• Οι ψηφοθήρες των τραγωδιών δεν έχουν λύσεις για τρομοκρατία και μετανάστευση

    Του Νίκου Χαραλάμπους*

    Με αφορμή την τραγωδία στη Σρι Λάνκα οι σχολιαστές και πολιτευτές που δείχνουν να τους απασχολεί ο «μουσουλμανικός κίνδυνος» βρήκαν την ευκαιρία ξανά να μιλήσουν για «πολέμους» και «επίθεση στη Δύση» και φυσικά την καραμέλα του «πολέμου πολιτισμών». Το αξιοσημείωτο είναι για όσους και όσες δεν το έχουν παρατηρήσει πως οι συγκεκριμένοι σχολιαστές επισημαίνουν τον «κίνδυνο» και την «απειλή», ζητούν την ψήφο μας αλλά δεν μας λένε ακριβώς πώς θα τον αντιμετωπίσουν. Είτε γιατί δεν ξέρουν είτε γιατί ονειρεύονται λύσεις που είναι ανεφάρμοστες και τερατώδεις. Και ακόμα και αν ήθελες να βάλεις το «τερατώδεις» κατά μέρος, θα έμενε το ανεφάρμοστες.

    Ας πάρουμε ένα ένα τα σενάρια για την αντιμετώπιση της «θανάσιμης απειλής του Ισλάμ που και οι ίδιοι οι ψηφοθήρες και πολιτικοί απατεώνες (σκληρή γλώσσα αλλά δυστυχώς ακριβής) ντρέπονται να πουν:

    Σενάριο 1: Παγκόσμιος Πόλεμος και Ολοκαύτωμα

    ΗΠΑ-ΕΕ-Κίνα- Αυστραλία-Ιαπωνία κηρύσσουν τον πόλεμο σε κάθε χώρα που έχει το Ισλάμ ως επίσημη θρησκεία, ενώ η Ινδία, Νιγηρία, Μαλαισία και Ταϊλάνδη αποφασίζουν να εκκαθαρίσουν τις μουσουλμανικές μειονότητές τους. Αν οι Ναζί με την βιομηχανοποίηση ενός ολοκαυτώματος κατάφεραν να εξολοθρεύσουν μόνο το ένα τρίτο των Εβραίων με τους νεκρούς να είναι στα 6 εκατομμύρια τότε τι ακριβώς φαντάζονται αυτοί που επισημαίνουν τον «κίνδυνο του Ισλάμ» πως θα χρειαστεί για να εκκαθαρίσεις 1.2 δισεκατομμύρια μουσουλμάνους; Αναφέρω αυτό το ακραίο σενάριο γιατί ενδεχομένως να υπάρχουν και άνθρωποι μειωμένης αντίληψης στο στρατόπεδο των ισλαμομάχων και να το λένε χωρίς φυσικά να έχουν συναίσθηση της πραγματικότητας.

    Σενάριο 2: Πάγωμα της Μετανάστευσης από τις λεγόμενες μουσουλμανικές χώρες. Πάγωμα των σχέσεων και εμπάργκο-αποκλεισμοί στις μουσουλμανικές χώρες

    Πέρα από το τεράστιο κόστος στο εμπόριο, πέρα από το κολοσσιαίο κόστος φύλαξης των συνόρων όχι για την υποδοχή αλλά για την αναχαίτιση και απέλαση «λαθρομεταναστών», υπάρχουν τα εξής προβλήματα: Υπάρχουν χώρες που έχουν μουσουλμανικές μειονότητες αλλά και χριστιανικές πλειοψηφίες. Κάποιες τις ανέφερα: Νιγηρία, Ινδία, Ταϊλάνδη έχουν μουσουλμάνους πολίτες και ενδεχομένως τα χαρτιά τους να μην αναφέρουν το θρήσκευμα. Πώς θα ξεχωρίσει μια δυτική χώρα τον Ινδό μουσουλμάνο από τον Ινδό ινδουϊστή; Πώς θα ξεχωρίσεις τον Βουδιστή Ινδονήσιο από τον μουσουλμάνο Ινδονήσιο; Δεν μπορείς. Το δεύτερο πρόβλημα είναι πως αν με ένα μαγικό τρόπο σταματούσες τη μετανάστευση, δεν θα σταματούσες την τρομοκρατία γιατί αφ» ενός τρομοκρατικά χτυπήματα θα μπορούν να γίνουν σε μουσουλμανικές χώρες εναντίον δυτικών στόχων αφ» ετέρου τρομοκρατικά χτυπήματα θα μπορούσαν να γίνουν από τους μουσουλμάνους πολίτες δυτικών χωρών. Όπως και έχουν γίνει.

    Οπότε πάμε στο σενάριο 3: Απέλαση όλων των μουσουλμάνων από τις δυτικές χώρες.

    Εκτός από το ό,τι αυτό δεν μπορεί να γίνει και πάλι για λογιστικούς λόγους (χρειάζεσαι τουλάχιστον ένα ναζιστικό καθεστώς ή ένα καθεστώς απαρτχάιντ για να απελάσεις το 5 με 10% του πληθυσμού σε κάποιες δυτικές χώρες όπως στη Γαλλία τη Βρετανία και την Γερμανία, το 1% στις ΗΠΑ είναι εξίσου σημαντικός αριθμός στα περίπου 3 με 4 εκατομμύρια κατοίκους), τίποτα δεν αποκλείει χρήμα τζιχαντιστών να προσλάβει κυκλώματα του υποκόσμου, της άκρας αριστεράς ακόμα και της άκρας δεξιάς (που μπορεί να μην γνωρίζουν καν για ποιους δουλεύουν) και να χτυπήσει και πάλι στόχους.

    Οπότε για να μην μακρυγορήσουμε δεν υπάρχει τρόπος αντιμετώπισης των τζιχαντιστών και κάθε είδους τρομοκρατών παρά η επένδυση στις υπηρεσίες πληροφοριών, η καλλιέργεια σχέσεων με τις μουσουλμανικές κοινότητες σε όλο τον κόσμο, η απομόνωση βίαιων στοιχείων, η αποριζοσπαστικοποίηση των νέων και αποτελεσματική αστυνόμευση στα σύνορα αλλά και εντός αυτών.

    Την επόμενη φορά που θα ακούσετε πύρινα, ειρωνικά, σοβαροφανή σχόλια για την «απειλή του Ισλάμ» ρωτήστε το δια ταύτα. Τι ακριβώς προτείνουν οι επίδοξοι «προστάτες μας». Γιατί αν αυτό που προτείνουν είναι τελικά απάνθρωπο και ανεφάρμοστο τότε δεν αξίζουν την ψήφο μας.

    Η φιλελεύθερη δημοκρατία με τον ορθολογισμό της και με την ελευθερία της έκφρασης μπορεί να βρει τις μεθόδους να αντιμετωπίσει ακόμα και τους πιο θανάσιμους κινδύνους (αντιμετώπισε με επιτυχία τον ναζισμό και τον κομμουνισμό, ο τζιχαντισμός είναι απειλή μικρότερου μεγέθους από τη Ναζιστική Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση) αρκεί μαζί με τους τζιχαντιστές να απομονώσει και να αντικρούσει τους ψηφοθήρες πολιτικούς που επιδιώκουν να χτίσουν πολιτικές καριέρες πάνω σε ανθρώπινες τραγωδίες.

    *Ο  Νίκος Χαραλάμπους είναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 23 Απριλίου 2019

  • Ελληνική δημόσια εκπαίδευση: Η μεγάλη λοταρία – μέρος β’

    Του Γιώργου Αγγελόπουλου*

    yiorgos angelopoulos

    Με αφορμή την ανησυχία που μοιράστηκα με δυο γονείς συμμαθητών της κόρης μου για το σχολείο στο οποίο είναι διοικητικά σχεδιασμένο να πάνε του χρόνου τα παιδιά μας, λέγαμε στο πρώτο μέρος του άρθρου αυτού πως η ελληνική εκπαίδευση έχει γιγάντιο έλλειμμα ελευθερίας επιλογών. Οι γονείς δεν μπορούν να επιλέξουν το σχολείο που θα φοιτήσουν τα παιδιά τους παρά μόνο αν ανήκουν σε οικονομικά εύρωστα στρώματα ή έχουν έναν τρόπο να παρακάμψουν το σύστημα δηλώνοντας ψευδή διεύθυνση. Οι υπόλοιποι μένουμε με ένα λόττο στο χέρι και την ελπίδα να τύχει στα παιδιά μας ένα καλό δημόσιο σχολείο.

    Το ελληνικό δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης δημιουργήθηκε σε άλλες εποχές, με άλλες ανάγκες. Είναι ένα κλειστό και κεντρικά ελεγχόμενο σύστημα που παράγει λιγότερη εκπαίδευση από όση κοστίζει, ενώ καταφέρνει να δυσαρεστεί όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Μόνοι ευνοημένοι του συστήματος μια υπεράριθμη διοικητική γραφειοκρατία και όσοι διορίστηκαν εκπαιδευτικοί για να εισπράττουν μια αργομισθία κι έχουν να δουν αίθουσα από τον καιρό που ήταν μαθητές οι ίδιοι. Το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελεί όχημα μιας πολυδάπανης διεκπεραίωσης μεταβαλλόμενων υπουργικών εμμονών και εξυπηρέτησης ατομικών συμφερόντων των παραπάνω ομάδων. Αρνείται να δώσει ελευθερίες γιατί οι ελευθερίες θα ανατρέψουν τη βολή όσων τις δώσουν.

    Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τις επιλογές των οικογενειών για το πού θα πάνε σχολείο τα παιδιά τους. Έχει να κάνει με την απουσία ελευθερίας των διευθυντών να διαλέξουν εκπαιδευτικό προσωπικό και στο να δώσουν εκπαιδευτική κατεύθυνση στο σχολείο τους που να το διαφοροποιεί από το δίπλα ή το παραδίπλα με βάση κάποιες ανάγκες, κάποιο στόχο και όχι την τύχη. Χρειάζεται ελευθερία σε επίπεδο σχολικής μονάδας ώστε να προσαρμοστούν οι εκπαιδευτικές προτεραιότητες στις ανάγκες των μαθητών τους.

    Χρειάζεται ελευθερία του διδακτικού προσωπικού να εφαρμόσει καινοτομίες, να δοκιμάσει πρακτικές που απορρίπτονται κεντρικά ή δεν μελετώνται καν από τους γραφειοκράτες και τις επιτροπές του υπουργείου. Στα σχολεία υπάρχουν πολλοί δημιουργικοί και ορεξάτοι εκπαιδευτικοί που θέλουν να κάνουν ωραία πράγματα και δεν μπορούν. Δυστυχώς, το Κράτος, τους δένει τα χέρια προκειμένου να μην ξεβολέψει αυτούς που βλέπουν τη δουλειά τους ως δημοσιοϋπαλληλία.

    Τέλος, χρειάζεται ελευθερία των σχολικών μονάδων να κάνουν στρατηγικές συνεργασίες και να αναζητούν επιπλέον πόρους που θα βελτιώνουν το εκπαιδευτικό τους έργο. Δεν θα απαγορεύει κανένας στα σχολεία να προσθέσουν σχολικά γεύματα, μεταφορά μαθητών, μελέτη ή άλλες δραστηριότητες με δική τους πρωτοβουλία. Δεν θα απαγορεύει κανένας να δίνονται αυξήσεις ή μπόνους σε καθηγητές επιτυχημένων σχολείων χωρίς καν να επιβαρύνεται ο κρατικός προϋπολογισμός.

    Φυσικά, όταν οι οικογένειες αποκτήσουν ελευθερίες στην επιλογή των δημόσιων σχολείων, αυτά θα αρχίσουν να ανταποκρίνονται περισσότερο στις ανάγκες των μαθητών παρά στις εμμονές του εκάστοτε υπουργού και της κατεστημένης υπουργικής γραφειοκρατίας. Και, φυσικά, ακόμα και όσοι γονείς είναι τυχεροί, ικανοποιημένοι, δεν θέλουν ή δεν μπορούν να μελετήσουν τις δυνατότητες των άλλων σχολείων, θα στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο που τους υπαγορεύει ο λογαριασμός της ΔΕΗ. Η ελευθερία επιλογής ευνοεί αποδεδειγμένα τους πιο ριγμένους ενός κλειστού συστήματος. Αυτοί είναι που βελτιώνουν το σύστημα για όλους!

    Πριν αρχίσει η σχολική χρονιά, παρότι γνωρίζαμε ότι τα οικονομικά μας δεν το επιτρέπουν, επισκεφτήκαμε ένα ιδιωτικό σχολείο που μας είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Δεν ήταν από τα «ονομαστά» ελίτ σχολεία αλλά μας έκαναν θετική εντύπωση μερικά από τα χαρακτηριστικά του. Είδαμε ένα μέρος όπου το παιδί μας θα είχε πολλές δυνατότητες να εκπαιδευτεί πολύ καλύτερα έχοντας μια ευρεία γκάμα επιλογών. Στη συνάντηση με το διευθυντή νιώσαμε ένα κόμπο στο λαιμό. Το κόστος των πεντέμισι χιλιάδων ευρώ το χρόνο μας ήταν απαγορευτικό. Αυτό το σχολείο δεν μπορούσαμε να το παρέχουμε στο παιδί.

    Όμως το κόστος αυτό ήταν επίπλαστο. Το κράτος ξοδεύει περίπου τρεις χιλιάδες διακόσια ευρώ ανά μαθητή πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αν το κράτος τα έδινε στις οικογένειες με τη μορφή ενός κουπονιού εκπαίδευσης και την ελευθερία να το εξαργυρώσουν σε μια σχολική μονάδα της επιλογής τους, εμείς θα στέλναμε την κόρη μας σε εκείνο το ιδιωτικό σχολείο πληρώνοντας μόνο το επιπλέον κόστος – το οποίο μπορούσαμε να αντέξουμε. Ίσως να μην ψάχναμε καν για ιδιωτικό και να αναζητούσαμε ένα από τα δημόσια που ο ανταγωνισμός θα τα είχε μετατρέψει σε πρότυπα, όπως έχει γίνει στη Σκανδιναβία. Ακόμα κι η κρατική γραφειοκρατία βλέποντας το συγκεκριμένο σχολείο να χάνει μαθητές, ίσως να ανησυχούσε και να έριχνε μια πιο προσεκτική ματιά που θα βελτίωνε και το «υπό διάλυση» σχολείο της γειτονιάς.

    Οι απλές λύσεις που δίνουν ελευθερία επιλογών στους πολίτες βελτιώνουν τις κοινωνίες και το επίπεδο ζωής σε αυτές για όλους. Και αν το εκπαιδευτικό μας σύστημα έδινε ελευθερίες στους οικονομικά ασθενέστερους της κοινωνίας, αυτούς που στέλνουμε τα παιδιά μας στο δημόσιο σχολείο, η συζήτηση με τους άλλους γονείς την ώρα του σχολάσματος θα ήταν πολύ πιο φωτεινή. Όπως και το μέλλον των παιδιών μας.

    *Ο Γιώργος Αγγελόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 20 Απριλίου 2019

  • Είναι τα σκανδιναβικά μοντέλα εκπαίδευσης τα πιο πετυχημένα;

    Του Γιάννη Παπαδόπουλου*

    Κάτι που πολλές φορές δεν αναφέρεται στη συζήτηση περί εκπαιδευτικών συστημάτων είναι ότι στις παγκόσμιες κατατάξεις τα καλύτερα αποτελέσματα δεν τα φέρνουν οι Σκανδιναβικές χώρες, αλλά κάποιες ασιατικές. Συνήθως, η Σινγκαπούρη, η Ιαπωνία, η Νότιος Κορέα, και κάποιες κινεζικές περιφέρειες κονταροχτυπιούνται για την πρώτη θέση, ενώ οι πρώτες ευρωπαϊκές χώρες ακολουθούν από την πέμπτη θέση και κάτω.

    Γιατί δεν συζητάμε, λοιπόν, για την ασιατική εκπαίδευση, αλλά μιλάμε για Φινλανδία και Σουηδία; Και αν οι ασιατικές χώρες, για κάποιο λόγο – και για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο από τα μαθητικά μας χρόνια – «δεν πιάνουν», γιατί η Φινλανδία και η Σουηδία «πιάνουν» και τις θαυμάζουμε παρόλο που δεν φέρνουν τα καλύτερα μαθησιακά αποτελέσματα; Τι είναι αυτό που θαυμάζουμε σε αυτές τις χώρες τελικά;

    Ξεκινώντας από τις προαναφερθείσες ασιατικές χώρες, βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η κοινωνική πίεση για επιτυχία και αυταρχικά εκπαιδευτικά συστήματα που εστιάζουν στις εξετάσεις και στην επιτυχία σε αυτές. Το βασικό χαρακτηριστικό των σκανδιναβικών χωρών, ωστόσο, δεν είναι ότι τα συστήματά τους δεν είναι εξετασιοκεντρικά, ούτε ότι δεν ενδιαφέρονται για την επιτυχία. Αντιθέτως, συχνά έχουν πολύ αυστηρές, κεντρικά ελεγχόμενες εξετάσεις και η ίδια η επιτυχία των Σκανδιναβών είναι αδιάψευστος δείκτης του πόσο θέλουν να είναι επιτυχημένοι.

    Το χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί τις σκανδιναβικές χώρες από πολλές άλλες είναι ότι εστιάζουν στις ανάγκες του κάθε μαθητή ως άτομο. Ο μαθητής μπορεί να επιλέξει εάν θα κάνει κάποια από τα μαθήματα ή όχι, ή αν θα κάνει ένα βασικό μάθημα αυτή την χρονιά ή την επόμενη. Μπορεί να επιλέξει αν θα το παρακολουθήσει πρωί ή απόγευμα, εφόσον προσφέρεται. Μπορεί να επιλέξει να τελειώσει π.χ. το αντίστοιχο λύκειο σε τρία ή τέσσερα ή πέντε χρόνια. Μπορεί να κάνει μάθημα ή και να μην κάνει για ένα διάστημα – πρόσφατα μου έλεγαν καθηγητές από μία από τις πλέον επιτυχημένες Σουηδικές αλυσίδες σχολείων ότι αν βλέπουν κάποιον μαθητή να μην νιώθει άνετα στην τάξη, του επιτρέπουν να βοηθάει π.χ. τον επιστάτη για μια εβδομάδα και να ξαναμπεί στην τάξη όταν νιώσει έτοιμος.

    Δηλαδή, το βασικό χαρακτηριστικό των σχολείων αυτών είναι αυτό που θεωρητικά όλοι, εκπαιδευτικοί και μη, έχουμε ακούσει και πολλοί από εμάς, ανεξάρτητα από το αν είμαστε αριστεροί, δεξιοί, πατριώτες, εθνικιστές κτλ, υποστηρίζουμε ότι επιθυμούμε: την εξατομικευμένη μάθηση.

    Γιατί, όμως, αφού όλοι ξέρουμε ότι η εξατομικευμένη μάθηση είναι αυτό που, σε συνδυασμό με εξω-εκπαιδευτικούς παράγοντες, θα μας βοηθήσει να αναπτυχθούμε ως άτομα και ως κοινωνία, και αφού την επιζητούμε, γιατί δεν την υλοποιούμε;

    Κατ’ εμέ, επειδή δεν θέλουμε το άτομο στην εξατομίκευση.

    Δηλαδή, μιλάμε για εξατομίκευση, αλλά την εξατομίκευση την κάνει το κράτος, το σχολείο ή στην καλύτερη ο καθηγητής, δηλαδή ο «ειδικός». Πού είναι ο ενδιαφερόμενος; Πώς περιμένουμε να είναι η εκπαίδευση εξατομικευμένη όταν οι ανάγκες της μαθήτριας όπως τις αντιλαμβάνεται και όπως τις βιώνει δεν συμπεριλαμβάνονται (συμπερίληψη: μία ακόμα κακοποιημένη έννοια όπου αυτοί που θέλουμε να συμπεριληφθούν, καθώς και όσοι επωμίζονται το κόστος της συμπερίληψης, δεν συμπεριλαμβάνονται στον σχεδιασμό του πώς θα συμπεριληφθούν) στην εξατομίκευση;

    Αν, βέβαια, συμπεριλαμβάναμε τα άτομα και τους ζητούσαμε να συν-αναλάβουν την ευθύνη της εκπαίδευσής τους, τότε θα ήμασταν αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα: ότι το δικό μας το παιδί μπορεί να χρειάζεται λίγο χρόνο παραπάνω από τα άλλα για να τελειώσει μια τάξη∙ ότι κάποια μαθήματα, όπως τα αρχαία ελληνικά, δεν αρέσουν σε πολλούς μαθητές ∙ ότι το πώς δουλεύουμε και το τι μάθαμε στα πανεπιστήμια ως καθηγητές δεν βοηθάνε τους μαθητές μας.

    Για να επιστρέψουμε, λοιπόν, στην ερώτηση που θέτει ο τίτλος, τα σκανδιναβικά εκπαιδευτικά συστήματα είναι πετυχημένα στο να βοηθούν άτομα να θέτουν και να πετυχαίνουν τον στόχο τους. Δεν είναι, όμως, τα πιο πετυχημένα στο να υλοποιήσουν τους ιδεατούς μαθητές που έχει ο καθένας από εμάς στο μυαλό του: τον μαθητή-μελλοντικό κοινωνικό αγωνιστή, τον μαθητή-μελλοντικό Έλληνα, τον μαθητή-μελλοντικό καλό χριστιανό, τον μαθητή-μελλοντικό καμάρι της οικογένειας και της κοινότητάς του.
    Η επιλογή δική μας.

    *Ο Γιάννης Παπαδόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 18 Απριλίου 2019

  • Θέατρο και… ολιγαρκής αφθονία

    Του Γιάννη Παπαδόπουλου

    Ο λόγος βέβαια, για την αναφορά του πρωθυπουργού στον Λατούς και στην – λες και βγαλμένη από το περί… μεταμοντέρνου θεάτρου επεισόδιο της σειράς Κωνσταντίνου και Ελένης – «ολιγαρκή αφθονία». Αλλά, και ποιο το σκάνδαλο θα πει κανείς; Δεν μπορεί ο πρωθυπουργός και ένας θεωρητικός να έχουν άποψη;

    Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με καμία θεωρία και καμία άποψη, ακόμα κι αν η άποψη είναι μεταμοντέρνως… θεατρική. Ζούμε σε μία δημοκρατία η οποία, σε αρκετά θέματα, είναι αρκούντως φιλελεύθερη.

    Για παράδειγμα, η δημοκρατία μας είναι αρκετά φιλελεύθερη για να μας επιτρέψει να κάνουμε τις θεωρίες μας πράξη: αν είμαι κομουνιστής ή σοσιαλιστής και θέλω να φτιάξω μια κοινότητα όπου όσοι συμμετέχουμε θα κερδίζουμε χρήματα ανάλογα με τις δυνατότητές μας, θα τα τοποθετούμε σε έναν κοινό λογαριασμό, και ο καθένας μας θα καταναλώνει σύμφωνα με τις ανάγκες του, κανείς δεν θα με εμποδίσει.

    Αντίστοιχα, αν κάποια πιστεύει πως η θεωρία της ολιγαρκούς αφθονίας είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος ζωής, αν δηλαδή ονειρεύεται έναν κόσμο με άμεση δημοκρατία σε μικρές κοινότητες, εθελούσια απλότητα, oριζόντιες δομές, μια κοινωνία συμβιωτισμού, δηλαδή αν επιθυμεί την υποβοηθούμενη συρρίκνωση έως τον ολικό μετασχηματισμό της οικονομίας, της πολιτικής και της ίδιας της ανθρώπινης ψυχής, κανείς δεν θα την εμποδίσει να περιορίσει τις ανάγκες της και να ζήσει πιο φτωχικά. Μάλιστα, κανείς δεν θα την εμποδίσει να εκθέσει τον τρόπο ζωής της δημόσια και να καλέσει όποιον επιθυμεί να τον δοκιμάσει.

    Το πραγματικό σκάνδαλο είναι πότε όλες αυτές οι θεωρίες θα σταματήσουν να είναι θεωρίες και θα γίνουν επιλογές… αλλά από αυτούς που τις πιστεύουν! Ας ξεκινήσουν από τους εαυτούς τους και τον τρόπο ζωής τους, και πού ξέρουν, μπορεί να ζηλέψουν και άλλοι… Γιατί, αν κάποιος δεν υποκρίνεται, η ιδεολογία του αντικατοπτρίζεται από τον τρόπο ζωής του!

    *Ο  Γιάννης Παπαδόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Φιλελεύθερος” την 21η Μαρτίου 2019

  • Όταν ζητάς τραπεζικό δάνειο αλλά δεν είσαι… ο Πολάκης!

    Του Άρη Κωνσταντινίδη

    -Κύριε Κωνσταντινίδη μου, ευχαρίστως να σας δώσει ένα μικρό δάνειο η τράπεζα μας αλλά όπως καταλαβαίνετε χρειάζεται κάποια εξασφάλιση.

    -Μα έχω περιουσιακά στοιχεία, δεν αρκούν αυτά;

    -Εννοείτε το σπίτι, το μαγαζί κλπ; Αυτές είναι χρονοβόρες και πολυέξοδες διαδικασίες. Χρειάζονται δικηγόροι, λογιστές κλπ…

    -Τότε τι είδους άλλη εξασφάλιση θα μπορούσα να σας δώσω;

    -Επιταγές πελατών σας έχετε στα χέρια σας;

    -Όχι διότι κατά βάσιν ασχολούμαι με τη λιανική πώληση. Άλλος τρόπος υπάρχει;

    -Ναι. Να έχετε κάποια χρήματα. Δηλαδή να μας καταθέσετε ένα ποσόν και στη συνέχεια η τράπεζα να σας εγκρίνει (!) ένα ισόποσο δάνειο.

    -Συγγνώμη αλλά δε νομίζω πως σας καταλαβαίνω…Αν είχα το ποσόν αυτό γιατί να έρθω σε εσάς να ζητήσω δάνειο; Για να χρεωθώ με τόκους χωρίς λόγο;

    -Θα μπορούσε το ποσόν αυτό να μην είναι δικό σας. Να είναι ας πούμε κάποιου οικείου σας που σας εμπιστεύεται. Καταθέτει εκείνος τα χρήματα, παίρνετε εσείς το δάνειο….

    -Με συγχωρείτε αλλά πάλι δε σας καταλαβαίνω. Αν ο οικείος μου που θα έχει το χρήμα με εμπιστεύεται, γιατί να μη μου χορηγήσει εκείνος το δάνειο; Δηλαδή… εσείς ως τράπεζα τι θα κάνετε ακριβώς;

    -Εμείς ως τράπεζα προσπαθώ να σας εξηγήσω με ποιόν τρόπο κινούμαστε, τουλάχιστον σήμερα. Εσείς σκεφτείτε και όταν έχετε νέα μου λέτε. Καλή σας μέρα.

    Ζήτησα δάνειο από την Εθνική Τράπεζα κι όχι από τη χρεοκοπημένη Άττικα. Δεν γύρεψα 100 χιλιάδες, αλλά μόνο δέκα. Δεν προσπάθησα να πάρω καταναλωτικό δάνειο (ποτέ δεν πήρα κάτι τέτοιο, ακόμα και τις εποχές που οι τράπεζες παρακαλούσαν), αλλά επιχειρηματικό, για τη διευκόλυνση της εργασίας μου.  Προσφέρθηκα να βάλω ενέχυρο το ελεύθερο βαρών σπίτι μου και δεν το δέχτηκαν. Όμως… εγώ δεν λέγομαι Πολάκης, λέγομαι μόνο Κωνσταντινίδης!

    *Ο  Άρης Κωνσταντινίδης είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal την 20η Μαρτίου 2019

     

  • Media

    Youtube

    SOUNDCLOUD

  • Οργάνωση