωτική η υποβολή τιμοκαταλόγων στο Υπουργείο Εμπορίου, συνοδευόμενοι από αναλυτικά κοστολόγια για να τεκμαίρεται η όποια αύξηση τιμών και τα οποία συνοδευόμενα από τον απαραίτητο αριθμό πρωτοκόλλου, κατέληγαν σε κάποιο αραχνιασμένο ντουλάπι, μιας και ήταν άσκοπη και κυρίως αδύνατη η όποια αξιοποίηση τους. Όλα αυτά βέβαια με πρόσχημα την προστασία του καταναλωτή.

    Παρά τις όποιες βελτιώσεις όμως, η πολιτεία εξακολουθεί να ορίζει απόλυτα όχι μόνο το πλαίσιο, αλλά και τις διαδικασίες μέσα στις οποίες πραγματοποιείται η εμπορική δραστηριότητα στη χώρα. Σε μία αντιστοιχία με την ορθόδοξη ελληνική δοξολογία, μέσα στις 180 περίπου σελίδες του νόμου, φαίνεται ξεκάθαρα η ιδιότυπη τριαδικότητα του ελληνικού κράτους. Αυτές του πατερούλη, του παντογνώστη, του τιμωρού.

    Παρακολουθώντας από κοντά λόγω επαγγέλματος τα αγορανομικά ζητήματα τα τελευταία δεκαπέντε περίπου χρόνια, διαπιστώνω ότι κάθε καινούργιος υπουργός, ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης, θέλοντας να προβάλει έναν φιλολαϊκό χαρακτήρα, τροποποιεί ή αναθεωρεί την υπάρχουσα κάθε φορά νομοθεσία ανακυκλώνοντας όμως πάντα την ίδια πατερναλιστική φιλοσοφία. Αυτό όμως που ουδείς φαίνεται να αντιλαμβάνεται, είναι ότι δεν χρειάζονται σελίδες νόμων παρά μόνο συνειδητοποιημένοι καταναλωτές και ελεύθερο επιχειρείν. Άλλωστε ένα πολύ μεγάλο μέρος των υποχρεωτικών εμπορικών πρακτικών καλύπτεται από το κοινοτικό πλαίσιο. Οι μόνες υποχρεώσεις που απομένουν στην πολιτεία είναι η ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού ούτως ώστε να επιτελεί με επιτυχία το έργο της, η απλοποίηση όλων των διαδικασιών και η διασφάλιση της σωστής ενημέρωσης των πολιτών. Και βέβαια επιτέλους να τροποποιήσει ή να καταργήσει το περιβόητο άρθρο 106.

    Καταναλωτές που θα επιβραβεύουν ή θα αποδοκιμάζουν επιχειρηματικές και εμπορικές πρακτικές και επιχειρήσεις που θα ανταγωνίζονται για να καλύψουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες των πελατών τους, χρειάζεται η χώρα για να λειτουργήσει σωστά η αγορά. Μέχρι τότε θα ζούμε διάφορες κωμικοτραγικές καταστάσεις όπως τότε που ο συμπαθής Κίμων Κουλούρης, κυνηγούσε την ακρίβεια και την αισχροκέρδεια από πάγκο σε πάγκο στις λαϊκές αγορές..

     

    *Ο κ. Βασίλης Τσικνάκος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 19 Φεβρουαρίου 2019

  • On Brain Drain

    Του Γιώργου Αγγελόπουλου*

    yiorgos angelopoulos

    Έτσι ονομάζεται ο εφιάλτης που ανακαλύψαμε εδώ και έξι – εφτά χρόνια, ο φόβος κι ο τρόμος κάθε οικογένειας, η ασθένεια που ψάχνουν να θεραπεύσουν δεξιοί κι αριστεροί, αυτό που βασανίζει μια ολόκληρη κοινωνία μαζί με όλα τ’άλλα προβλήματα που της φόρτωσε η κρίση.

    Προφανώς, μας φαίνεται άσχημο από εθνική σκοπιά. Είναι όμως έτσι; Ας βγάλουμε λίγο από την εξίσωση τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι νεομετανάστες και οι άνθρωποί τους από τον αποχωρισμό με τον οποίο καλούνται να ζήσουν. Για μας τους απ’ έξω τι γίνεται; Για τη χώρα; Έχουμε απώλεια ανθρωπίνου κεφαλαίου, ισχυρίζονται οι περισσότεροι. Είμαστε σίγουροι; Ας το δούμε λίγο.

    Δεχόμαστε, γενικώς, ότι η ανώτατη εκπαίδευση είναι μια επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Δίνουμε πόρους σε ένα σύστημα παραγωγής γνώσης και δεξιοτήτων και από το σύστημα αυτό παίρνουμε υψηλά καταρτισμένους ειδικούς. Οι ειδικοί αυτοί μας δίνουν πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που δεν θα είχαμε αλλιώς: σε καλύτερη υγεία, καλύτερη εκπαίδευση, ποιοτικά τρόφιμα, υψηλή τεχνολογία και πολλά άλλα.

    Εδώ, όμως, δεν συνέβη αυτό. Εδώ το κράτος έχει μονοπώλιο στην ανώτατη εκπαίδευση και η δημιουργία σχολών και πτυχιούχων είναι αποτέλεσμα του κεντρικού σχεδιασμού του. Τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια το κράτος έκρινε πως τα πανεπιστήμια δεν είναι μια δραστηριότητα πολλαπλασιασμού ανθρωπίνου κεφαλαίου αλλά ένα μέσο εγχώριας αναδιανομής πλούτου. Τα πανεπιστήμια που φύτρωσαν με το νόμο Αρσένη και ένθεν είχαν δευτερεύοντα σκοπό να πολλαπλασιάσουν το ανθρώπινο κεφάλαιο της κοινωνίας. Ο βασικός τους στόχος ήταν να βοηθήσουν τα σαντουιτσάδικα και τους ιδιοκτήτες ακινήτων του Αγρινίου, της Λαμίας, της Τρίπολης και άλλων μικρών πόλεων της επαρχίας. Και το κατάφεραν! Οι πολλοί αρχικά υπαμοιβόμενοι και τώρα άνεργοι πτυχιούχοι ήταν μια απλή εξωτερικότητα αυτού του ιδιαίτερου τρόπου αναδιανομής.

    Για να επιστρέψουμε πιο πάνω, το ανθρώπινο κεφάλαιο πήγαινε ελαφρώς χαμένο. Το κράτος, μετά το σχεδιαστικό του έγκλημα, επανόρθωσε χειροτερεύοντας την κατάσταση. Άνοιξε διορισμούς ανθρώπων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης εκεί που θα έπρεπε να δουλεύουν απόφοιτοι λυκείου: στο στρατό, στις δημοτικές αστυνομίες και σε άλλες θέσεις χαμηλής ειδίκευσης. Μια ολόκληρη κοινωνία ξόδεψε πόρους για να αποκτήσουν χιλιάδες νέες και νέοι πανεπιστημιακή ειδίκευση ώστε τώρα να κόβουν κλήσεις για παράνομα τραπεζοκαθίσματα.

    Οι άνθρωποι με τις πανεπιστημιακές δεξιότητες που τώρα κλαίμε που φύγαν, λίμναζαν. Είτε πάρκαραν τις δεξιότητές τους σε κρατικές αργομισθίες, είτε περιμένοντας μια δουλειά «αντάξια των προσόντων τους» ζούσαν από το περίσσευμα των πληθωρισμένων γονικών μισθοσυντάξεων, είτε βρισκόμενοι στην ελληνική αγορά εργασίας απασχολούνταν με χαμηλές αμοιβές εργασίες στη ρηχή ελληνική επιχείρηση. Μια σπίθα χρειαζόταν και ήρθε. Αν εξαιρέσουμε όσους τυχερούς –ή άτυχους, θέμα οπτικής– πρόλαβαν να παρκάρουν στο δημόσιο, οι υπόλοιποι έχασαν, έστω σαθρή, τη γη κάτω από τα πόδια τους. Οι «χλιδάνεργοι» είδαν το εισοδηματικό περίσσευμα των γονιών τους να εξατμίζεται κι όσοι δούλευαν σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τις είδαν να κλείνουν. Και έτσι αρχίσαμε να παίρνουμε τα συνεχή ευρωπαϊκά πρωταθλήματα νεανικής ανεργίας.

    Αυτό είναι το κεφάλαιο που, σύμφωνα με πολλούς, χάθηκε. Ας αλλάξουμε λίγο την οπτική μας. Αυτό το κεφάλαιο δε χάθηκε: ελευθερώθηκε!

    Συγκρίνετέ το με ένα χρηματικό κεφάλαιο που τόσα χρόνια έμενε φυλαγμένο στον απορροφητήρα και ξαφνικά τοποθετήθηκε σε μια επένδυση υψηλής απόδοσης. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, αντί να μένουν εδώ κάνοντας δουλειές του ποδαριού για ένα ψευδοπατριωτικό «γαμώτο», μετανάστευσαν σε χώρες που τους δίνονται ευκαιρίες να εργαστούν, να προσφέρουν τις δεξιότητές τους και να αναζητήσουν τον δικό τους δρόμο για την προσωπική ευτυχία. Και, τελικά, τι είναι καλύτερο ακόμα και για μας, όσους μείναμε εδώ; Μια πτυχιούχος που κόβει κλήσεις σε παράνομους πάγκους λαϊκής ή μια πτυχιούχος που δουλεύει στο αντικείμενό της σε μια επιχείρηση στη Γερμανία; Εγώ προτιμώ το δεύτερο.

    Στις περισσότερες χώρες που έχουν πάει οι μορφωμένοι νεομετανάστες μας, αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι πολίτες, χαίρουν ίσων δικαιωμάτων με τους ντόπιους και έρχονται σε επαφή με θεσμούς και περιβάλλοντα που εξηγούν γιατί οι χώρες μετανάστευσης υψηλής ειδίκευσης δυναμικού είναι εκείνες και όχι η δική μας.

    Αλλά και το δικό μας κέρδος ήδη διαφανεί. Είτε επιστρέφοντας πίσω με εμπειρίες και κεφάλαια, είτε επηρεάζοντας τους δικούς τους κύκλους μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, οι φίλοι που έφυγαν τα τελευταία χρόνια συνεχίζουν να εμπλουτίζουν την ελληνική κοινωνία όσο εμπλουτίζουν κι εκείνες στις οποίες ζουν. Ο κόσμος είναι πιο μικρός και η Ευρώπη, στην οποία βρίσκονται οι περισσότεροι, είναι η νέα μας μεγάλη πατρίδα.

    Αυτό που μέσα από τη στενή εθνική μας οπτική λέγεται brain drain, αν ανοίξουμε τα μάτια και το δούμε ως Ευρωπαίοι πολίτες είναι ένα μεγάλο brain gain.

     

    *Ο κ. Γιώργος Αγγελόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 14 Φεβρουαρίου 2019

  • Λίγες σκέψεις για τη Δημόσια Υγεία

    Του Νίκου Χαραλάμπους

    Τα τελευταία χρόνια, στενό συγγενικό μου πρόσωπο είχε μια σοβαρή περιπέτεια υγείας που με έφερε σε πλήρη επαφή με το ελληνικό σύστημα υγείας σε όλες του τις πλευρές: Δημόσια νοσοκομεία, ιδιωτικές κλινικές, παραϊατρικά επαγγέλματα, αυτεπάγγελτους γιατρούς.

    Διεξοδική ανάλυση ενός θέματος όπως η υγεία δεν μπορεί να γίνει σε ένα άρθρο. Αλλά καταθέτω επιγραμματικά κάποια βιωματικά συμπεράσματα που ίσως φανούν χρήσιμα στους αναγνώστες:

    1. Η Υγεία είναι το πιο πολύπλοκο πολιτικό ζήτημα σήμερα. Για ποιο λόγο; Επειδή οι άνθρωποι δεν είναι απλώς σώματα, κόκαλα, μύες, όργανα. Είναι μυαλά και διάνοιες. Και οι διάνοιες μπορεί να ξεπεράσουν το περιορισμένο δυναμικό ενός σώματος. Σώζεις έναν νέο στα 20, 30 ή 40 έτη του και δέκα χρόνια μετά συμβάλει σε κάτι που μπορεί να έχει θετικές επιπτώσεις σε χιλιάδες ή εκατομμύρια συνανθρώπους του.

    2. Δεν υπάρχει μια λύση για την Υγεία. Από μόνο του το κράτος ή η αγορά ή ο εθελοντικός τομέας, δεν μπορεί να δώσει τις λύσεις που θέλουμε. Αν το Κράτος αναλάβει την υγεία αποκλειστικά, θα χρεοκοπήσει και θα καταστρέψει την ποιότητα υπηρεσιών. Αν η αγορά αναλάβει την υγεία, πολλοί άνθρωποι που δεν έχουν τα μέσα θα χαθούν. Το μεγάλο πρόβλημα της αγοράς στην υγεία είναι πως οι αγορές είναι ασταθή δυναμικά συστήματα ενώ οι άνθρωποι θέλουν σταθερότητα στην υγεία τους. Τα πιο πετυχημένα συστήματα υγείας θα είναι αυτά που θα συνδυάσουν τις δυνατότητες κράτους, αγοράς και εθελοντικού τομέα για να πετύχουν το καλύτερο και φθηνότερο αποτέλεσμα.

    3. Η διάθεση του κόσμου να προσέξει τον δικό του άνθρωπο όσο περισσότερο μπορεί, δεν έχει όρια. Υπάρχει τεράστια ζήτηση για ιατρικές υπηρεσίες. Η ζήτηση αυτή απευθύνεται είτε στο δημόσιο σύστημα είτε στο ιδιωτικό είτε στους αυτεπάγγελτους γιατρούς.

    4. Τη μεγαλύτερη ανισότητα στη συμπεριφορά προσωπικού τη συνάντησα στα δημόσια νοσοκομεία. Εκεί βρίσκεις, από τη μια, ηρωικές παρουσίες και, από την άλλη, προκλητικά αδιάφορες. Στα ιδιωτικά, η συμπεριφορά ήταν περισσότερο ομοιόμορφη.

    5. Παρά τις αδιάφορες παρουσίες, η συντριπτική πλειοψηφία του ιατρικού προσωπικού στο δημόσιο σύστημα υγείας θέλει πραγματικά να προσφέρει στον ασθενή. Αλλά τα χέρια τους εκεί είναι τις περισσότερες φορές δεμένα.

    6. Οι δύο σημαντικότερες κακοδαιμονίες του δημοσίου συστήματος υγείας είναι κατά τη γνώμη μου η γραφειοκρατία και η δαιμονοποίηση της εμπορευματοποίησης. Το πρώτο αφαιρεί ευελιξία και πρωτοβουλία από τους εργαζόμενους και τα στελέχη της δημόσιας υγείας, ενώ το δεύτερο αφαιρεί πόρους.

    7. Την ίδια στιγμή που υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν χρήματα για να θεραπευτούν ή να πάρουν ένα φάρμακο, υπάρχουν και άνθρωποι που έχουν τα μέσα να πληρώσουν για καλύτερες υπηρεσίες. Όμως, η απαγόρευση της κερδοφορίας και η απαγόρευση της πρωτοβουλίας δεν επιτρέπει στους δεύτερους να χρηματοδοτήσουν εμμέσως τους πρώτους μέσα από το δημόσιο σύστημα. Η κατάσταση φέρνει ισοπέδωση προς τα κάτω. Ιατρικοί οργανισμοί δεν μπορούν να χρεώσουν παραπάνω, για επιπλέον υπηρεσίες, να δανειστούν και να επενδύσουν.

    8. Επομένως, έχει αναπτυχθεί μια σκιώδης αγορά που λειτουργεί στους χώρους του δημοσίου συστήματος (ράντζα, τηλεοράσεις, στρώματα, αποκλειστικές) που συμπληρώνει όσο μπορεί τα κενά αλλά έχει μάθει και αυτό να λειτουργεί με τη γνωστή περιορισμένη βραχυπρόθεσμη ελληνική νοοτροπία.

    9.Το αίτημα για ιατρικό τουρισμό έχει γίνει κλισέ και τετριμμένο, αλλά κρύβει το βασικό αίτημα για απελευθέρωση του τομέα της υγείας από τη μιζέρια του «λειτουργήματος».

    Είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε είτε όχι η παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης υπόκειται στους νόμους της αγοράς. Μπορεί να γίνει ποιοτικό εμπόρευμα και μπορούμε να έχουμε ένα δημόσιο σύστημα που να μην αφήνει κανέναν ακάλυπτο.

    Το συγγενικό μου πρόσωπο δεν ανάρρωσε από την περιπέτειά του αλλά τουλάχιστον έχω την ευχαρίστηση να πληρώνω και να προσφέρω ό,τι καλύτερο μπορώ για να είναι η ζωή του άνετη και αξιοπρεπής. Και πιστεύω πως με περισσότερους πόρους αυτοί και αυτές που πληρώνω θα έχουν την δυνατότητα να προσέξουν κάποιον που δεν έχει να πληρώνει. Αυτό είναι πολύ πιο δίκαιη αναδιανομή από την φορολογία και την τυφλή χρηματοδότηση του γραφειοκρατικού συγκεντρωτικού και σκληρωτικού συστήματος υγείας που έχουμε σήμερα.

    *Ο Νίκος Χαραλαμπους είναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 4 Φεβρουαρίου 2019

  • Πολίτες δύο ταχυτήτων

    Του Άρη Κωνσταντινίδη*

    Συχνά ακούμε από τους εργατοπατέρες της Αριστεράς να μιλούν απαξιωτικά για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους και τις τελείως διαφορετικές εργασιακές συνθήκες που επικρατούν στον ιδιωτικό τομέα, σε στυλ «ας διεκδικήσουν και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι ό,τι και οι δημόσιοι».

    Γίνεται όμως να λειτουργήσουν η οικονομία και η κοινωνία γενικότερα με τόσο προνομιακές συνθήκες εργασίας για όλους; Θα απαντήσω μέσα από ένα αληθινό παράδειγμα:

    – Τι να σου πω, Άρη παιδί μου, ηλικιωμένος άνθρωπος βρέθηκα να ζω με 500 ευρώ το μήνα. Τα φάρμακα να υπολογίσεις μόνο φτάνει.

    – Σας καταλαβαίνω, κύριε Χαράλαμπε, και ιδίως γιατί είστε ζευγάρι. Πώς να τα βγάλετε πέρα δύο άνθρωποι;

    – Η Σούλα λες; Η γυναίκα μου ευτυχώς παίρνει σύνταξη δικιά της.

    – Αλήθεια; Δεν θυμάμαι την κυρία Σουλα να εργάζεται και σας ξέρω από παιδί.

    – Μα η Σούλα βγήκε στη σύνταξη πριν γεννηθείς. Εργάστηκε στο δημόσιο και τότε, την δεκαετία του ’70 βγήκε ένας νόμος που έλεγε, πως αν μία γυναίκα κλείσει 15 χρόνια εργασίας και κάνει ένα παιδί, μπορεί να βγει. Ε, το 72 κάναμε τον φίλο σου τον Γιωργάκη. Την άτιμη, 36 χρονών πήρε σύνταξη (γέλια)! Και το πιο σημαντικό; Πήρε και εφάπαξ (τρανταχτά γέλια)! Μ’ αυτό το εφάπαξ και κάτι οικονομίες των γονιών της αγόρασε τότε το σπίτι που μέναμε. Βέβαια, στην αρχή έπαιρνε πολύ λίγα χρήματα, ένα επιδοματάκι να πούμε, αλλά αργότερα, τις δεκαετίες ’80 και ’90 όλο και τσίμπαγε αυξησούλες. Κι έτσι έφτασε να εισπράττει το ’90 που βγήκα στη σύνταξη εγώ, τα ίδια με μένα, που βγήκα με 30 χρόνια εργασίας. Και δεν πήρα και εφάπαξ. Αλλά βλέπεις εγώ δεν δούλεψα στο δημόσιο, είχα μαγαζί σαν και σένα, όπως ξέρεις…
    Έφυγε ο κυρ-Χαράλαμπος κι εγώ έμεινα να σκέφτομαι. Αυτή η γυναίκα -υγεία να ‘χει- βγήκε στη σύνταξη στα 36(!), πήρε και εφάπαξ(!), εργάστηκε μόνο 15 χρόνια(!). Και έκλεισε σήμερα 45 χρόνια συνταξιούχος!

    Ενώ εγώ, βρέθηκα σήμερα στα 48 μου, να έχω κλείσει 25 χρόνια ενσήμων, να πληρώνω ένα κάρο λεφτά στον ΕΦΚΑ και να μη γνωρίζω ούτε πότε θα βγω στη σύνταξη, ούτε πόσα λεφτά θα πάρω! Γιατί;

    Σήμερα πήρα μιαν απάντηση. Και λέγεται κυρία Σούλα!

    *Ο Άρης Κωνσταντινίδης είναι μέλος της μόνιμης γενικής συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal την 25 Ιανουαρίου 2019.

  • Γιατί οι Φιλελεύθεροι αντιπολιτεύονται… τους Πολίτες

    Του Μάκη Κεβρεκίδη

    James Freeman Clarke: “Ο πολιτικός σκέφτεται τις επόμενες εκλογές ενώ ο ηγέτης την επόμενη γενιά!”

    Πολλοί φιλελεύθεροι τυχαίνει να κατανοούν τα οικονομικά ή και τα ζητήματα κοινωνικών ελευθεριών σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι άλλοι πολίτες ή πολλοί μη-φιλελεύθεροι πολιτικοί. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι φιλελεύθεροι είναι πιο ευφυείς από τους υπόλοιπους αλλά επειδή έτυχε να έχουν κάποιες διαφορετικές εμπειρίες και ερεθίσματα. Για παράδειγμα, σε πολλές περιπτώσεις ένα μεγάλο μέρος αυτών των εμπειριών προέρχεται από τις σπουδές τους ή και την εργασία τους στο εξωτερικό.

    Με άλλα λόγια, έτυχε να αποκτήσουν ένα μέτρο σύγκρισης με την ελληνική πραγματικότητα. Έτυχε, π.χ. να δούνε και να βιώσουν από πρώτο χέρι πως για να μειωθούν οι τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών προς όφελος των καταναλωτών δεν χρειάζεται να υπάρξουν εύθραυστες “συμφωνίες κυρίων” μεταξύ επιχειρήσεων και κυβέρνησης. Έτυχε να δούνε πως για να αυξηθεί η απασχόληση δεν είναι απαραίτητο να επιδοτούνται θέσεις εργασίας ή να γίνονται προσλήψεις στο δημόσιο. Είδανε ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι και μάλιστα πολύ πιο αποτελεσματικοί, ώστε να επιτευχθούν όλα αυτά. Αυτή είναι η μόνη διαφορά.

    Αυτές οι εμπειρίες και γνώσεις λοιπόν, τους μετέτρεψαν σε φιλελεύθερους. Καθώς η πλειοψηφία των φιλελεύθερων προέρχεται από τα σπλάχνα της ελληνικής κοινωνίας, τη μεσαία και τη μικροαστική τάξη, οι φιλελεύθεροι επιθυμούν διακαώς να προσφέρουν στους πιο αδύναμους. Εξού και πολλοί επέλεξαν να ασχοληθούν με τα κοινά. Προς μεγάλη τους απογοήτευση όμως διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε διευρυμένη εκλογική βάση η οποία να αφουγκράζεται τις ιδέες τους. Η συντριπτική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος δεν μοιράζεται με αυτούς τις ίδιες εμπειρίες και ερεθίσματα, εξού και η φιλοσοφία τους συχνά αντιμετωπίζεται ως εξωπραγματική, ανεφάρμοστη, συγκεχυμένη και με αρκετή “βοήθεια” από το υφιστάμενο κρατιστικό και κρατικοδίαιτο πολιτικό και οικονομικό σύστημα, ακόμα και ως δολοπλόκα και συνωμοσιακή!

    Γύρω στο 2007 – 2008 λοιπόν, κάποιοι φιλελεύθεροι αποφάσισαν να αλλάξουν τις πολιτικές πρακτικές τους. Έτσι, αντί αποκλειστικά να προσπαθούν να αυξήσουν τα μέλη και τους ψηφοφόρους τους επέλεξαν να ακολουθήσουν έναν πολύ πιο δύσκολο δρόμο. Επέλεξαν να δημιουργήσουν φιλελεύθερους πολίτες! Αυτό είναι ένα εγχείρημα που στους περισσότερους ακούγεται τρελό και ακατόρθωτο καθώς παραδοσιακά για να μπορέσει κάποιος να αλλάξει επιτυχώς τις συνειδήσεις και να επηρεάσει τις αντιλήψεις μιας μεγάλης επί του συνόλου πληθυσμιακής ομάδας απαιτείται η πρόσβαση στην κεντρικά σχεδιαζόμενη δημόσια παιδεία αλλά και στα ΜΜΕ. Οι φιλελεύθεροι, πέραν του ό,τι απεχθάνονται τον κεντρικό σχεδιασμό, δεν είχαν στη διάθεσή τους τίποτα από τα δύο.

    Τα εργαλεία λοιπόν που κατά κανόνα χρησιμοποίησαν προς επίτευξη αυτού του στόχου είναι πρωτίστως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δευτερευόντως φορείς όπως το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕ.ΦΙ.Μ.) και διάφορες εκδηλώσεις. Και πώς μεταδίδεις τις ιδέες σου σε ένα κοινό το οποίο ήδη διακατέχεται από παγιωμένες και διαφορετικές αντιλήψεις και σε αντιμετωπίζει εχθρικά και με καχυποψία; Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω του γκρεμίσματος των ιδεών του κάθε πολίτη, μέσω της ευθείας σύγκρουσης μαζί του έπειτα από ατελείωτες ώρες συζήτησης και επιχειρηματολογίας. Αν και εφόσον ο πολίτης κρίνει ότι ενδεχομένως κάποιες από τις αναλήψεις του στηρίζονται σε λανθασμένες πληροφορίες ή και σε διαστρεβλωμένη κατανόηση της πραγματικότητας, τότε ίσως υπάρχει μια ευκαιρία να γεμίσει αυτό το κενό με την φιλελεύθερη ιδεολογία.

    Ουσιαστικά, οι φιλελεύθεροι καθημερινά αντιπολιτευόμαστε τους ίδιους τους πολίτες και τις παγιωμένες αντιλήψεις τους. Είναι μια επίπονη, επίμονη, διαχρονική και δύσκολη προσπάθεια. Παρόλα αυτά, δέκα χρόνια μετά, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η προσπάθεια αυτή στέφθηκε επιτυχώς. Σήμερα, μια πολύ μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, ασχέτως με την τελική του εκλογική επιλογή, αυτοχαρακτηρίζονται ως φιλελεύθεροι σε πολλά οικονομικά ή και κοινωνικά ζητήματα. Φυσικά, ο δρόμος για τον φιλελευθερισμό είναι ακόμα μακρύς, αλλά έχουν τεθεί οι σωστές βάσεις. Συνεχίζουμε ακάθεκτοι!

    *Ο κ. Μάκης Κεβρεκίδης είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal την 24 Ιανουαρίου 2019.

     

  • Σημασία δεν έχει τι λες, αλλά τι ακούν οι άλλοι

    Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη*

    Στο πρωτοποριακό του έργο για την πολιτική επικοινωνία και γλώσσα των εκλογικών αναμετρήσεων The People`s Choice: How The Voter Makes Up His Mind in a Presidential Election (1944), ο Paul Lazarsfeld και οι συνεργάτες του – έχοντας μελετήσει τη φιλοσοφία και τις προεκλογικές τακτικές διαφόρων κρατών, λαών και πολιτισμών στο θέμα της επικοινωνίας του πολιτικού μηνύματος – καταλήγουν για τους ψηφοφόρους:

    «Οι πραγματικοί αμφισβητίες του συστήματος, οι ανοιχτόμυαλοι, αυτοί που καταβάλλουν ειλικρινή προσπάθεια να ζυγίσουν τα υπέρ και τα κατά των επιχειρημάτων των πολιτικών για να αντλήσουν συμπεράσματα για το καλό της πατρίδας, ζουν μόνο στα προπαγανδιστικά κείμενα, στα σχολικά εγχειρίδια αγωγής του πολίτη, στις ταινίες και στο μυαλό μερικών ιδεολόγων. Στην πραγματική ζωή, τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν ελάχιστοι…»

    Οι προεκλογικές εκστρατείες άρχισαν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας από τη στιγμή που οι άνθρωποι μετατόπισαν το ενδιαφέρον τους από τα παραδοσιακά, προκατ κόμματα – τα sur mesure δημιουργήματα ενός αρχηγού που μιλάει από το βάθρο – και στράφηκαν σε ομάδες και συστήματα. Η μορφή, η παρουσία και οι δυνατότητες ενός κεντρικού πρωταγωνιστή αποτελούσαν πάντα θέμα επιβεβαίωσης ή αποδοκιμασίας από τους ψηφοφόρους αλλά το παιχνίδι της επιρροής εμπλουτίζουν σήμερα δυνάμεις που ξεκινούν από και καταλήγουν σε ανθρωποδίκτυα. Με την απομυθοποίηση «ανδρός σοφού» ήρθε και ο κατακερματισμός του πολιτικού μηνύματος που τώρα χρειάζεται να είναι φτιαγμένο με τρόπο που να απαντά στις πολλαπλές ανάγκες μιας κοινωνίας που συνήθισε στην άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων της, στην αυτοματοποιημένη αντίδραση των σλόγκαν, στην ανθρωποφαγία, στις γρήγορες εναλλαγές των εικόνων και στην μασημένη τροφή.

    Η ικανότητα σωστής διαχείρισης της πληροφορίας επομένως, αφορά στον βαθμό που το μήνυμα θα περάσει επιτυχώς ή θα απορριφθεί από ένα ήδη επιβαρυμένο με αντιφατικά μηνύματα πληθυσμό. Από την άλλη, η επικοινωνία δεν βασίζεται μόνο στη χρήση λόγου αλλά και στο κατά πόσο ο αποδέκτης ενός μηνύματος αντιλαμβάνεται ότι είναι μέρος της κουλτούρας που αντιπροσωπεύει ο πολιτικός, ακολουθώντας την βασική αρχή του ότι «σημασία δεν έχει τι λες, αλλά τι ακούν οι άλλοι», με έμφαση στην χρήση της συναισθηματικής νοημοσύνης στην πολιτική. Όλα αυτά ως διαδικασίες φτιάχνουν μια σύγχρονη μορφή τέχνης.

    Στην Ελλάδα, η παραπάνω πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή με τον πιο αργό και αμφισβητούμενο τρόπο. Αν τα κόμματα και οι εκπρόσωποί τους είναι αδύνατο να αναλυθούν στο μυαλό των ψηφοφόρων με τρόπο που να αποδίδει απόλυτη ισορροπία και δικαιοσύνη σε προθέσεις, το πολιτικό μήνυμα στην χώρα μας είναι εξ ορισμού συμπαγές, δεν αντανακλά πάντα την ποικιλομορφία του εκλογικού σώματος και φτιαγμένο για να αποθαρρύνει κόσμο αντί να επηρεάζει τους ψηφοφόρους προς την κατεύθυνση της παράταξης ενώ ενισχύει περισσότερο τον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία από τις συνεργασίες και τη διεύρυνση, λες και απευθύνεται σε οπαδούς και κολεκτίβες που δεν έχουν πραγματική επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο.

    Έτσι κρατάει το εκλογικό σώμα σε ένα καθεστώς διαρκών αλληλοσυγκρούσεων που ωφελούν τη διατήρηση του συστήματος, φτιάχνει τεμπέλικες εκστρατείες και καταλήγει να βάζει τους καλύτερους υποψηφίους του να απολογούνται για τις αστοχίες του συνόλου. Τελικά, ο καθένας διατηρεί το μαγαζί του, με τις εκλογές να είναι ένα παιχνίδι από το οποίο ως πολίτες βγαίνουμε χαμένοι, συνήθως επειδή «δεν καταλάβαμε καλά».

    *Η  κ. Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Κοινωνική Ψυχολόγος, Σύμβουλος Ομάδων σε θέματα Διομαδικών Διεργασιών, μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας και υποψήφια δημοτική σύμβουλος με την Δύναμη Πολιτών-Βασίλης Λαμπρινός για το Ηράκλειο Κρήτης.

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 23 Ιανουαρίου 2019

  • Το σπασμένο παράθυρο

    Του Γιάννη Παπαδόπουλου*

    Σύμφωνα με την πλάνη του σπασμένου παραθύρου του Φρεντερίκ Μπαστιά πολλά φαινόμενα έχουν δύο όψεις: την ορατή και την αόρατη. Έτσι, όταν ένα παιδί σπάσει με την μπάλα του το τζάμι του φούρνου της γειτονιάς, ενώ φαινομενικά ο τζαμάς της γειτονιάς αποκτά δουλειά και η οικονομία κινείται, αυτό που δεν φαίνεται είναι πως ο κηδεμόνας του παιδιού, πληρώνοντας το σπασμένο τζάμι, χάνει την ευκαιρία να κινήσει την οικονομία με έναν τρόπο πιο επωφελή γι αυτόν, π.χ. με το να αγοράσει ένα παιχνίδι για το παιδί του.

    Ποια η σχέση αυτής της πλάνης με την υπόθεση του πλαστογραφημένου πτυχίου της ΣΤ’ Δημοτικού; Η ορατή – και πραγματικά συγκινητική – πλευρά είναι η ταλαιπωρημένη γυναίκα με τις μεγάλες ανάγκες, η οποία παρανόμησε για να κρατήσει τα παιδιά της εκτός ιδρύματος. Η αόρατη πλευρά είναι η ιστορία του ανθρώπου που, ενώ σύμφωνα με τα κριτήρια της προκήρυξης, έπρεπε να διοριστεί, δεν διορίστηκε. Υποθέτοντας πως όλοι όσοι κάνουν αίτηση για μια θέση καθαριστή έχουν μεγάλες ανάγκες και πως, όπως τα χρήματα του κηδεμόνα, έτσι και οι θέσεις στο δημόσιο είναι περιορισμένες, τα παιδιά του «αόρατου καθαριστή» μπορεί να κατέληξαν αυτά σε ίδρυμα, ή, χάνοντας δύο χρόνια ασφάλισης μέχρι να επαναπροκηρυχθεί αντίστοιχη θέση, ο αόρατος καθαριστής μπορεί να μην κατάφερε να μαζέψει τα ένσημα για να βγει στην σύνταξη.

    Αυτό βέβαια, ίσως να μην αναιρεί το γεγονός πως το πτυχίο δημοτικού δεν είναι ουσιαστικό κριτήριο για μια απλή δουλειά όπως αυτή του καθαριστή, αλλά πρέπει κάποια στιγμή να αρχίσουμε να λαμβάνουμε υπόψη μας  και τα δικαιώματα του αόρατου ατόμου: του ατόμου που πέθανε επειδή δεν τηλεφώνησε σε πολιτικό για να εγχειριστεί αυτός στην θέση κάποιου άλλου, ή της νεαρής μητέρας που καθυστέρησε να πάει στη δουλειά της για να κάνει παράκαμψη και να κατέβει το πεζοδρόμιο με το καροτσάκι του μωρού από επικίνδυνο σημείο για να πάει αυτός που πάρκαρε μπροστά στην ράμπα πιο γρήγορα στην δουλειά του.

    Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς προς την καθαρίστρια, τον υπάλληλο του ΕΚΑΒ και όποιον άλλον παρανόμησε για να συμμορφωθεί με ανούσια τυπικά κριτήρια.

     

    *Ο Γιάννης Παπαδόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Φιλελεύθερος” στις 21 Ιανουαρίου 2019.

     

  • Αντιρατσιστικός νόμος ή γιατί οι μεταξωτοί νόμοι θέλουν και μεταξωτά δικαστικά συστήματα

    Του Γιάννη Παπαδόπουλου*

    Πολύς λόγος γίνεται για τις δύο μηνύσεις που έχει καταθέσει το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι εναντίον του Γιάννη Ζουγανέλη, επειδή «αντιπαραβάλει ρατσιστικά τους Έλληνες μετανάστες στο εξωτερικό με τους μετανάστες στην Ελλάδα», και εναντίον του αρθρογράφου Τηλέμαχου Χορμοβίτη, επειδή οι τελευταίες δύο παράγραφοι ενός άρθρου του «συνιστούν μέσω διαδικτύου υποκίνηση, πρόκληση,[ …] κατά ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση την ταυτότητα φύλου», δηλαδή για λόγο που δεν μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς ούτε ο μηνυτής. Τι είναι, όμως, τελικά αυτός ο νόμος 4285/2014 και γιατί τόσος ντόρος;

    Θεωρητικά, ο νόμος αυτός προσπαθεί να εξισορροπήσει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης με την αρχή της βλάβης, δηλαδή να εξισορροπήσει το δικαίωμα ενός ανθρώπου να εκφράζεται ελεύθερα με το δικαίωμα ενός άλλου ανθρώπου να μην υφίσταται απρόκλητη βία από την έκφραση αυτή. Ο νόμος προσπαθεί να το πετύχει αυτό καταδικάζοντας οποιονδήποτε: α) υποκινεί δημόσια σε πράξεις που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος, βία κατά προσώπου / ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, κτλ, ή β) που κακόβουλα αρνείται αναγνωρισμένα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (π.χ. γενοκτονίες).

    Το πρόβλημα, βέβαια, είναι πώς ο νόμος καταδικάζει προθέσεις και επαφίεται στην δικαστή να κρίνει αν ο εναγόμενος υποκινεί σε πράξεις. Είναι, δηλαδή, σαν να καταδικαστεί κάποιος ως ηθικός αυτουργός σε δολοφονία επειδή έγραψε σε ένα σάιτ ότι το να σκοτώνεις είναι ηθικό, ακόμα και αν κανείς δεν σκότωσε τελικά κανέναν! Φανταστείτε και την κερκόπορτα που αφήνει ανοικτή σε εγκληματίες να ισχυριστούν ότι δεν το ήθελαν, αλλά ο τάδε μουσικός και ο δείνα δημοσιογράφος τους παρέσυραν με τα λόγια τους!

    Το πραγματικό πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι αυτό. Τα δικαστήρια και οι δικαστές, θέλω να πιστεύω, έχουν συνήθως την ικανότητα να διακρίνουν τι συνιστά υποκίνηση και τι όχι, και μπορούν να προσαρμόσουν την ποινή στον πραγματικό αντίκτυπο που είχε ένα γραπτό κείμενο.

    Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι η διαχρονική αδυναμία του ελληνικού δικαστικού συστήματος να εξετάσει τις υποθέσεις άμεσα και η αδυναμία του να τιμωρήσει τους κατά συρροή δικομανείς. Ως αποτέλεσμα, νόμοι όπως ο 4285 που έχουν σχεδιαστεί για να προστατέψουν ευάλωτες ομάδες από βλάβη, να χρησιμοποιούνται τελικά ως εκδικητικά / σαδιστικά εργαλεία για να προκαλέσουν βλάβη σε άτομα που απλώς εξέφρασαν μια γνώμη, σε άτομα που απλώς έκαναν ένα λάθος ή μια ατυχή διατύπωση, ή σε άτομα που είχαν σκοπό να βλάψουν, αλλά έχουν το δικαίωμα η τιμωρία τους να είναι ανάλογη του ατοπήματός τους και όχι να διασυρθούν επί μακρόν χάνοντας υπόληψη, δουλειά, χρόνο, χρήμα, φίλους κτλ για κάτι για το οποίο μπορεί και να έχουν μετανιώσει στο ενδιάμεσο.

    Ακόμα χειρότερη είναι η αθέατη πλευρά, δηλαδή, τι θα μπορούσαν να πετύχουν οι μηνυτές αν προτιμούσαν μιαν άλλη οδό. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον κ. Ζουγανέλη.

    Ο κ. Ζουγανέλης προέβη σε μία αξιολόγηση: οι Έλληνες μετανάστες ήταν πιο σεβαστικοί από τους μετανάστες που φιλοξενούμε τώρα στην Ελλάδα. Η αξιολόγηση αυτή κατά πάσα περίπτωση είναι λάθος: πολλές εφημερίδες έχουν κατά καιρούς δημοσιεύσει πίνακες από τις ΗΠΑ , όπου οι Έλληνες μετανάστες στις αρχές του προηγούμενου αιώνα αρίστευαν σε εγκληματικές πράξεις, με μεγάλη, μάλιστα, διαφορά από τον δεύτερο.

    Ένας φορέας όπως το Παρατηρητήριο θα μπορούσε να συγκεντρώσει, να αξιολογήσει και να χρησιμοποιήσει τέτοιες πηγές για να κλείνει το στόμα του κάθε κ. Ζουγανέλη κάθε φορά που θα το άνοιγε, εκπαιδεύοντας ταυτόχρονα και την κοινή γνώμη.

    Θα μπορούσε, επίσης, πολύ απλά να του πει ότι δεν μπορεί να συγκρίνει μετανάστες-φοιτητές με πρόσφυγες και να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις και το κύρος του ως Παρατηρητήριο για να του εξηγήσει το γιατί, εκπαιδεύοντας πάλι την κοινή γνώμη και ενισχύοντας το προφίλ του ως φορέας διαμεσολάβησης για τα δικαιώματα ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

    Θα μπορούσε επίσης, πολύ απλά, να του πει ότι, στους 100 μετανάστες θα υπάρχουν και δύο αγροίκοι και καλό θα ήταν να μην γενικεύουμε από τόσο μικρά ποσοστά. Εγώ, για παράδειγμα, ως παλαιός φοιτητής εξωτερικού, θα μπορούσα να του πω ότι είχα έναν Έλληνα συμφοιτητή ο οποίος για επώνυμο στις εταιρείες ηλεκτρισμού δήλωνε το Denplirono (μάλιστα τους το έκανε και spelling για να το γράψουν σωστά!) και τους φέσωνε. Τι σημαίνει αυτό, πώς είμαστε έθνος μπαταξήδων; (…χμμμ!! Μάλλον ατυχές το παράδειγμά μου!)

    Προς τι λοιπόν οι ατεκμηρίωτες μηνύσεις όταν υπάρχουν τόσες επιλογές που δεν ταλαιπωρούν κανένα και έχουν και μεγάλη προστιθέμενη αξία που μπορεί να ενισχύσει το προφίλ και τους σκοπούς φορέων που έχουνε αναλάβει να προασπιστούν τα δικαιώματα κάποιων ευάλωτων ομάδων; Η απάντηση δική σας! Εγώ απλώς θα παραφράσω τον Αριστοτέλη και θα πω πως στα ανοργάνωτα κράτη κυβερνούν οι άνθρωποι και όχι οι νόμοι.

     

    *Ο Γιάννης Παπαδόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 12 Ιανουαρίου 2019

  • Οι 14 σελίδες που θα εμπνεύσουν ένα νέο της κρίσης

    Του Ηλία Παρασκευόπουλου*

    Το δοκίμιο του Βενιαμίν Φραγκλίνου “Ο Δρόμος προς τον Πλούτο” προσφέρει μια οπτική για την οικονομική ζωή των ανθρώπων, την οποία νομίζω ιδανική να αφουγκραστεί η γενιά μας δεδομένης της ιστορικής στιγμής. Αναδεικνύει τις αξίες της φιλοπονίας, της προσήλωσης και της λιτότητας.

    “Without pain there is no gain”, λέει ο Φραγκλίνος. Φιλοπονία είναι να κάνεις ό,τι μπορείς σήμερα γιατί δε ξέρεις αν θα μπορείς αύριο. Είναι να μην τεμπελιάζεις γιατί αυτό φθείρει τον άνθρωπο και σπαταλά τον χρόνο. Αλληγορικά, είναι περισσότερο φθαρμένο ένα κλειδί που σκουριάζει λόγω μη χρήσης παρά εκείνο που χρησιμοποιείται, αλλά γυαλίζει. Επίσης, η σπατάλη του χρόνου κρίνεται ως ασωτία, καθώς, ενώ είναι πολύτιμος και περιορισμένος πόρος, ξοδεύεται ανόητα.

    Ως πρόσθετο στοιχείο της οικονομικής μας ζωής προτείνει την στοχοπροσήλωση. Η παραγωγικότητα και δημιουργία ενός νέου ανθρώπου χρειάζονται κατεύθυνση για να ευοδώσουν. Μα και προσοχή και σταθερότητα, ώστε με ασφάλεια και πλάνο να οδηγηθούμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα, την προκοπή.

    Η αξία της λιτότητας συνίσταται στην ικανότητα εξοικονόμησης χρημάτων, καθώς δεν είναι μόνο η απόκτηση αυτών σημαντική. Για παράδειγμα, τα χρυσά εισοδήματα της Ισπανίας από το Νέο Κόσμο δεν έκαναν πλούσια τη χώρα, αφού ξόδευε υπερβολικά.

    Η αντίληψη του Φραγκλίνου μπορεί να ερμηνευτεί στη σημερινή οικονομική ζωή των νέων στην Ελλάδα. Μας λέει να φιλοπονήσουμε στις σπουδές μας μελετώντας καλά και τελειώνοντας σύντομα. Να δουλέψουμε ή να ασχοληθούμε με τον εθελοντισμό. Να αξιοποιήσουμε τον χρόνο επενδύοντας επάνω μας με το διάβασμα ενός καλού βιβλίου ή ξεκινώντας μια νέα γλώσσα. Να μην κάτσουμε άπραγα αλλά να φιλοδοξήσουμε. Να σκεφτούμε με πλάνο τι θέλουμε να πετύχουμε και να το προχωρήσουμε. Αλλά και να γνωρίζουμε, να ρυθμίζουμε τα έξοδά μας, δηλαδή να μην αγοράζουμε το ακριβότερο προϊόν Α αν το Β είναι το ίδιο εξυπηρετικό. Εν τέλει, επιχειρηματολογεί ώστε να πάψουμε απλώς να ελπίζουμε για το μέλλον, αλλά να αδράξουμε την κατάσταση στα χέρια μας. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε κανέναν να κάνει πράγματα για εμάς. Μόνο στο χέρι μας είναι όλα.

    Σε έναν βίο σύμφωνο με την παραπάνω αντίληψη μπορούμε να αναμένουμε την αύξηση του πλούτου και την πρόοδο, τόσο για κάθε νέο ξεχωριστά όσο και ως ελληνική κοινωνία.

     

    *ο Ηλίας Παρασκευόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της
    Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    * Το δοκίμιο του Βενιαμίν Φραγκλίνου “Ο Δρόμος προς τον Πλούτο” υπάρχει
    ελεύθερο στο διαδίκτυο σε ελληνική μετάφραση, μπορείτε να το βρείτε σε
    μηχανή αναζήτησης.

     

    Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Φιλελεύθερος στις 8 Ιανουαρίου 2019.

  • Ισλάμ: Η συνέχεια της συζήτησης

    Του Νίκου Χαραλάμπους*

    Από τη συζήτηση που έχει ξεκινήσει για το Ισλάμ παρατηρούμε τα εξής τρία ισλαμοφοβικά αφηγήματα:

    1) Το Ισλάμ δεν είναι ακριβώς θρησκεία αλλά πολιτικό σύστημα, και σκοπός των μουσουλμάνων είναι η επικράτηση του Ισλάμ σε όλο τον κόσμο. Και δεν εννοούν το Ισλάμ ως θρησκεία αλλά ως πολιτική εξουσία.

    2) Το Ισλάμ είναι πλήρως ασύμβατο με τις αξίες της Δύσης.

    3) Το Ισλάμ θεωρείται ως κάτι το μονολιθικό. 1.5 δις άνθρωποι σκέφτονται με έναν τρόπο, λες και είναι προγραμματισμένοι να δράσουν για έναν σκοπό.

    Κάπου εδώ σταματούν πάρα πολλοί υποστηρικτές των αφηγημάτων και δεν προχωρούν στο δια ταύτα. Συνήθως αρκούνται στο ευχολόγιο ενός ελέγχου της μετανάστευσης, δηλαδή να περιορίζεται η μετανάστευση ανθρώπων από τις μουσουλμανικές χώρες.

    Στην άκρα δεξιά οραματίζονται μαζικές απελάσεις μουσουλμάνων, αλλά και πόλεμο πολιτισμών. Αρχηγός μικρού κόμματος (δεν έχει σημασία το άτομο αλλά η ιδέα) οραματίζεται ιδιώνυμο με υπογραφή κοινωνικών φρονημάτων, δηλαδή αποποίησης των τμημάτων της μουσουλμανικής θρησκείας που «υποκινούν τη βία».

    Για να στηρίξουν αυτά τα αφηγήματα, συνήθως φέρνουν επιχειρήματα από τη φιλολογία των ακραίων ισλαμιστών που πράγματι επιβεβαιώνουν πως κάποιοι μουσουλμάνοι θέλουν να εξισλαμίσουν και να επιβάλλουν βίαια τα πιστεύω τους.

    Ελπίζω μέχρι αυτό το σημείο να παραθέτω με σωστό τρόπο τις ιδέες όσων βλέπουν το Ισλάμ ως θανάσιμη απειλή. Γιατί αν συμφωνούμε πως δεν έχω στρεβλώσει αυτά που πιστεύουν, τότε μπορούμε και να συμφωνήσουμε όταν θα αποδειχθεί πως τα αφηγήματα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και πως χαρακτηρίζονται από άγνοια της ιστορίας αλλά και του ίδιου του Ισλάμ.

    Σε ό,τι αφορά στο Ισλάμ ως πολιτική πρόταση: υπάρχει μια δόση αλήθειας πως το Ισλάμ είναι η πιο πολιτικοποιημένη από τις άλλες θρησκείες. Το μήνυμα του Μωάμεθ ήταν να ενώσει τις αραβικές φυλές σε κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών τους. Στο πρώιμο Ισλάμ υπάρχει η ιδέα της Ούμα, δηλαδή η κατάργηση των συνόρων και ότι όλοι οι λαοί πρέπει να ζουν με το Ισλάμ και όχι με τα έθνη. Φυσικά τα αφελή οράματα των θρησκειών (από το να βόσκει το πρόβατο δίπλα στο λιοντάρι μέχρι την Ούμα) δεν πραγματοποιούνται σχεδόν ποτέ. Το Ισλάμ επεκτείνεται από την Ινδονησία ως το Μαρόκο και τις ΗΠΑ. Οι εθνικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των λαών και ανθρώπων που ασπάστηκαν το Ισλάμ ποτέ δεν εξαλείφθηκαν. Το να βλέπει κάποιος το Ισλάμ ως μια πολιτική πρόταση υπονοεί πως ο μετανάστης από το Πακιστάν και οι μετανάστες από το Μπαγκλαντές και το Αφγανιστάν θα συνεργαστούν για να καταλάβουν την εξουσία σε μια δυτική χώρα. Ή πως ο Άραβας μετανάστης θα συνεργαστεί με τον Σομαλό και τον Σενεγαλέζο. Ή πως ο Αμερικανός μαύρος του Έθνους του Ισλάμ θα συνεργαστεί με τον Σούφι και τον Σιήτη από το Ιράν και το Ιράκ (και ναι οι Ιρακινοί μετανάστες θα συνεργαστούν με τους Ιρανούς μετανάστες για τον ίδιο σκοπό – αυτά μας λένε!). Αυτή την πρωτοφανή ανιστόρητη ιδέα την είχα ακούσει από τον κ. Πλεύρη, τον πρεσβύτερο, σε μια τηλεοπτική εκπομπή. Τώρα την ακούω με λύπη και από τον κ. Ανδριανόπουλο να την υποστηρίζει.

    Η θέση αυτή δείχνει ότι δεν γνωρίζει ούτε την ιστορία του Ισλάμ ούτε την ιστορία των χωρών που οι κάτοικοί τους έχουν ασπαστεί τον μουσουλμανισμό.

    Ας πάμε στο δεύτερο και τρίτο αφήγημα και τις αξίες ανάμεσα στο Ισλάμ και στη Δύση και την μονολιθικότητα του Ισλάμ.

    Είναι χαρακτηριστικό της άγνοιας πάνω σε ένα θέμα η θεώρηση ενός φαινομένου ως μονολιθικό και χωρίς διαβαθμίσεις ή διαφορές.

    Η πραγματικότητα αποτελεί την καλύτερη αποδόμηση. Από τα μπαρ στα ξενοδοχεία των Ηνωμένων Εμιράτων ως τις μουσουλμανικές κοινότητες των Ηνωμένων Πολιτειών, οι μουσουλμάνοι, θρησκευόμενοι και μη, ζουν με όλες τις διαβαθμίσεις που έχουμε συναντήσει και στους Χριστιανούς. Μπορεί οι μουσουλμάνοι να είναι πιο πιστοί και τηρητές του Ισλάμ σε σχέση με τους Χριστιανούς αλλά υπάρχουν μουσουλμάνοι που δεν τηρούν όλες τις προγραφές της θρησκείας τους. Είναι ενδιαφέρον πως αν ρωτήσεις τον κάθε ισλαμοφοβικό για το άν όλοι οι μουσουλμάνοι που έχει γνωρίσει είναι ίδιοι και το ίδιο ριζοσπαστικοί θα απαντήσει πως όχι.

    Θα προσπαθήσω να αποδείξω την λάθος θέση για το μονολιθικό Ισλάμ, έχοντας στο μυαλό έναν μουσουλμάνο κήρυκα να γράφει άρθρο που να αναφέρει:

    «Χριστιανοί έσφαξαν 8000 μουσουλμάνους στην Σεμπρένιτσα»

    «Χριστιανοί εισέβαλαν στο Ιράκ και είναι υπεύθυνοι για 100 χιλιάδες θανάτους μουσουλμάνων»

    «Χριστιανοί σφάζουν μουσουλμάνους στην Τσετσενία.»

    «Πόσοι Χριστιανοί δεν καταδίκασαν την εισβολή στο Ιράκ και τη σφαγή στην Σεμπρένιτσα;»

    Στην τελευταία ερώτηση προσέξτε πως κάθε ποσοστό που μπορείς να αναφέρεις (10%, 20%, 30%) αποτελεί την «είδηση» πως ο Χριστιανικός κόσμος είναι στα πρόθυρα μιας πρωτοφανούς ριζοσπαστικοποίησης που θα επιδιώξει να πνίξει κάθε άλλη θρησκεία (ως η πολυπληθέστερη θρησκεία μάλιστα).

    Οι άλλες δηλώσεις, ενώ εμπεριέχουν ψήγματα αλήθειας (πως ό,τι έγινε, έγινε από χριστιανούς), εξαφανίζουν όλη την αντιπαράθεση που είχε εκδηλωθεί στις χριστιανικές χώρες για αυτά τα γεγονότα. Η άποψη αγνοεί τις διαφορές της Σερβίας και της Αμερικής, πολιτικών συστημάτων, κουλτούρας, ιστορίας, χριστιανικών δογμάτων, εθνοθρησκευτικών ιδιαιτεροτήτων.

    Ο κ. Ανδριανόπουλος δήλωσε σε ένα πρόσφατο άρθρο πως δεν είναι αξίες «μας» το Χαλάλ, η Μπούρκα  και η Σαρία. Θα μπορούσα να αναρωτηθώ γιατί το Κοσέρ είναι στις αξίες μας αλλά όχι το Χαλάλ. Ή γιατί η Μπούρκα δεν είναι αλλά είναι το μπικίνι και το Playboy μέσα στις αξίες της Δύσης (εμφανίστηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και θεωρήθηκαν απειλή ενάντια στην ηθική) και αν οι χειρισμοί της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας στο θέμα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών είναι μέσα στις αξίες της Δύσης (η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία θεωρείται σύμφυτη με τη γέννηση της Δύσης). Πολύς κόσμος μπορεί να θέσει τα δικά του ερωτήματα για τις αξίες της Δύσης. Αλλά εγώ θα προτείνω δύο αξίες που ελπίζω πως τουλάχιστον οι φιλελεύθεροι θα συμφωνήσουν πως αποτελούν φιλελεύθερες αξίες της Δύσης:

    1) Η ελευθερία της έκφρασης. Ακόμα και κηρύγματα που μπορεί να θεωρηθούν ως μίσους και βίας δεν πρέπει να ποινικοποιούνται παρά μόνο αν υπάρχει άμεση και συγκεκριμένη στοχοποίηση και ο στόχος της απειλής να δηλώνει ξεκάθαρα, άμεσα και ατομικά απειλούμενος. Κατά τα άλλα τιμωρούνται οι πράξεις, η ηθική αυτουργία αλλά όχι το φρόνημα και όχι η θρησκεία ή η πολιτική ιδεολογία.

    2) Το τεκμήριο της αθωότητας. Κάποιος είναι αθώος μέχρι να αποδειχτεί ένοχος. Δεν μπορεί το θρησκευτικό σου πιστεύω να σε κατατάσσει στους ενόχους όταν εσύ ατομικά δεν έχεις κάνει καμιά αδικοπραξία.

    Αυτός που θα επιδιώξει να καταλύσει αυτές τις αξίες είναι η πιο θανάσιμη απειλή για τη φιλελεύθερη δύση. Για να μην παρεξηγηθώ, μπορεί να είναι και μουσουλμάνος αλλά πιθανότατα να είναι μη μουσουλμάνος.

    Κανείς δεν λέει πως σε έναν μουσουλμάνο ή άλλο μετανάστη θα πρέπει οπωσδήποτε να του δίνεται ελεύθερη πρόσβαση, αν η παρουσία του αποτελεί απειλή για τους πολίτες. Δεν είναι φιλελεύθερη θέση αυτή. Φιλελεύθερη θέση είναι η απαγόρευση εισόδου και η απέλαση να κρίνεται κατά περίπτωση, με στοιχεία και με κανόνες δικαίου και όχι φρονήματος.

     

    *Ο Νίκος Χαραλάμπους είναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Φιλελεύθερος” στις 3 Ιανουαρίου.