• Τα προβλήματα της πανδημίας δεν θα λυθούν με ένα application

    Αν κάτι μας έμαθε η πανδημία με τον πιο σκληρό τρόπο, αυτό είναι το να μη θεωρούμε δεδομένα όλα τα πλάνα και τα προγράμματα πάνω στα οποία στηριζόμασταν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Εκατοντάδες άνθρωποι έχασαν ξαφνικά τη δουλειά και την ζωή – όπως τις είχαν σχεδιάσει και εμπιστευτεί – κάτω από τα πόδια τους. Δεκάδες άλλοι μπήκαν σε αναμονή για κάτι που δεν γνωρίζουμε με ποια μορφή και με ποιους όρους θα έρθει. Η ανάγκη για επιβίωση έκανε κάποιες περίπλοκες διαδικασίες, όπως για παράδειγμα την τηλε-εργασία που έχει ένα τεράστιο φάσμα δικών της κανόνων και συμπεριφορών, να μεταβολιστούν σε λύσεις ανάγκης για λίγους, προκειμένου να συνεχίσει η γη να γυρίζει. Πίσω όμως από τις προσπάθειες και την καλή θέληση όλων μας να διατηρήσουμε εκείνη την «κανονικότητα» που είναι ικανή να μας εξασφαλίσει μια μίνιμουμ ισορροπία, υπάρχει ένα πολυποίκιλο εργατικό δυναμικό που δεν θα κληθεί απλά να ξαναγυρίσει στη δουλειά (αν υποθέσουμε ότι θα υπάρχουν δουλειές μετά την πανδημία), αλλά να εκπαιδευτεί από την αρχή για τον κόσμο που ετοιμάζεται. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους, όχι απλά δεν ακούγεται κουβέντα αλλά σχεδόν υπονοείται ότι θα πρέπει μόνοι τους να βρουν την άκρη, αφού τα εμπόδια του καθημερινού τους αγώνα είναι κάτω από το όριο ανίχνευσης της κυβέρνησης και του κράτους πρόνοιας. Αυτοί οι άνθρωποι είναι το ανθρώπινο δυναμικό της ηλικίας των 55 +, που έρχονται αντιμέτωποι με τα οικονομικά, επαγγελματικά και κοινωνικά στεγανά όλης της προηγούμενης δεκαετίας της κρίσης. Πρόκειται για μια αόρατη ομάδα της αγοράς εργασίας.

    Ζούμε σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία η τηλε-εργασία και η ευελιξία στο εργασιακό ωράριο ενθαρρύνονται προκειμένου να τηρηθούν τα μέτρα προστασίας κατά του κορονοϊού: αυτό που δεν έχει μετρηθεί και αξιολογηθεί ποιοτικά είναι το πόσοι εργαζόμενοι και σε ποια εργασιακά πόστα μπορούν πραγματικά να δουλέψουν από απόσταση. Τα στατιστικά στοιχεία διεθνώς περιγράφουν ένα δραματικό τοπίο ανθρώπων που μένουν εκτός δουλειάς και εκτός ευκαιριών. Είναι οι λεγόμενοι «blue collar» εργαζόμενοι, οι χειρώνακτες, οι χαμηλόμισθοι σε επισφαλή πόστα, οι άνθρωποι δηλαδή που είχαν εξαρχής λιγότερη ευελιξία και μικρότερο εύρος επιλογών ως προς τη δουλειά που θα έκαναν. Όταν μάλιστα οι παραπάνω ανήκουν σε ηλικιακές ομάδες που ο κορονοϊός έχει χτυπήσει αλύπητα, αυτοί είναι περισσότερο πιθανό να αποσυρθούν στα σπίτια τους, να απολυθούν ή να μη μπορούν να βρουν δουλειά εξαιτίας της επικινδυνότητας για την υγεία τους αλλά και των δεξιοτήτων που εντωμεταξύ δεν πρόλαβαν να καλλιεργήσουν. Η πιθανότητα να ξεκινήσουν τη δική τους δουλειά στην Ελλάδα των λουκέτων και της ανύπαρκτης επιχειρηματικής κουλτούρας, είναι μηδαμινή αν όχι μια θρασύτατη υπόνοια όσων κυβερνητικών ενθαρρύνουν τον κόσμο να σταματήσει επιτέλους να ζει με επιδόματα και να «δομήσει βιογραφικό». Η πιθανότητα να ανταγωνιστούν τις μικρότερες ηλικίες μετά το lockdown – και παρά τα πολλαπλά προσόντα που μπορεί να διαθέτουν όσοι έχουν φάει πραγματικά την αγορά με το κουτάλι – είναι ελάχιστες και μόνο στο μυαλό των θεωρητικών που πιστεύουν ότι «έτσι είναι αν έτσι νομίζετε».

    Έφερε η πανδημία μαζί της μια παρέλαση από ανισότητες στις οποίες τα προηγούμενα χρόνια απλά αναφερόμασταν χωρίς ποτέ να έχουμε κάνει κάτι; Η ηλικία, μεταβλητή που θεωρούνταν στερεότυπο μέχρι και πριν από λίγα χρόνια, ήρθε ως σοκαριστική πραγματικότητα να ταράξει τη νιρβάνα όσων ταυτίζονται με την τεχνολογία με τρόπο που να θεωρούν αυτονόητη την ομαλή προσαρμογή στα νέα διαδικτυακά δεδομένα, αγνοώντας το ότι έχουμε δρόμο μέχρι την ψηφιακή εγγραμματοσύνη. Τα προβλήματα της πανδημίας δεν θα λυθούν με application και προγράμματα επιμόρφωσης που έχουν ηλικιακά όρια. Σαφέστατα σήμερα έχουμε περισσότερες επιλογές, διαύλους επικοινωνίας και πλατφόρμες χτισίματος μιας καινούριας ζωής-επιχείρησης-ομάδας: με την προϋπόθεση ότι θα γίνει ένα άνοιγμα γνωριμίας και εξοικείωσης προς όλους εξίσου και όχι μόνο προς αυτούς που γνωρίζουν πώς να χρησιμοποιούν το zoom ως ελάχιστη προϋπόθεση.

    Υπάρχει επιτακτική ανάγκη δημιουργίας ενός ευρύτερου πλαισίου επιμόρφωσης και ενθάρρυνσης για την επιστροφή στην εργασία και την διατήρηση εργασιακών θέσεων, για τους άνω των 55 ετών. Η εργασία, η απασχολησιμότητα, η δημιουργία επιλογών και κατ’ επέκταση η κοινωνική ένταξη των μεγαλύτερων ηλικιακά ανθρώπων – παράγοντες που δεν επηρεάζουν μόνο την δική τους ψυχική υγεία αλλά την ολόπλευρη επιβίωση των κοινοτήτων μας – χτυπούν καμπανάκι κινδύνου.

    Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

  • Μια συζήτηση που δεν έχουμε κάνει

    Ένα πράγμα που, κατά την άποψη μου, δεν έχει συζητηθεί αναφορικά με την ασφάλεια των επαγγελματικών χώρων όσον αφορά στον κορονοϊό, είναι το φιλτράρισμα του αέρα τους.

    Ενώ από διάφορα δημοσιεύματα πλέον μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι ο covid19 είναι ιός που κυρίως μεταδίδεται με σταγονίδια που διασπείρονται στον αέρα, τόση δυσανάλογα λίγη (αν καθόλου) συζήτηση γίνεται για το πώς αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί στους επαγγελματικούς χώρους.  Και είναι εντυπωσιακό το ότι η συζήτηση γίνεται μόνο για την αποζημίωση του χαμένου εισοδήματος των επαγγελματιών αλλά δεν προβλέπεται τίποτα για τη βελτίωση του εξαερισμού των χώρων τους, ώστε να αντεπεξέλθουν αυτοί καλύτερα στη νέα πραγματικότητα, όπως διαμορφώνεται από την πανδημία.

    Αρκετοί οδοντίατροι στην Αγγλία – πιθανολογώ και σε άλλες χώρες – έχουν προχωρήσει στην αγορά μηχανημάτων που φιλτράρουν τον αέρα και παρέχουν εγγυημένη προστασία από τους κορονοϊούς (και γενικά από τους ιούς και τα μικρόβια) φιλτράροντας και ιονίζοντας αποτελεσματικά τα ιατρεία.  Τα μηχανήματα αυτά φέρουν την έγκριση του αγγλικού NHS και κοστίζουν περίπου 900 λίρες η μονάδα.  Είναι φορητά και καλύπτουν 25τμ περίπου το καθένα.

    Το ερώτημα είναι αφού αυτά τα μηχανήματα θεωρούνται ασφαλή για τους ιατρικούς χώρους, γιατί να μην χρησιμοποιηθούν και σε άλλους; Ίσως όχι για παράδειγμα από τα καφέ, αλλά από τη συντριπτική πλειοψηφία των μικρο-επαγγελματιών που είτε θεωρούνται υψηλού ρίσκου (τα κουρεία πχ) είτε παρασύρονται από τη γενική απαγόρευση: οι περισσότεροι είναι χώροι 55-80τμ.  Αυτό σημαίνει ότι με 2, 3 ή 4 τέτοιες μονάδες ανά περίπτωση, οι χώροι αυτοί θα μπορούσαν να καλυφθούν.

    Δεν θα πρέπει να δημιουργηθούν εδώ εσφαλμένες εντυπώσεις. Μια τέτοια λύση προφανώς δεν είναι 100% αποτελεσματική και έχει προϋποθέσεις.  Αλλά αν μια πρακτική μπορεί να μειώνει το ρίσκο, αν υπάρχει τρόπος να μειωθεί σε μεγάλο βαθμό το ιικό φορτίο σε έναν κλειστό χώρο, τότε με συνδυασμό μέτρων μπορεί να λειτουργήσει ως μεσοπρόθεσμη λύση. Με μάσκα, με περιορισμένο κοινό και τέτοιου είδους μηχανήματα πολλά από τα καταστήματα (ειδικά τα μικρότερα: μανικιούρ, καταστήματα δώρων, βιβλιοπωλεία, κουρεία, μικρά καφέ ίσως, κα) θα μπορούσαν να παραμείνουν ανοιχτά και να αμβλύνουν τις οικονομικές επιπτώσεις.

    Αλλά δεν είναι μόνο αυτά τα μηχανήματα. Είναι και τα υπάρχοντα κλιματιστικά, εκείνα που ανακυκλώνουν μόνο τον αέρα εντός του χώρου, χωρίς εξωτερικές μονάδες. Αυτά πρέπει να αντικατασταθούν όπου είναι δυνατό, καθώς επιτείνουν το πρόβλημα του σωστού εξαερισμού, ειδικά μέσα σε γραφεία, όπου η εγκατάσταση μεγάλων μονάδων με ειδικά φίλτρα δεν είναι δυνατή.  Πρόκειται για ένα ζήτημα που θα έπρεπε να έχει απασχολήσει από πέρυσι χώρες όπως η Ελλάδα. Παρότι είναι γνωστό ότι μεγάλες εταιρίες το έχουν ήδη κάνει, κανείς δεν φαίνεται να προτείνει μια γενικότερη εφαρμογή.

    Μπορεί κανείς να προσθέσει εδώ την εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος, έστω και από κάτι βλαβερό όπως το κάπνισμα σε κλειστούς χώρους. Γνωρίζουμε ότι ισχυρά συστήματα εξαερισμού βελτίωναν την ποιότητα του αέρα και ίσως θα πρέπει να επαναφέρουμε αυτά τα συστήματα, όχι μόνο για την παρούσα κατάσταση. Αν σήμερα υπήρχαν αυτά τα συστήματα, ίσως ένα κομμάτι της εστίασης να μπορούσε να λειτουργήσει. Φυσικά, δεν μπορούμε να κλαίμε πάνω από παλιές αποφάσεις (που οπωσδήποτε καλώς πάρθηκαν), αλλά μπορούμε να μάθουμε από αυτές: γιατί μια παλιά δοκιμασμένη ιδέα να μην έχει εφαρμογή στο σήμερα; Κάποιοι χώροι εξακολουθούν να έχουν τέτοια συστήματα. Γιατί αυτοί οι χώροι να θεωρούνται ίδιοι με όσους δεν έχουν ή γιατί να μην μπορούν να αναβαθμίσουν τα συστήματά τους και να λειτουργήσουν, εφόσον αυτό μπορεί να αποδειχθεί αποδοτικό;

    Βλέποντας ότι ήδη αρκετοί επιστήμονες προβλέπουν ότι θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με ανάλογες πανδημίες στο μέλλον είμαστε υποχρεωμένοι να κοιτάξουμε μπροστά και να εξερευνήσουμε πιθανές λύσεις.

    Η χρηματοδότηση θα μπορούσε να γίνει από το πακέτο στήριξη της ΕΕ μέσω τραπεζικών άτοκων δανείων αποκλειστικά για την εγκατάσταση τέτοιων μονάδων. Το κράτος και ο επαγγελματίας θα μπορούσαν να συμμετέχουν με ένα μερίδιο δαπάνης το οποίο μπορεί να εκπίπτει φορολογικά. Μια μορφή δανειοδότησης δηλαδή που έχει ξαναχρησιμοποιηθεί, πχ για την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών.

    Φυσικά όλα τα παραπάνω είναι απλώς μια ιδέα. Δεν έχω την εξειδίκευση, ούτε προτίθεμαι να αντικαταστήσω τους ειδικούς οι οποίοι μπορούν να εξηγήσουν γιατί μια τέτοια ιδέα ίσως να είναι λάθος, ή μπορεί όντως να έχει πρακτική εφαρμογή στην αντιμετώπιση του κορονοϊού όσον αφορά τους επαγγελματικούς χώρους.

    Άλλο όμως είναι το ζήτημα.

    Γιατί δεν γίνεται αυτή η συζήτηση; Γιατί ένα χρόνο με πανδημία μένουμε απλώς στη μάσκα, το αντισηπτικό και το κλείσιμο και δεν πάμε ένα βήμα παρακάτω, να μιλήσουμε για τη βελτίωση των επαγγελματικών χώρων;

    Αν – όπως φαίνεται ήδη – ο covid19 ήρθε εδώ για να μείνει και να γίνει εποχικός, η συζήτηση πρέπει να είναι πλέον όχι αν θα μένουν κλειστοί οι επαγγελματικοί χώροι κάθε φορά που θα ενσκήπτει μια νέα έξαρση του, αλλά με τι μέσα και με ποιον όσο το δυνατό πιο ασφαλή τρόπο θα εξακολουθήσουν να λειτουργούν παρά τον κορωνοϊό.

    * Ο Χρήστος Μαυρόγιαννης είναι Γενικός Γραμματέας της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

  • Είμαστε δεύτερης κατηγορίας πολίτες, ευλόγησον

    Του Μάνου Πιτροπάκη*

    Το τελευταίο μου άρθρο στο πάντα φιλόξενο MarketNews δημοσιεύτηκε σχεδόν ένα χρόνο πριν, στις 16/1/2020. Από αυτόν τον χρόνο, τους 9 μήνες μεταξύ 9/3/2020 – 9/12/2020 υπηρέτησα τη στρατιωτική μου θητεία στον Στρατό Ξηράς (περνώντας μάλιστα την άνοιξη στο νότιο Έβρο, ζώντας από κοντά τη μεταναστευτική-προσφυγική κρίση), συνεπώς, σύμφωνα με τον Στρατιωτικό Κανονισμό, όφειλα να αναστείλω την πολιτική δραστηριότητά μου, στην οποία φυσικά περιλαμβάνεται κι η αρθρογραφία.

    Έχουν περάσει πολλές ιδέες από το μυαλό μου για το θέμα αυτού του άρθρου. Τελικά, μετά τις προχθεσινές (γράφω αυτό το άρθρο απόγευμα προς βράδυ 6/1) ανήκουστες δηλώσεις του Υπουργού Ανάπτυξης κι Αντιπροέδρου της ΝΔ, Αδώνιδος Γεωργιάδη, και των εικόνων ντροπής στους ναούς, που επιβεβαίωσαν την προαναγγελθείσα ανυπακοή της Εκκλησίας στα πιο πρόσφατα περιοριστικά μέτρα, τα οποία απαγόρευαν την παρουσία πιστών στις λειτουργίες, η οργή που ένιωσα δε μου άφησε κανένα περιθώριο.

    Ξεκινάμε από τον κ. Άδωνη Γεωργιάδη, ο οποίος στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ το πρωί της 5/1, δήλωσε μεταξύ άλλων: «Θέλω να είμαι ειλικρινής, ένας από τους λόγους που ελήφθη η απόφαση για την καραντίνα αυτής της εβδομάδος, ήταν το προηγούμενο της Θεσσαλονίκης…

    Τότε κάποιοι λοιμωξιολόγοι μάς έλεγαν ότι θα έπρεπε να γίνει καραντίνα στη Θεσσαλονίκη πριν την εορτή του Αγίου Δημητρίου. Εμείς από σεβασμό στην παράδοση, στην Ορθοδοξία στην πίστη, δεν βάλαμε καραντίνα πριν τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου, θυμίζω ότι αυτό ήταν το βασικότερο λάθος που έγινε στη Θεσσαλονίκη και το παραδέχθηκε και ο πρωθυπουργός στη Βουλή» και «Κατά την ημέρα αυτή συνέρρεαν οι πιστοί, δεν μπόρεσε η εκκλησία να ελέγξει τη συρροή, και μετά η Θεσσαλονίκη έγινε η πόλη που θρήνησε τα περισσότερα θύματα.

    Αυτή η εικόνα του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, προβαλλόμενη στην εικόνα των Θεοφανείων που είναι μια πάνδημη, πανηγυρική λειτουργία, μας οδήγησε στο lockdown».

    Νομίζω ότι δε χρειάζεται καμία περαιτέρω εξήγηση. Ο υπουργός παραδέχεται ωμά ότι θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί οι εκατοντάδες νεκροί στη Θεσσαλονίκη τις εβδομάδες μετά τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου αλλά προτίμησαν να σεβαστούν την παράδοση και την πίστη.

    Για όποιον δε γεννήθηκε χθες σε αυτή την ώρα και δεν κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του, ουσιαστικά η Κυβέρνηση δεν ήθελε να δυσαρεστήσει την Εκκλησία, της οποίας οι πιστοί αποτελούν διαχρονικά μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων της. Όταν, όμως, ζούμε, από τον περασμένο Μάρτιο, μια πανδημία που έχει κοστίσει τη ζωή σε χιλιάδες συμπολίτες μας, δεν υπήρχε τον Οκτώβριο και δεν υπάρχει και σήμερα κανένα περιθώριο παρουσίασης φαινομένων συνωστισμού, ανεξαρτήτως των πεποιθήσεων, θρησκευτικών ή άλλων, που μπορεί να τις δικαιολογήσουν.

    Ο επακόλουθος καυγάς μεταξύ του κ. Γεωργιάδη, του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Τσίπρα και του κυβερνητικού εκπροσώπου κ. Ταραντίλη, για το αν με τη φράση “κάποιοι λοιμωξιολόγοι” εννοούσε την Επιτροπή Λοιμωξιολόγων ή “κάποιους λοιμωξιολόγους, αυτούς που έβγαιναν στα τηλεοπτικά δίκτυα και εισηγούντο αυστηρότερα μέτρα” είναι παγερά αδιάφορος για τον καθένα μας και προσβλητικός προς αυτούς που άφησαν πίσω οι νεκροί από κορωνοϊό συμπολίτες μας.

    Ο κ. Γεωργιάδης δήλωσε ότι ήθελε να είναι ειλικρινής. Ήταν απολύτως. Μέχρι αυτή την ώρα που γράφω, κάποια έκφραση συγγνώμης ή παραιτήσεις δεν έχουν υπάρξει. Αναγκάζομαι να φτάσω στο συμπέρασμα ότι αυτές πρέπει να θεωρούνται πολυτέλεια στην Ελλάδα, κάθε φορά που χάνονται άνθρωποι εξαιτίας παραλείψεων της εκάστοτε κυβέρνησης. Καμία τσίπα.

    Στα της Εκκλησίας, τώρα. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι να γράψω. Επειδή είναι πολλά αυτά που μπορεί να γράψει κάποιος για τη στάση της, καθώς και πολλών ιερωμένων της μέσα στην πανδημία. Τίποτα, όμως, δεν ξεπερνάει την  (4/1) ομόφωνη απόφαση της Ιεράς Συνόδου, η οποία ανακοίνωσε ότι δεν αποδέχεται τα έκτακτα κυβερνητικά μέτρα, τα οποία επέβαλαν το να γίνουν χωρίς πιστούς οι Λειτουργίες των Θεοφανίων ανά τη χώρα και να μη γίνει Αγιασμός των υδάτων!

    Επικαλούνταν, μάλιστα την προηγούμενη Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία πλέον δεν ήταν σε ισχύ. Την επόμενη μέρα, αφού ο Αρχιεπίσκοπος πήγε στο Μέγαρο Μαξίμου, για να τελέσει τη θρησκευτική ορκωμοσία σχεδόν όλων των νέων μελών της Κυβέρνησης, τα οποία ορκίζονταν να υπακούν στο Σύνταγμα και στους Νόμους, είχε συνομιλία με τον Πρωθυπουργό και τελικά έκανε μεγαλόκαρδα πίσω στο να μη γίνει Αγιασμός των υδάτων. Φυσικά και τηρήθηκαν απαρέγκλιτα κι αυστηρά τα μέτρα κατά της διασποράς του κορωνοϊού στους ναούς ανά την επικράτεια και φυσικά οι αστυνομικές δυνάμεις έξω από αυτούς απέτρεψαν την είσοδο πιστών, σύμφωνα με τα ισχύοντα κυβερνητικά μέτρα που απαγόρευαν την παρουσία τους στις Θείες Λειτουργίες. Καλά, εντάξει, μια πλάκα έκανα! Είδαμε εικόνες και βίντεο σε οποιαδήποτε γωνιά του διαδικτύου κι αν βρεθείτε, που έδειξαν την πλήρη ποδοπάτηση των μέτρων.Μαζί με τις προειδοποιήσεις πολλών ειδικών ότι, σε συνδυασμό με τη χαλάρωση των γιορτών, σε 10-15 μέρες θα βρούμε μπροστά μας σε αριθμό κρουσμάτων, διασωληνωμένων και θανάτων τη σημερινή επίδειξη δύναμης της Εκκλησίας έναντι του οργανωμένου κράτους. Όσο για τους λαλίστατους σε άλλες περιπτώσεις κ.κ. Χαρδαλιά και Χρυσοχοΐδη, μη σας εκπλήσσει η σημερινή σιωπή τους. Είπαν επειδή είναι αργία να απολαύσουν λίγο παραπάνω ύπνο….τον ύπνο του δικαίου, από κάθε άποψη.

    Ας αποδεχτούμε απλά ότι σε αυτή τη χώρα υπάρχουν δύο κατηγοριών πολίτες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκει η Εκκλησία και πολιτικοί σαν τον κ. Γεωργιάδη. Στη δεύτερη, όλοι εμείς που τους πληρώνουμε με τους φόρους μας. Να τους χαιρόμαστε. Κι ας προσπαθήσουμε να αλλάξουμε αυτό το αίσχος.

    * Ο Μάνος Πιτροπάκης είναι Μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο marketnews.gr  στις 12 Ιανουαρίου 2021

  • Η κυβέρνηση της ΝΔ επιδεικνύει τραγική ανικανότητα στην διαχείριση των εμβολιασμών

    Ενώ η χώρα ήδη από τις 29/12 έχει στην κατοχή της  93.600 δόσεις του εμβολίου της Pfizer/BioNTech κι ενώ παρακολουθήσαμε το επικοινωνιακό πυροτέχνημα του εμβολιασμού πλήθους πολιτικών και πολιτειακών παραγόντων, εντούτοις ο ρυθμός εμβολιασμού των υγειονομικών και των διαμενόντων σε γηροκομεία και ειδικές δομές γίνεται – στην καλύτερη περίπτωση – με ρυθμό χελώνας.

    Ακόμα και αυτή τη στιγμή, ομάδες υψηλότατης έκθεσης στον κορωνοϊό, όπως για παράδειγμα οι οδοντίατροι, που έρχονται σε επαφή καθημερινά με εκατοντάδες πιθανά κρούσματα, δεν γνωρίζουν αν και πότε θα εμβολιαστούν. Όταν, όπως διαπιστώνουμε, η κυβέρνηση δεν μπορεί να διαχειριστεί με επιτυχία τον εμβολιασμό 93.600 συμπολιτών μας που ο εμβολιασμός τους είναι τόσο κρίσιμος στην επιτυχή αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού, αναρωτιόμαστε πώς ακριβώς θα επιτύχει την οργάνωση και τον προγραμματισμό εκατομμυρίων δόσεων εμβολίων που αναμένονται μέσα στους επόμενους μήνες.

  • Η αχαρτογράφητη μοναξιά*

    Στην αρχή ήταν απλά ένα σούσουρο, η αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, μια σειρά από ανησυχητικές διαπιστώσεις.  Μέχρι το 2010 λίγοι είχαν ασχοληθεί με ένα θέμα που λύγιζε δεκάδες ανθρώπους και ήταν υπεύθυνο για την επιβάρυνση όχι μόνο της ψυχικής αλλά της συνολικής τους υγείας.  Μετά ήρθε η επιβεβαίωση και το όνομα: η επιδημία της μοναξιάς, μία από τις πιο ενεργές σε συμπτώματα επιδημίες που μαστίζουν τον πλανήτη.  Η έλλειψη κοινωνικών επαφών, η αδυναμία σύναψης και συντήρησης σχέσεων αποδείχθηκε ότι δεν είναι μια ιδιορρυθμία, μια επιλογή ή τρόπος ζωής, όπως ίσως πίστευαν κάποιοι μέχρι τότε.  Πρόκειται για μια κατάσταση με σοβαρή επίδραση στον οργανισμό μας που μπορεί να γίνει υπεύθυνη ακόμα και για πρόωρο θάνατο.

    Σίγουρα υπάρχουν μοναχικοί άνθρωποι ή άνθρωποι που κάνουν δεκάδες μοναχικές δραστηριότητες και το απολαμβάνουν.  Η απομόνωση όμως που βασίζεται σε παράγοντες όπως η εγκατάλειψη, η απώλεια που αφήνει κάποιον πίσω, το σκούριασμα στις δεξιότητες που δεν μας επιτρέπει σε μεγαλύτερες ηλικίες να κάνουμε φίλους με τον τρόπο που κάναμε όταν ήμασταν παιδιά στο σχολείο, η σταδιακή αποξένωση από την κοινότητα, αυτή η εσωτερική ερημιά στην οποία μπορεί οποιοσδήποτε να προσγειωθεί απότομα στη ζωή, ιδιαίτερα μετά από ένα συμβάν (π.χ. διαζύγιο), όλα τα παραπάνω οδηγούν σε ένα ντόμινο από συμπεριφορές ή αντιδράσεις που επιβραδύνουν την υγιή ανάπτυξη και βάζουν σε κίνδυνο την επιβίωση.

    Κατά την διάρκεια της καραντίνας στην Ελλάδα αλλά και σε αρκετές χώρες του κόσμου, η κοινωνική ομάδα που παραμελήθηκε περισσότερο ως αποδέκτης συμβουλών ομαλής προσαρμογής και ενθάρρυνσης, ήταν οι άνθρωποι που ζούσαν μόνοι.  Άνθρωποι όλων των ηλικιών που μπορεί να απολάμβαναν τη ζωή  πριν τον κορονοϊό επειδή είχαν ένα καθημερινό πρόγραμμα από ασχολίες που δεν τους επέτρεπαν να βαρεθούν ή να αισθανθούν ευάλωτοι, ξαφνικά έχασαν τη ζωή κάτω από τα πόδια τους.  Όταν οι πόρτες έκλεισαν ερμητικά στις πόλεις που θέρισε ο κορονοϊός, τότε αρχίσαμε όλοι να σκεφτόμαστε την ύπαρξη μας και την ποιότητα που αυτή έχει.  Σε μερικούς ανθρώπους πήρε μήνες να ομολογήσουν ότι μοναδική τους συντροφιά έγινε τελικά η οθόνη και ίσως ένα κατοικίδιο.  Ο φόβος της ασθένειας, η αρρώστια καθαυτή, το ερώτημα «ποιος θα φροντίσει εμένα αν πάθω κάτι» ή «σε ποιον μπορώ να στραφώ πραγματικά και όχι εικονικά», «ποιοι είναι οι δικοί μου άνθρωποι – υπάρχουν αυτοί;» όλα τα παραπάνω συγκλόνισαν τα θεμέλια του κόσμου τους.  Άλλοι είχαν πρακτικές ανάγκες και, ναι, δημιουργήθηκε ένα κίνημα γειτόνων που φρόντισαν παροδικά τους μοναχικούς των διαμερισμάτων.  Οι νεότεροι ωστόσο, αυτοί που μπορούσαν να πάνε στο σούπερ μάρκετ αλλά δεν μπορούσαν να πάρουν κάποιον αγκαλιά, αυτοί που ήταν εγγεγραμμένοι σε δεκάδες πλατφόρμες γνωριμιών αλλά αισθάνθηκαν την ψυχή τους άδεια από ουσία και από συναίσθημα, γι’ αυτούς δεν γράφτηκε γραμμή.

    Ακούγεται ως ένα πρόβλημα δευτερευούσης σημασίας ή όπως το λένε στο χωριό μου first world problem.  Να υπενθυμίσω ωστόσο ότι είναι τόσο εκτενές και αφορά σε τόσους πολλούς ανθρώπους, που το 2018 η Βρετανία ανακοίνωσε ένα «Υπουργείο Μοναξιάς», αυτό δηλαδή το χαρτοφυλάκιο που θα αντιμετώπιζε μέσω μιας σειράς προγραμμάτων και παρεμβάσεων το θέμα της αποξένωσης και των συνεπειών της.  Ακολούθησαν και άλλες χώρες με παρόμοιες προτάσεις ενώ η μοναξιά αναγνωρίζεται ως προσδιοριστικός παράγοντας για την υγεία.

    Σήμερα που έχουμε ξανανοίξει τις πόρτες της αγοράς αλλά δυστυχώς όχι την αγκαλιά μας, η κοινωνική αποστασιοποίηση – που κατά τα άλλα κρίνεται ως απαραίτητη – βάζει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή αλλά και τις εσωτερικές μας ισορροπίες.  Η μοναξιά επηρεάζει την ποιότητα του ύπνου και της διατροφής μας, επιβραδύνει την γνωστική καλλιέργεια, φλερτάρει επικίνδυνα με την κατάθλιψη, οδηγεί στο σύνδρομο περιστρεφόμενης πόρτας στους γιατρούς και τα νοσοκομεία με πολλαπλά παράπονα για πραγματικές ή φανταστικές ενοχλήσεις.  Στην Βρετανία μάλιστα, μια έρευνα που μετρούσε την συχνότητα επίσκεψης στον γενικό γιατρό έδειξε πόσοι πολλοί άνθρωποι καταφεύγουν σε θεραπευτές από καθαρή μοναξιά, επειδή βρίσκουν στον γιατρό τους την μοναδική ευκαιρία για ζωντανή (και όχι εικονική) επικοινωνία με κάποιον άνθρωπο.

    Το σίγουρο είναι ότι η πανδημία στρέφει βίαια το βλέμμα στους πιο ανομολόγητους φόβους μας και θα φέρει την ανθρώπινη επικοινωνία και ψυχική σύνδεση στο προσκήνιο ως επιτακτική ανάγκη.

    *Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.  Το άρθρο δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο 2020.  

  • Διαχείριση Πανδημιών: τι μπορούμε να μάθουμε από τη Νότια Κορέα

    Η Φιλελεύθερη Συμμαχία δεν είναι ακόμα σε θέση να κρίνει το κατά πόσο η πολιτική πλήρους απομόνωσης που έχει χαράξει η κυβέρνηση θα επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα στην ανακοπή του ιού εν όψει της οικονομικής ύφεσης που αναμένεται να σημειωθεί.
    Αυτό που μπορεί να επισημάνει όμως είναι το επιτυχημένο παράδειγμα της Νότιας Κορέας η οποία επέτρεψε στους πολίτες της να κυκλοφορούν – με την ταυτόχρονη χαρτογράφηση μέσω GPS – των κινήσεων των φορέων.
    Ταυτόχρονα, η πρόσβαση σε μεγάλο αριθμό διαγνωστικών τεστ που καλύπτονται κατά το ήμισυ από το κράτος ή ολοκληρωτικά σε περίπτωση θετικής απάντησης στον ιό, ανέκοψαν σημαντικά τον ρυθμό προόδου του.
    Κάποια από τα μέτρα θυσίασαν σε μεγάλο βαθμό ατομικές ελευθερίες.  Ωστόσο, υπάρχουν κάποια πράγματα από τα οποία μπορούμε να διδαχθούμε από το μοντέλο της Νότιας Κορέας.  Παρακάτω βρίσκονται  4 προτάσεις που μπορούν να προσαρμοστούν στο δικό μας σύστημα:
    1)  Μετατροπή όλων των δημόσιων κέντρων υγείας/νοσοκομείων σε ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με ανεξάρτητες διοικήσεις και πλήρη ελευθερία στο κομμάτι των προμηθειών ιατρικού εξοπλισμού και των προσλήψεων: η μη μετατροπή τους αποτελεί σήμερα το αγκάθι του ΕΣΥ που εξαρτάται από τη βούληση των εκάστοτε κυβερνήσεων.  Αποτέλεσμα της αλλαγής θα είναι η σημαντική αύξηση του αριθμού των κρεβατιών, των διαγνωστικών τεστ καθώς και του νοσηλευτικού προσωπικού μακροπρόθεσμα.
    2)  Κρατική χρηματοδότηση της υγείας μονάχα μέσω των ασφαλιστικών εισφορών στον ΕΟΠΥΥ.  Εξαίρεση θα αποτελεί ο πληθυσμός των ανέργων που θα καλύπτονται από τους φορολογούμενους.  Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να καταφέρει η διοίκηση του ΕΟΠΥΥ να χαράξει ένα μακροπρόθεσμο πλάνο εισφορών που θα είναι σταθερές σε βάθος χρόνου.  Επιπλέον, θα καταφέρει να χρησιμοποιήσει τη διαπραγματευτική της ισχύ σε ότι αφορά στον έλεγχο κόστους/ποιότητας υπηρεσιών.
    3) Κατανομή ασθενών σε δημόσιους παρόχους υγείας, βάσει ηλεκτρονικού συστήματος.  Δεδομένων των ατομικών πληροφοριών, το ηλεκτρονικό σύστημα θα κατευθύνει τον ασθενή στην πλησιέστερη και καταλληλότερη ιατρική υποδομή ώστε τα περιστατικά να καταλήγουν σε συγκεκριμένο ιατρικό ραντεβού ή σε εισαγωγή σε συγκεκριμένη δομή σε γνωστό τόπο και χρόνο. Το σύστημα αυτό θα είναι ακόμα πιο χρήσιμο σε πανδημίες καθώς θα εξαφανίσει τις ουρές στα κεντρικά νοσοκομεία.
    4) Την εγκατάσταση, στο πλαίσιο του ΕΟΠΥΥ, ηλεκτρονικού συστήματος παρακολούθησης σε πραγματικό χρόνο των ασφαλισμένων  που εισάγονται στα δημόσια ή στα ιδιωτικά νοσοκομεία με κάρτες υγείας, με σκοπό τη μείωση της σπατάλης πόρων.
    Η συζήτηση για την αναδιάρθρωση του συστήματος υγείας θα είναι το επόμενο μεγάλο στοίχημα για την χώρα μας.