• Ψηφιακοί Νομάδες: όταν η λογοτεχνική φράση «πολίτες του κόσμου» αποκτά πολιτικές διαστάσεις

    Η ψηφιακή, νομαδική ζωή αφορά στην ανεξάρτητη-από-γραφεία εργασία, στη δουλειά δηλαδή που μπορεί να γίνει από απόσταση και από οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.

    Σε ένα μεταπανδημικό τοπίο αγοράς, τα ποσοστά των εργαζομένων που ήδη δουλεύουν ή έχουν τη δυνατότητα να το πράξουν από απόσταση, εκτοξεύτηκαν το 2021 σε ύψη που φτάνουν τα 35 εκατομμύρια παγκοσμίως ενώ οι προβλέψεις θέλουν την εξ αποστάσεως εργασία να αυξάνεται ραγδαία, απαντώντας στις σύγχρονες ανάγκες των πολιτών του κόσμου για ευελιξία, ανεξαρτησία, προσωποποιημένη διαμόρφωση του ωραρίου και των συνθηκών εργασίας και προσωπική ανάπτυξη.  Η δουλειά για ένα μεγάλο αριθμό εργαζομένων έχει πάψει να είναι απλά παραγωγή, έχει γίνει τρόπος ζωής.  Ο ψηφιακός νομαδισμός δεν εντάσσεται πλέον στο πλαίσιο μιας «τάσης» αλλά είναι το νέο μοντέλο εργασίας που ήρθε για να μείνει, ενθαρρύνοντας περαιτέρω αλλαγές στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και σχεδιάζουμε τις ανθρωποκοινότητες μας. 

    Τα τελευταία χρόνια, γίνεται μια προσπάθεια καλών προθέσεων προκειμένου η Ελλάδα να μπορέσει να αποτελέσει έναν ελκυστικό προορισμό για τους ψηφιακούς νομάδες.  Είναι σημαντικό να τονίσουμε δύο πράγματα σε σχέση με την προσπάθεια:

    α) η προσέλκυση ψηφιακών νομάδων, δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι το έργο ενός μόνο ανθρώπου ή μιας συγκεκριμένης ομάδας επαγγελματιών: τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ανάπτυξη του οικοσυστήματος, η κάλυψη των αναγκών του σε όλα τα επίπεδα – από τα πιο τεχνικά μέχρι αυτά που σχετίζονται με τις ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες φροντίδας (μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις σε αυτό το μοντέλο εργασίας αφορά στη μοναξιά και την έλλειψη διαπροσωπικών σχέσεων, που δεν ευνοούνται από την ολιγόμηνη παραμονή σε ένα τόπο) – είναι ένα στρατηγικό στοίχημα διαμόρφωσης κουλτούρας, που μας εμπεριέχει στους στόχους που χρειάζεται να εκπληρώσουμε.

    β)  ο ψηφιακός νομαδισμός δεν μπορεί να είναι μια διαφήμιση «ανοίξαμε και σας περιμένουμε» κάποιας Περιφέρειας, Δήμου ή φορέα.  Δεν είναι διακοπές, αν και έχει σχέση με το τουριστικό προϊόν.  Δεν είναι ψυχαγωγία, αν και απαιτεί την καλλιέργεια ευκαιριών συναναστροφής με ανθρώπους που ζουν παρόμοιες πραγματικότητες, το στήσιμο συνεργατικών χώρων με 24ωρη ελεύθερη πρόσβαση και ένα πλούσιο, ετήσιο πρόγραμμα δραστηριοτήτων που δεν θα άφηνε τα νησιά της χώρας να ερημώνουν το χειμώνα.  Είναι κρίμα το ότι σε όλες τις λίστες με τους 100 πιο δημοφιλείς προορισμούς για τους ψηφιακούς νομάδες, η Αθήνα χωράει μετά βίας ενώ κανένα από τα πανέμορφα ελληνικά νησιά μας δεν συμπληρώνει τα προαπαιτούμενα (μία από τις διεθνείς κοινότητες των ψηφιακών νομάδων κατατάσσει την Αθήνα στην 72η θέση για να δουλέψει κανείς από απόσταση ενώ η Θεσ/κη μπαίνει στη λίστα των 150, σκοράροντας καταϊδρωμένη στον αριθμό 148).  Χρειάζονται επίσης χαμηλό κόστος διαβίωσης, ένα θελκτικό, σταθερό φορολογικό καθεστώς,  υψηλή ποιότητα υποδομών και γρήγορες ταχύτητες ίντερνετ.  Πρόκειται για ένα πλήρες πακέτο ζωής, από αυτό που χαρίζουν μόνο οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις.

    Παρά την καλοκαιρία, τις ευκαιρίες διασκέδασης και το «γκρήκ μουζάκα» που αποτελούν τρία τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, σοβαρή, συστημική προετοιμασία  δεν γίνεται στη χώρα ούτε για τους ντόπιους, οι οποίοι μπορεί να μη συναντήσουν wifi σε δημόσιο χώρο πουθενά επί χιλιόμετρα, να μένουν σε περιοχές χωρίς εύκολη πρόσβαση από ασθενοφόρο, να εγκαταλείπονται απομονωμένοι στην επαρχία εκείνες τις εποχές του χρόνου που δεν υπάρχουν επισκέπτες ή να βασανίζονται από στερεότυπα για τους αλλιώτικους «ξένους».  Που να προτείνουμε δηλαδή σε κάποιον να ξεσπιτωθεί για να κλείνει επαγγελματικές συμφωνίες πολλών χιλιάδων ευρώ από τα γραφικά σοκάκια των χωριών μας (αν και μια ελπίδα έμπνευσης από τους μοναχικούς, ολιγαρκείς συγγραφείς του κόσμου, την έχουμε).  Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι το ότι ξεκινάμε την αξιολόγηση του μοντέλου του ψηφιακού νομαδισμού, με λάθος τρόπο.  Το βλέπουμε από την πλευρά του ευ ζην και όχι της πολύ σοβαρής ανάγκης για προσέλκυση ταλέντων που θα βοηθήσουν τη χώρα να μεγαλώσει, να αναπτυχθεί και να ευημερήσει.

    Οι ψηφιακοί νομάδες είναι το brain gain που χρειαζόμαστε, αλλιώς.  Δεν είναι απαραίτητα τα επαναπατρισμένα ελληνόπουλα που είχαν φύγει για να δουλέψουν στο εξωτερικό αλλά μια παγκόσμια κοινότητα ανθρώπων, ανεξαρτήτως καταγωγής, που επιλέγει χώρες διαμονής που διαθέτουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα: χώρες που έχουν για παράδειγμα πανεπιστήμια που προσφέρουν ευκαιρίες έρευνας και εργασίας ή έχουν νεοφυείς επιχειρήσεις που ενδιαφέρονται να προσλάβουν δημιουργικά μυαλάΧώρες που διαθέτουν κυβερνήσεις που ενδιαφέρονται ενεργά και όχι στο πλαίσιο ευχολογίου για την καινοτομία, την τεχνολογία και την αποκέντρωση.  Ταυτόχρονα, ο ψηφιακός νομαδισμός μάς βάζει στη διαδικασία να σκεφτούμε βαθύτερα τα θέματα που αφορούν στη σημασία της πατρίδας, της έννοιας του πολίτη, της δέσμευσης σε ένα τόπο, της αφοσίωσης σε ένα σκοπό και των ανθρωπίνων σχέσεων και συγγενειών με σημαντικούς άλλους.

    Η έγκαιρη αναγνώριση των αναγκών που έχουν οι ψηφιακοί νομάδες οδηγεί στο μετασχηματισμό των κοινωνιών μας και της πολιτικής πραγματικότητας με τρόπο που ποτέ δεν είχαμε φανταστεί στο παρελθόν.  Γι’ αυτό και χρόνια τώρα, το νέο αυτό μοντέλο εργασίας, μας πιάνει απροετοίμαστους.  Ως πότε.

  • Το πραγματικό πρόσωπο μιας καταστροφικής κυβέρνησης

    Έχουν από καιρό πάψει να είναι θέμα πολιτικού σχολιασμού οι εκτός δημοκρατικού πλαισίου συμπεριφορές, η αναλγησία και η αμετροέπεια του Πρωθυπουργού. Ο κ.Τσίπρας μας παρουσίασε αυτά για τα οποία ήταν ήδη γνωστός στις κλίκες του κόμματός του εδώ και χρόνια:

    -Ότι είναι αλαζόνας. Επιδεικνύει απαράδεκτη συμπεριφορά σε εργαζομένους που οι δικές του -χωρίς λογική- αποφάσεις οδηγούν σε ανεργία.

    -Ότι είναι διπρόσωπος. Πότε μιλά για «το ευρώ που δεν είναι φετίχ» και πότε για το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» που κυνήγησε πέρυσι στο δημοψήφισμα. Πότε μιλά για τον ΕΝΦΙΑ που δεν θα πλήρωνε και πότε μας κουνάει επιτιμητικά το δάχτυλο πως «ο τζάμπας τελείωσε».

    -Ότι είναι εξουσιομανής και αρέσκεται σε παιχνίδια παρασκηνίου. Είναι αδιανόητο, εν έτει 2016, ο πρωθυπουργός να προκαταλαμβάνει απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας.

    Από κοντά φυσικά ακολουθούν και οι πιστοί του σύντροφοι, όπως ο κ.Πολάκης που υποδεικνύει ποια θα πρέπει να είναι η συμπεριφορά μιας δημοσιογράφου, όταν οι απόψεις της δεν είναι αρεστές στο καθεστώς ή θίγουν την ουσία των αποφάσεών του. Ο κ.Πολάκης όπως και άλλα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ ξεχνούν την προσωρινότητα της θέσης τους και πιστεύουν ότι με την τεχνητή πόλωση και την ύβρη μπορούν να κυβερνούν για πάντα. Καμιά χώρα, όμως, δεν μπορεί για πάντα να μένει ακίνητη απέναντι στον κάθε Τσίπρα και τον κάθε Πολάκη να τη σπρώχνουν ακόμα πιο βαθιά στην ανεργία, τη φτώχεια και τη μιζέρια.

    Η πραγματικότητα είναι αναπόδραστη όσο και αν την αγνοούν. Στη ΔΕΘ υπέγραψαν το πολιτικό τους τέλος και απλώς δεν το γνωρίζουν.