• Ένας υπολογιστής δεν φέρνει την Άνοιξη (στην τηλεκπαίδευση)*

    Η χειρότερη τραγωδία για ένα ποιητή είναι να τον θαυμάζουν έχοντας παρεξηγήσει το έργο του υποτίθεται ότι έγραφε ο Ζαν Κοκτώ και μου αρέσει να σκέφτομαι ότι αυτό το απόφθεγμα μπορεί να βρει εφαρμογή σε πάρα πολλές περιπτώσεις του καθημερινού βίου των τελευταίων ετών, κατά τις οποίες εξυμνούμε ή αφορίζουμε αλλαγές και διαδικασίες με αποκλειστικό γνώμονα τον τρόπο που τα επεξεργάζεται ο εγκέφαλός μας, ίσως και η κοινωνική ομάδα μέσα στην οποία έτυχε να γεννηθούμε.  Ένα από αυτά τα «καινούρια μου καλάθια» είναι η τηλεκπαίδευση ή μάλλον αυτό που φαντάζεται κανείς ότι είναι «τηλεκπαίδευση», την οποία αναγκαστήκαμε όπως όπως να σφιχταγκαλιάσουμε – δεν γινόταν διαφορετικά – την περίοδο της καραντίνας ενώ ούτε κατά διάνοια υπήρξαμε προετοιμασμένοι γι’ αυτή.  Αυτό όμως δεν είναι ένα άρθρο για τις δυσκολίες στην επικοινωνία που συναντήσαμε κατά τους προηγούμενους μήνες αλλά για το θράσος κάποιων να πιστεύουν ότι η τηλεκπαίδευση καθαυτή είναι ένας υπολογιστής και μια γρήγορη ταχύτητα internet – αυτά αρκούν.  Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό το πιστεύουν, που από την Άνοιξη και πέρα όλα αφέθηκαν στο έλεός τους ενώ δεν έγινε καμία προσπάθεια να μελετήσουμε το πώς θα μπορούσαμε πραγματικά να μεταβούμε ομαλά από τα δια ζώσης μαθήματα σε ένα μοντέλο εξ αποστάσεως διδασκαλίας και μάθησης, με σοβαρότητα και παιδαγωγική ευθύνη.  Δεν έγινε δηλαδή καμία προσπάθεια να εκπαιδευτούμε στην τηλεκπαίδευση, ένα πεδίο που έχει το δικό του curriculum, τους δικούς του κανόνες, πρωτόκολλο και συνθήκες λειτουργίας.

    Αλλά το ανέκδοτο δεν σταματάει εδώ.  Ήδη ο όρος «τηλεκπαίδευση» έχει μπει στο καθημερινό μας λεξιλόγιο με τον χειρότερο τρόπο: προετοιμαζόμαστε για κάτι που δεν έχουμε γνωρίσει, που έχουμε υποτιμήσει σε δυσκολία, που δεν έχουμε ερευνήσει ποιοτικά (ένα από τα μεγαλύτερα σοκ που έπαθα όταν χρειάστηκε να φτάσουμε διαδικτυακά στους μαθητές μας ήταν η διάλυση της ψευδαίσθησης ότι «οι νέοι παίζουν την τεχνολογία στα δάκτυλά τους».  Τελικά οι νέοι μπορεί να παίζουν το τικ τοκ και τις πλατφόρμες γνωριμιών στα δάκτυλά τους αλλά, πιστέψτε με, χρειάζονται μάνιουαλ για τις διαδικτυακές εκπαιδευτικές πύλες, για να φτιάξουν λογαριασμό στο Skype ή το zoom και πολύ περισσότερο για να προσαρμοστούν στους κανόνες διαδικτυακής συμπεριφοράς, δηλαδή στο πότε ανοιγοκλείνω το προφίλ μου, πότε βάζω σιγή στο μικρόφωνο διατηρώντας κατά προτίμηση την κάμερα ανοιχτή στο μάθημα: τα ευτράπελα εκείνης της περιόδου γράφουν τόμους βιβλίων).  Σαν να μην έφτανε αυτό, η ευθύνη για την διδασκαλία των παραπάνω έπεσε στους δασκάλους και καθηγητές όλων των βαθμίδων, οι οποίοι είχαν να αντιμετωπίσουν ακριβώς τις ίδιες αγκυλώσεις που είχαν και οι μαθητές τους κι επιπλέον ένα ανελέητο κατηγορώ.  Στην «τηλεκπαίδευση» που ζήσαμε, ο τυφλός οδηγούσε τον αόμματο.  Παρά τα παραπάνω όμως, ο κόσμος και δη ο πολιτικός συνεχίζει να περνάει την εντύπωση ότι ο υπολογιστής από μόνος του ισούται με εκπαίδευση.

    Ένα από τα θέματα που γεννούν προβληματισμό είναι το γεγονός ότι παρά την ανάπτυξη των εργαλείων των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και Επικοινωνίας, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί και ερευνητές εκπαιδευτικού υλικού – ή τέλος πάντων αυτοί που κάνουν κουμάντο και σπρώχνουν τηλεκαταρτίσεις, βλέπε σκρόιλ ελικίκου –  στην Ελλάδα, προέρχονται από παραδοσιακά περιβάλλοντα και κουβαλούν τεχνικές και μεθόδους οι οποίες δεν συνάδουν με την ταχύτητα και τον τρόπο με τον οποίο μεταδίδεται η πληροφορία στην άλλη άκρη μιας οθόνης υπολογιστή.  Δεν αρκεί μόνο να υπάρχουν αυτά τα εργαλεία, η διαχείριση και ο έλεγχός τους αποτελούν θέματα υψίστης σημασίας όταν μιλάμε για εκπαίδευση, ενώ η ποιότητα, η σωστή χρήση τους και η προσαρμογή τους στις απαιτήσεις του σήμερα, χρειάζονται τον συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων μερών.  Το ερώτημα είναι το κατά πόσο τα παραπάνω εργαλεία  και άλλα τόσα που θα έχουμε στο μέλλον στα χέρια μας, είναι ικανά να διευκολύνουν επί της ουσίας την εκπαιδευτική διαδικασία ή αν απλώς πρόκειται για μέσα προβολής υλικού ή παρουσιάσεων από κάποιες ομάδες ανθρώπων.  Για πολλούς θεωρητικούς της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, η ουσία δεν είναι η απλή αναπαραγωγή του τι γίνεται μέσα σε κάποια ακαδημαϊκή αίθουσα ή η στείρα παρουσίαση ενός μαθήματος σε κάποιον μαθητή/φοιτητή ο οποίος βρίσκεται σε διαφορετικό χώρο από αυτόν που πραγματοποιείται η διάλεξη.  Αυτό που αναζητείται στη χρήση των εργαλείων είναι η δημιουργία μιας ολοκαίνουριας ολιστικής εμπειρίας για τους εκπαιδευόμενους οι οποίοι θα μπορέσουν να παρέμβουν δημιουργικά στο υλικό που τους δίνεται, θα μπορούν να αλληλεπιδρούν, να καλλιεργούν νέες δεξιότητες, να εκμεταλλεύονται τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που τους δίνονται στο μέγιστο δυνατό βαθμό, να αναπτύσσουν κριτική σκέψη και να γίνονται μέλη μιας ευρύτερης κοινότητας ομοϊδεατών.

    Από την άλλη μεριά, τα πλεονεκτήματα της τηλεκπαίδευσης αποδεικνύονται ταυτόχρονα και τα αδύνατά της σημεία: η αλληλεπίδραση, η ανάπτυξη της επικοινωνίας και η ομαδικότητα που εν δυνάμει καλλιεργεί, ανατρέπονται από τον ασύγχρονο χαρακτήρα της.  Η αποστολή μηνυμάτων σε ανύποπτο χρόνο από τους μαθητές και οι απαντήσεις-επεξηγήσεις στα μηνύματα από τους διδάσκοντες, μπορεί να οδηγήσουν σε ανισότητες στη συμμετοχή, σε δυσκολία στο συντονισμό της συζήτησης ή ακόμα και σε μια ανεξέλεγκτη φλυαρία που αποπροσανατολίζει το μαθητή από το εκπαιδευτικό του αντικείμενο.  Πολλοί καθηγητές κατά την διάρκεια της καραντίνας παραδέχτηκαν ότι οι διαφορές στην συμμετοχή κάποιων μαθητών είχαν να κάνουν με το πόσο «έσπρωχνε» από πίσω ο γονιός, δηλαδή με το πόσο συμμετείχε και αυτός σε κάτι που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να ενθαρρύνει την αυτενέργεια!

    Χρειάζεται χρόνος και προσπάθεια για να γυρίσουμε από τις παραδοσιακές, καλύτερα ελεγχόμενες μεθόδους διδασκαλίας – τις βασισμένες στο βιβλίο και την φυσική παρουσία – σε ένα χαμηλού κόστους βασισμένο εξ ολοκλήρου στο διαδίκτυο σύστημα, που να καλύπτει το μεγάλο αριθμό μαθητών που εξυπηρετούν αυτή τη στιγμή τα σχολικά και ακαδημαϊκά ιδρύματα, χωρίς να σχεδιάσουμε από την αρχή και να επαναπροσδιορίσουμε τις αρχές και τις μεθόδους που ορίζουν την εκπαίδευση και την επαγγελματική συμπεριφορά των λειτουργών της.  Είναι απαραίτητο για εκπαιδευτικούς και εκπαιδευόμενους, σχεδιαστές προγραμμάτων και συντονιστές, να εκπαιδευτούν από την αρχή πάνω σε μια φιλοσοφία που δεν θα στερείται τα οφέλη της σύγχρονης τεχνολογίας αλλά θα μπορεί να εκμεταλλευτεί δημιουργικά στο μέγιστο βαθμό τις ευκαιρίες που προσφέρει για γνώση και προσωπική ανάπτυξη.  Αλλά πριν γίνει αυτό, είναι απαραίτητο να ανοίξουμε εκείνη τη συζήτηση που όλοι αποφεύγουν να κάνουν.

    *Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

  • Βαθμοί πανελληνίων: είναι τόσο σημαντικοί;*

    Για άλλη μια χρονιά ανακοινώθηκαν οι βάσεις των Πανελληνίων και, για μια ακόμα χρονιά, παιδιά που πέρασαν σε σχολές με πολύ χαμηλό βαθμό δέχονται επίθεση επειδή «δεν θα είναι καλοί φοιτητές» και «δεν θα γίνουν καλοί επαγγελματίες» όταν τελειώσουν.

    Είναι όμως έτσι; Συνδέεται ο βαθμός των πανελληνίων με το πόσο καλός φοιτητής είναι κάποιος; Έχει πραγματικά άρρηκτη σχέση ο βαθμός των πανελληνίων ή του πτυχίου  με το πόσο καλός επαγγελματίας θα γίνει κανείς μετά την αποφοίτηση;

    Για να υποθέσουμε ότι υπάρχει σχέση, θα πρέπει αυτό που εξετάζουν οι πανελλήνιες, αυτό που εξετάζουν οι καθηγητές στα πανεπιστήμια και αυτό που ζητά η αγορά εργασίας είναι το ίδιο. Είναι;

    Ξεκινώντας από τις πανελλήνιες, σκοπός τους είναι  να μετρήσουν τον βαθμό κατάκτησης συγκεκριμένων γνώσεων και να κατατάξουν τους εξεταζόμενους σε σχέση με τους υπόλοιπους της ίδιας ηλικίας . Ταυτόχρονα, εξετάζουν το κατά πόσο μία μαθήτρια ή ένας μαθητής μπορεί ή είναι διατεθειμένη να αφήσει στην άκρη τις άλλες της ανάγκες και να ξοδέψει ατελείωτες ώρες προετοιμασίας στο να π.χ. αποστηθίσει και το κόμμα του βιβλίου της ιστορίας, έτσι ώστε να είναι όσο πιο κοντά γίνεται στο πρωτότυπο κείμενο.

    Περνώντας στο πανεπιστήμιο τα δεδομένα αλλάζουν. Σκοπός δεν είναι πια να κατακτήσει ο φοιτητής κάποιες γνώσεις, σκοπός είναι να κατανοήσει το πώς αυτή η γνώση δημιουργείται, υπό ποιες προϋποθέσεις αυτή η γνώση ισχύει, με ποιον τρόπο αλλάζει και, κάποιες φορές, και πώς εφαρμόζεται.

    Προχωρώντας δε σε υψηλότερα επίπεδα επιστημονικής γνώσης,  ο φοιτητής μπορεί να φτάσει στο σημείο να γνωρίζει τι γνωρίζει, τι δεν γνωρίζει, υπό ποιες προϋποθέσεις αυτό που γνωρίζει ισχύει, και μπορεί κάλλιστα να δοκιμάσει να μάθει κάτι που δεν ξέρει κανείς άλλος.

    Έτσι, ένας φοιτητής που δεν ήταν διατεθειμένος να ξεχάσει εξολοκλήρου τους φίλους του και τα χόμπι του κατά την προετοιμασία για τις πανελλήνιες, μπορεί να «ερωτευτεί»  ένα από τα δεκάδες αντικείμενα με τα οποία θα έρθει σε επαφή κατά την διάρκεια των σπουδών του, και τα οποία συχνά έχουν μικρή ή και καμία σχέση με τα μαθήματα που εξετάζονται στις πανελλήνιες,  και να γίνει ένας εξαίρετος ειδικός.

    Βγαίνοντας από το εκπαιδευτικό σύστημα οι απαιτήσεις αλλάζουν για μία ακόμα φορά. Αυτό που έχει σημασία τώρα δεν είναι ο βαθμός και τα συσσωρευμένα πτυχία και γνώσεις, αλλά η αξία που δημιουργείς ως επαγγελματίας για τους άλλους ανθρώπους και την κοινότητα. Είσαι καθηγητής που μπορείς να δημιουργήσεις σχέσεις με τους μαθητές σου και να τους εμπνεύσεις να μελετήσουν; Τι σημασία έχει αν τελείωσες το πανεπιστήμιο με πέντε; Είσαι χειρουργός και σε χαρακτηρίζει η ανθεκτικότητα, η αυτοπεποίθηση, η ικανότητα να παίρνεις δύσκολες αποφάσεις γρήγορα και ένα σταθερό χέρι; Λίγοι θα κοιτάξουν αν τελείωσες το τάδε ή το δείνα πανεπιστήμιο στην τάδε ή στη δείνα χώρα. Αιτείσαι δουλειά σε ένα ξενοδοχείο; Πιστεύεις πώς η ξενοδόχος ή ο πελάτης σου θα κοιτάξει το πτυχίο σου ή το χαμόγελό σου;

    Τελικά, ο βαθμός των πανελληνίων μπορεί να μην έχει τόση σημασία όση νομίζουμε. Αντιθέτως ίσως να μας αποπροσανατολίζει και να μην παρατηρούμε πράγματα που ίσως έπρεπε να παρατηρήσουμε: ότι πολλά παιδιά, αντί να τους δοθεί η ευκαιρία να δοκιμάσουν να σπουδάσουν αυτό που πιστεύουν ότι τους ταιριάζει, σπουδάζουν ότι τους τύχει ∙ ότι τα  μέρη όπου σπουδάζουν δεν έχουν κατάλληλα εργαστήρια και τακτικούς καθηγητές ∙ ότι πολλές δεξιότητες όπως η δημιουργικότητα και η ενσυναίσθηση μένουν εκτός πανελληνίων εξετάσεων και εξετάσεων γενικότερα.

    Ας σταματήσουμε, λοιπόν, να κακολογούμε τα παιδιά και ας κοιτάξουμε να προσπαθήσουμε να φτιάξουμε θεσμούς που θα τα βοηθήσουν να γνωρίσουν, να εκτιμήσουν, να δοκιμάσουν και να αναπτύξουν τα ταλέντα τους, ώστε να δημιουργήσουν τελικά αξία για τους εαυτούς τους, τους γύρω τους και την κοινωνία εν γένει.

    *ο κος Γιάννης Παπαδόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

  • Η Φιλελεύθερη Συμμαχία για τις Δημόσιες, Υπαίθριες Συναθροίσεις

    Η Φιλελεύθερη Συμμαχία εκφράζει την αντίθεση της στο σχέδιο νόμου σχετικά με τις “Δημόσιες Υπαίθριες Συναθροίσεις” και την διαφαινόμενη επίθεση στον πυρήνα του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του Συνέρχεσθαι.
    Η καθιέρωση ουσιαστικά αντικειμενικής ευθύνης για τον “Οργανωτή” της δημόσιας συνάθροισης σύμφωνα με το άρθρο 13 του σχεδίου νόμου, ο οποίος θα ευθύνεται για την αποζημίωση “όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες” με την παράλληλη απαλλαγή του εφ’όσον αποδεικνύει ότι είχε λάβει όλα τα πρόσφορα και αναγκαία μέτρα για την αποτροπή της ζημιάς, αποτελεί υπέρμετρη δέσμευση και καθιστά απαγορευτική την ανάληψη πρωτοβουλίας δημόσιας συνάθροισης από οποιονδήποτε εχέφρονα Οργανωτή. Ουσιαστικά μεταθέτει την ευθύνη της αστυνομίας για την τήρηση των μέτρων τάξης στον Οργανωτή της δημόσιας συνάθροισης και τον καθιστά υπεύθυνο για πράξεις τρίτων που είναι αντικειμενικά αδύνατο να ελεγχθούν και να αποτραπούν.
    Ακόμα σημαντικότερη επίθεση στο δικαίωμα του συνέρχεσθαι αποτελεί η προβλεπόμενη προληπτική πλήρης απαγόρευση συναθροίσεων με απόφαση της αστυνομικής αρχής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 του σχεδίου Νόμου. Η συγκεκριμένη απαγόρευση βρίσκεται εκτός του συνταγματικού πλαισίου, καθώς καθιστά την αστυνομική αρχή αρμόδια να αποφασίζει την απαγόρευση των δημόσιων συναθροίσεων σε περίπτωση που επαπειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής ή σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια. Όπως κανείς μπορεί να αντιληφθεί δύο αόριστες έννοιες, όπως ο κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια και η σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, εφ’οσον δεν υπάρξει δια νόμου περαιτέρω εξειδίκευση τους, δεν μπορούν να αφεθούν στην ελεύθερη κρίση της αστυνομικής αρχής και κατ’επέκταση της εκτελεστικής εξουσίας.

     

  • Η σιωπή των διορισμένων*

    Ανεξάρτητα από τις ελπιδοφόρες εξαγγελίες οποιουδήποτε κόμματος πριν την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας ή τις προεκλογικές υποσχέσεις για μεταρρυθμίσεις, υπάρχουν συνήθειες τις οποίες δεν μπορούμε να διανοηθούμε να αλλάξουμε με τρόπο που να εκπαιδεύει τις επόμενες γενιές να μη κοιτούν τους πολιτικούς στα χέρια.

    Δεν μιλάω μόνο για τον χρησιμοποίηση σε νευραλγικές θέσεις αυτών που υπερήφανα – και από σχετικά τρυφερή ηλικία – ταυτίζονται με την απεχθή κατηγορία «δικά μας παιδιά», την ομάδα δηλαδή των σημαιοφόρων κάθε παράταξης που μας δίνουν με τον φανατισμό τους μια γεύση του τι θα πάθουμε μόλις αυτή έρθει στα πράγματα (είναι πολύ φυσικό όταν επί χρόνια γαλουχείσαι με οπαδική πόλωση, να καταφεύγεις στο «εμείς και οι άλλοι»  την στιγμή ακριβώς που πρέπει να μεριμνήσεις για όλους τους πολίτες εξίσου).  Δεν είναι δυνατόν να πιστέψει κανείς ότι οποιαδήποτε θετική αλλαγή μπορεί να επέλθει μέσα από μια τόσο σχέση αλληλεξάρτησης με την εξουσία, κατά την οποία ούτε η κυβέρνηση ούτε οι ψηφοφόροι της μπορούν να υπάρξουν χωριστά, γι’ αυτό και καταλήγουν να κάνουν ο ένας τα χατίρια του άλλου.

    Υπάρχει όμως μια πολύ πιο δύσκολη στην κατανόησή της ομάδα, αυτή που αποτελείται από τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να ασκήσουν νηφάλια αντιπολίτευση, να εντοπίσουν τα λάθη, να λειτουργήσουν με μετριοπάθεια και να υιοθετήσουν μια συγκριτική προσέγγιση στα πράγματα με βάση την προηγούμενη εμπειρία και την γνώση του τι συμβαίνει σε άλλες χώρες, απορρίπτοντας και τον ένα πόλο και τον άλλο.  Αυτό το είδος του πολιτικού ανθρώπου βρίσκεται υπό εξαφάνιση, γρήγορα, συστηματικά και με πρόγραμμα από την νόσο του διορισμού, μια κολλητική νόσο από την οποία η Ελλάδα δεν έχει δείξει ποτέ σημάδια ανάκαμψης.  Είναι ενδιαφέρον το πώς μια χώρα με τόσους ικανούς ανθρώπους, μπορεί να αντισταθεί σε όλα εκτός από το να ενδώσει σε ένα σάπιο σύστημα, ιδιαίτερα όταν οι ίδιοι αυτοί ικανοί άνθρωποι έχουν προηγουμένως συμφωνήσει ότι είναι πράγματι σάπιο.

    Ας δώσουμε ένα απλό, καθημερινό παράδειγμα: πώς γίνεται να ευαγγελίζεσαι ένα μικρότερο κράτος, βασισμένο σε σύστημα επιλογής αρίστων στελεχών (που έχουν οι κατακαημένοι καταθέσει και βιογραφικά για να εξυπηρετηθεί το αφήγημα), καταλήγοντας κομματικά διορισμένος (όχι δεν χρειαζόμαστε τόσους τομεάρχες, συμβούλους ή συντονιστές) με απόφαση που έχει τροποποιήσει η ίδια η εξουσία για να σε βολέψει;  Και τελικά ποιοι είναι οι άριστοι σε αυτή την χώρα: μήπως υπάρχει ένα πολύ ιδιαίτερο είδος αριστείας όπως ξεδιπλώνεται στον δρόμο προς τον διορισμό;

    Ποιος είναι περισσότερο έξυπνος, αυτός που τρυπώνει μέσα ή αυτός που παλεύει απέξω σαν τον Δον Κιχώτη, μειοψηφικό, εξαθλιωμένο, φτωχοποιημένο θύμα των επιθέσεων των κολαούζων της εξουσίας;  Κάποια στιγμή πρέπει να απαντηθεί αυτό το ερώτημα με γενναιότητα.

    Όσοι κόπτονταν για την ορθή λογική στο παρελθόν, εμφανίζονται σήμερα να είναι οι πιο σκληροπυρηνικοί αφισοκολλητές του πληκτρολογίου, αυτοί που κουνάνε το δάκτυλο σε όσους δεν έχουν ακόμα εξημερωθεί από το ναρκωτικό της κομματικής εύνοιας.  Ως προς την συμβολή τους όμως στην πρόοδο της χώρας, το σύστημα έχει φροντίσει να καταπιεί όλες τις προσπάθειες, να τις φιμώσει δια της μεθόδου της αφομοίωσης: η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού διορισμού και από την στιγμή που «επιλέγεσαι», δεν μπορείς παρά να σιωπήσεις στην αυθαιρεσία, στην αβελτηρία και στην υπερβολή.  Δεν μπορείς δηλαδή παρά να το βουλώσεις και να στηρίξεις το χέρι που σε ταΐζει ενώ ταυτόχρονα κουνάει την κούνια της προετοιμασίας των επόμενων εκλεκτών.

    *Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

  • Αναποτελεσματική Δικαιοσύνη

    Η παραδοχή ότι οι κατηγορούμενοι είναι αθώοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου είναι βασική αρχή των δημοκρατικών κοινωνιών και δικαίως. Σε αυτήν τη νομική και δημοκρατική αρχή δεν υπάρχουν εξαιρέσεις και τερτίπια. Υπάρχει, όμως, εκείνη η δυνατότητα να απονέμεται η δικαιοσύνη γρηγορότερα και αποτελεσματικότερα. Να ολοκληρώνονται οι δίκες στην ώρα τους και να μην διχάζεται η κοινωνία με αφορμή την εφαρμογή βασικών δημοκρατικών αρχών.

    Η επικείμενη αποφυλάκιση του Γ. Ρουπακιά, κατηγορούμενου για τη δολοφονία του Π. Φύσσα, είναι νομικά ορθή, αλλά ηθικά προβληματική. Ο Γ. Ρουπακιάς βρίσκεται στη φυλακή πάνω από δύο χρόνια, δίχως να έχει ολοκληρωθεί η δίκη του, κυρίως λόγω γραφειοκρατικών κωλυσιεργιών. Είναι ξεκάθαρο ότι οι μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν δεν αφορούν μονάχα το πεδίο της οικονομίας αλλά την ευρύτερη πραγματικότητά μας. Γι’ αυτό το λόγο η Φιλελεύθερη Συμμαχία έχει προτείνει μία σειρά αλλαγών (διαβάστε εδώ) που θα απεγκλωβίσουν τη δικαιοσύνη από το τέλμα της γραφειοκρατίας και της καθυστέρησης.

  • Ελεύθερη Οικονομία και Ανοικτή Κοινωνία για Έξοδο από την Κρίση

    Η Φιλελεύθερη Συμμαχία επιθυμεί να ανταποκριθεί στην πρόσκληση του Υπουργού Οικονομικών για προτάσεις μεταρρυθμίσεων, ενόψει της συμφωνίας της χώρας με τους συνομιλητές της στις Βρυξέλλες αύριο Καθαρά Δευτέρα.

    Ο συντονισμός δραστηριοτήτων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με κινήματα και ομάδες εθελοντών στην αντιμετώπιση της ακραίας φτώχειας της δυστυχίας και του ρατσισμού, είναι μεταρρύθμιση που αποφέρει σίγουρα αποτελέσματα σε αυτό που λέγεται Ανθρωπιστική Κρίση και μας αφορά όλους.

    ΣΥΝΕΧΕΙΑ

  • Ευχές και προσδοκίες για τη νέα κυβέρνηση

    Η Φιλελεύθερη Συμμαχία εύχεται καλή επιτυχία στη νέα κυβέρνηση στο δύσκολο έργο που αναλαμβάνει.

    Ευχόμαστε να κλείσει τα αυτιά της στις ηχηρές μειοψηφίες που λυμαίνονται το Κράτος, και να αντιμετωπίσει με πνεύμα ισονομίας όλους τους πολίτες.

    Περιμένουμε να ξεκινήσει ένα δραστικό πρόγραμμα κατάργησης της πολυνομίας ώστε να απαλλαχθεί ο πολίτης από τη γραφειοκρατεία.

    ΣΥΝΕΧΕΙΑ

  • Επιτέλους, ας προχωρήσουμε μπροστά!

    Παρά τις συνεχείς παλινωδίες και το πολιτικό θέατρο, η πλειοψηφία του κοινοβουλίου πήρε, την τελευταία στιγμή, τη σωστή απόφαση για την αποφυγή της άμεσης, άτακτης χρεωκοπίας. Πρέπει επιτέλους να πάρει και τις αναγκαίες αποφάσεις για τη δραστική μείωση των δαπανών, την αύξηση της παραγωγής και της επιχειρηματικότητας (όχι της ανάπτυξης γενικόλογα) και των σαρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αν το πολιτικό σύστημα συνεχίσει τις οριζόντιες περικοπές για να μην πειράξει τις προνομιούχες ομάδες – πελάτες του, τότε και το Μνημόνιο ΙΙ θα αποτύχει και η κατάσταση θα γίνει εφιαλτική.

    ΣΥΝΕΧΕΙΑ

  • Ερωτήσεις και απαντήσεις για την κρίση

    Παρά το γεγονός ότι η χώρα βρίσκεται σε δεινή οικονομική κρίση, ελάχιστη πληροφόρηση έχει δοθεί στους Έλληνες πολίτες για τα αίτιά της, τα πραγματικά της μεγέθη και τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται.

    Το κενό αυτό επιχειρεί να καλύψει ομάδα έγκριτων οικονομολόγων, ξένων και Ελληνικών πανεπιστημίων, στο κείμενό τους «Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα: Μεταρρυθμίσεις και ευκαιρίες σε μία κρίσιμη συγκυρία». Οι βασικοί συγγραφείς του κειμένου αυτού είναι οι κ.κ. Δημήτρης Βαγιανός (London School of Economics CEPR και NBER), Νίκος Βέττας (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και CEPR) και Κώστας Μεγήρ (Yale University, University College London και IFS), συνεπικουρούμενοι από τους κ.κ. Κώστα Αζαριάδη (Washington University at Saint Louis), Γιάννη Ιωαννίδη (Tufts University), Χάρη Ντέλλα (University of Bern και CEPR) και Χριστόφορο Πισσαρίδη (London School of Economics και CEPR). Το κείμενό τους είναι αναρτημένο στο ιστολόγιο greekeconomistsforreform.com

    ΣΥΝΕΧΕΙΑ

  • Ποιοί επενδύουν πολιτικά στην καταστροφή;

    Η Φιλελεύθερη Συμμαχία υποστήριξε, από τη στιγμή της υπογραφής του Μνημονίου, ότι τα μέτρα που προβλέπει θα πρέπει να υλοποιηθούν πλήρως καθώς απομακρύνει την χρεοκοπία της χώρας κατά τρία χρόνια και δίνει μια τελευταία ευκαιρία ριζικής αλλαγής οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου στην Ελλάδα.

    Ταυτόχρονα η Φιλελεύθερη Συμμαχία εξέφραζε τις αμφιβολίες της για το κατά πόσο η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και η Ελληνική δημόσια διοίκηση θέλουν και μπορούν να υλοποιήσουν το Μνημόνιο καθώς η μόνη «ικανότητα» που διαθέτουν είναι να υλοποιούν ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που καλούνται τώρα να φέρουν σε πέρας.

    ΣΥΝΕΧΕΙΑ