• Οι μνηστήρες του Κέντρου*

    Καμιά κοινωνική ομάδα δεν είναι περισσότερο περιζήτητη στις τάξεις των στρατολόγων των κομμάτων από αυτή που προσδιορίζεται ως Κέντρο.  Το Κέντρο ανέκαθεν ασκούσε γοητεία σε ηγέτες και ψηφοφόρους, είναι το κομμάτι του παζλ που αποκαλύπτει όλη την ομορφιά ενός πολιτικού εγχειρήματος, το βασικό συστατικό μιας επιτυχημένης εκστρατείας.  Το να πάρεις το Κέντρο με το μέρος σου είναι πρακτικά η ένδειξη ότι έχεις βελτιωθεί στην επικοινωνία του πώς να κερδίζεις εκλογικές μάχες.  Τα μηνύματα που απευθύνονται σε κεντρώους ψηφοφόρους αποτελούν σπουδή στο πώς μια σειρά από θέσεις μπορούν να μεταφραστούν σε ένα ενιαίο, κατανοητό σύνολο – το τέλος της καταστροφικής επεξήγησης του τι θέλει να πει ο αρχηγός (ακολουθώ τον κανόνα που λέει ότι «αν πρέπει να το εξηγήσεις, είναι λάθος δοσμένο»).  Κατά περιόδους, τα κόμματα εξουσίας υπερήφανα ισχυρίζονται ότι έχουν το Κέντρο με το μέρος τους, άρα η αναζήτηση της καλύτερης δυνατής εκπροσώπησης οφείλει να τελειώσει εδώ και είναι αλήθεια ότι ενίοτε το Κέντρο μετακινείται για να χωρέσει.  Το γεγονός όμως ότι σε καιρούς νηνεμίας κερδίζει διαρκώς εξωσυστημικούς υποστηρικτές ενώ αναδεικνύει ανθρώπους που επιθυμούν να το διεκδικήσουν μακριά από τους μηχανισμούς της κεντρικής εξουσίας, δείχνει το πόσο η κρίσιμη μάζα που απεχθάνεται τις φωνασκίες και τις μεγάλες υποσχέσεις που φτάνουν μέχρι την κάλπη (μετά την απομάκρυνση από το ταμείο-κάλπη, ουδεμία υπόσχεση δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια) ζει, βασιλεύει και αξίζει μια αυτόνομη υποψηφιότητα.

    Αυτό σημαίνει βέβαια ότι η οποιαδήποτε προσπάθεια αποτελεί στοίχημα αναδιοργάνωσης και μελέτης της εκλογικής συμπεριφοράς, που χρειάζεται να απαντήσει στα εξής ερωτήματα:  α) ένας κεντρώος πολιτικός φορέας είναι θέμα ένωσης δυνάμεων ή εκ νέου ίδρυσης από το μηδέν, β) ευνοεί το σημερινό πολιτικό σκηνικό την κινηματική πολιτική ή με την Νέα Δημοκρατία επιστρέψαμε στα κόμματα μαζικής συμμετοχής και γ) συμμετέχουν σήμερα οι άνθρωποι σε κόμματα;  ‘Η μήπως «προσλαμβάνονται».  Στην προσπάθεια για ανασυγκρότηση του κεντρώου χώρου, η λέξη που παρουσιάζει την μεγαλύτερη προβληματική είναι η «ανασυγκρότηση»: αφενός το κέντρο δεν δίνει τα τελευταία χρόνια την εντύπωση ότι είναι πολιτικά συγκροτημένο με τρόπο που να λειτουργεί ως ο δεύτερος πόλος σε μια εκλογική αναμέτρηση.  Αφετέρου, η ανασυγκρότηση υπονοεί ότι μικρότερες πολιτικές ομάδες καλούνται να ενώσουν δυνάμεις αλλά υπάρχουν δομικές δυσκολίες στον τρόπο που γίνεται αυτό.  Τέλος, μέχρι σήμερα αρκετές προσπάθειες έχουν απαξιωθεί επικοινωνιακά από επαναλαμβανόμενες αποτυχίες του παρελθόντος οι οποίες δεν καταφέρνουν τελικά να βρουν τον δρόμο τους στις εκλογές.

    Υπάρχει και ένα άλλο θέμα που συχνά προσπερνιέται στην αναζήτηση του προσώπου που θα ενσαρκώσει καλύτερα το κεντρώο ιδεώδες: απουσιάζουν οι στρατιώτες που θα αναλάβουν την ευθύνη για τα αποτελέσματα μιας τέτοιας δουλειάς.  Απουσιάζει η δέσμευση σχεδόν από όλη την πολιτική ζωή του τόπου.  Και εκεί που κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η λέξη κλειδί στην πολιτική είναι η «ευελιξία», εγώ θα πω ότι υποφέρουμε από το αντίθετο: από το ξεχείλωμα των ιδανικών και των στόχων υπέρ της πρόσληψής μας σε μια θέση.  Ελλείψει εργασιακών θέσεων, ο πολιτικός στίβος μετετράπη σε career forum τέτοιο που να μην έχεις πια την εσωτερική ανάγκη να αλλάξεις τον κόσμο γύρω σου, μόνο την πρεμούρα να βρεις μια ενδιάμεση θεσούλα για να βολευτείς.

    Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην αληθινή πολιτική.

    Κατατάσσω τις δομικές δυσκολίες σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες:

    1. Στην αδυναμία σύνθεσης μιας νέας πολιτικής ομάδας η οποία να παρουσιάζει ομοιομορφία. Οι περισσότερες προσπάθειες σκοντάφτουν στον ερχομό κοντά ετερόκλητων στοιχείων που έχουν μεν καλές προθέσεις αλλά δεν έχουν υποστεί την ζύμωση εκείνη που θα τους οδηγήσει να γίνουν ομάδα.  Να θυμίσω ότι κατά το παρελθόν είχαμε ακούσει πολλά από ενώσεις «προσωπικοτήτων» και ελπίζω να αντιλαμβάνεστε ότι μια τέτοια αφετηρία δημιουργεί εξαρχής απόσταση με αυτούς που θα επιθυμούσαν να ενταχθούν στην προσπάθεια (για μένα η λέξη προσωπικότητα εκφράζει μια απώλεια ανθρώπινου δυναμικού και προτάσεων ενώ εκλαμβάνεται ως μια σειρά από υποψηφίους-άτομα και όχι ως ένα καλοδουλεμένο σύνολο) μέχρι τη συζήτηση λίγο πριν τις εκλογές για το αν θα πρέπει να κρατήσουμε ή να αποκλείσουμε συγκεκριμένο κόσμο που είναι καταγεγραμμένος στη συνείδηση των ψηφοφόρων με ένα συγκεκριμένο τρόπο.
    2. Στην απουσία εκλογικού μηχανισμού που θα κατασκευάσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η ομάδα αλλά και στην απουσία διαφοροποιημένης από τους υπόλοιπους πολιτικής ατζέντας που θα αποτελέσει την ταυτότητα του νέου σχηματισμού.
    3. Στις χρονικές στιγμές που ξεκινάει μια τέτοια συζήτηση και στις χρονικές στιγμές που εγκαταλείπεται – θεωρώ ότι η εγκατάλειψη της συζήτησης κάνει περισσότερη ζημιά στην υστεροφημία τέτοιων προσπαθειών από το να μην είχε ξεκινήσει κάτι ποτέ.
    4. Στην απουσία απάντησης του γιατί να ανασυγκροτηθεί ένα κέντρο που δεν έχει αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί αυτοτελώς ή διαχρονικά και χωρίς κλυδωνισμούς μέχρι σήμερα.

    Στο κομμάτι της επικοινωνίας μιας τέτοιας προσπάθειας θα έβαζα σίγουρα το ότι κατακερματισμένες ομάδες δυστυχώς δεν επιτυγχάνουν να πλασάρουν ξανά τον εαυτό τους ως κάτι διαφορετικό από αυτό που έχουν υποστεί, δηλαδή τον κατακερματισμό.

    Το δικό μου λοιπόν συμπέρασμα αφορά στην επανα-επινόηση του κέντρου, σε μια  προσπάθεια να διεκδικηθεί αυτό από μέσα προς τα έξω, από τους ανθρώπους του και τους ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν, όχι να επαναλάβουν.  Το επόμενο μεγάλο στοίχημα θα είναι η διεκδίκηση του σεβασμού του εκλογικού σώματος: όταν έχουν καταρρεύσει τα πάντα, το μοναδικό «νόμισμα με το οποίο θα μπορούμε να συναλλασσόμαστε θα είναι η εμπιστοσύνη.

     

    *Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

  • ΑΜΕΣΗ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ

    Η κύρια αιτία της χρεωκοπίας της χώρας, το χρεοκοπημένο ασφαλιστικό σύστημα, ξαναχτυπά.  Σε μια παραπαίουσα ελληνική οικονομία, που αναμένει ύφεση της τάξεως του 10% το 2020, οι αξιότιμοι δικαστές του ΣτΕ αποφάσισαν για μια ακόμη φορά να υποκαταστήσουν την εκτελεστική εξουσία και να απονείμουν αναδρομικά σε όσους προσέφυγαν για το διάστημα των 11 μηνών πριν την δημοσίευση του Νόμου Κατρούγκαλου. 

    Η κυβέρνηση ενεργοποιώντας άμεσα τα πελατειακά της αντανακλαστικά φαίνεται ότι αποφασίζει να απονείμει τα αναδρομικά στο σύνολο των συνταξιούχων, πέρα των όσων προσέφυγαν στα δικαστήρια με το ύψος της δαπάνης να υπολογίζεται στα 3,9 δισ. ευρώ (και χωρίς να υπολογίζεται το κόστος για τους συνταξιούχους δημοσίους υπαλλήλους, η κρίση για τους οποίους αναμένεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο).  Σε αυτό το πλαίσιο υπενθυμίζουμε ότι η κυβέρνηση της ΝΔ (όπως προηγουμένως η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ) δεν προέβησαν στην κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, όπως προβλεπόταν στο Νόμο Κατρούγκαλου να γίνει από τις αρχές του 2019.  Η μη κατάργηση της προσωπικής διαφοράς παραβιάζει κατάφωρα την αρχή της ισότητας, δημιουργώντας 2 κατηγορίες συνταξιούχων, τους προ και μετά Νόμου Κατρούγκαλου, που αμείβονται διαφορετικά παρότι μπορεί να έχουν τις ίδιες εισφορές-χρόνια. 

    Εφόσον λοιπόν η κυβέρνηση της ΝΔ θέλει να μοιράσει λεφτά που ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ στους συνταξιούχους, την καλούμε ΑΜΕΣΑ να καταργήσει την προσωπική διαφορά και να αποκαταστήσει την μεγαλύτερη αδικία του σημερινού ασφαλιστικού συστήματος, βοηθώντας στην διατήρηση της όποιας βιωσιμότητας του.  H ανάπτυξη με το παραγωγικό μοντέλο της ανοιχτής κοινωνίας και της ελεύθερης αγοράς που προτείνει η Φιλελεύθερη Συμμαχία είναι ο μόνος τρόπος για καλύτερους μισθούς και καλύτερες συντάξεις.

  • Φιλελεύθερη Συμμαχία – Αλήθειες την Πρωταπριλιά

    Κατεβαίνουμε αυτόνομα στις Ευρωπαϊκές εκλογές του Μαΐου 2019. Σε μια εποχή γενικευμένης κρίσης και λαϊκισμού, ένα φιλελεύθερο κόμμα με συνέπεια, μπορεί και θέλει να συμβάλλει αποφασιστικά στην Ευρώπη που μας αξίζει. Στους δεξιούς προτείνουμε τις ελευθερίες μας, στους αριστερούς προτείνουμε την οικονομία μας. Ο λαϊκισμός εμποδίζει να δούμε πως οργανώνεται η ελεύθερη αγορά και οι δουλειές για όλους, εμποδίζει την ανοικτή κοινωνία όπου απολαμβάνουμε ελευθερίες όλοι. Στηρίζουμε τη Συμμαχία Φιλελεύθερων και Δημοκρατών στην Ευρώπη (ALDE). Καλούμε σε συνεργασία πολίτες και κινήσεις. Στις 26 Μαΐου ζητάμε την ψήφο σας.

  • On Brain Drain

    Του Γιώργου Αγγελόπουλου*

    yiorgos angelopoulos

    Έτσι ονομάζεται ο εφιάλτης που ανακαλύψαμε εδώ και έξι – εφτά χρόνια, ο φόβος κι ο τρόμος κάθε οικογένειας, η ασθένεια που ψάχνουν να θεραπεύσουν δεξιοί κι αριστεροί, αυτό που βασανίζει μια ολόκληρη κοινωνία μαζί με όλα τ’άλλα προβλήματα που της φόρτωσε η κρίση.

    Προφανώς, μας φαίνεται άσχημο από εθνική σκοπιά. Είναι όμως έτσι; Ας βγάλουμε λίγο από την εξίσωση τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι νεομετανάστες και οι άνθρωποί τους από τον αποχωρισμό με τον οποίο καλούνται να ζήσουν. Για μας τους απ’ έξω τι γίνεται; Για τη χώρα; Έχουμε απώλεια ανθρωπίνου κεφαλαίου, ισχυρίζονται οι περισσότεροι. Είμαστε σίγουροι; Ας το δούμε λίγο.

    Δεχόμαστε, γενικώς, ότι η ανώτατη εκπαίδευση είναι μια επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Δίνουμε πόρους σε ένα σύστημα παραγωγής γνώσης και δεξιοτήτων και από το σύστημα αυτό παίρνουμε υψηλά καταρτισμένους ειδικούς. Οι ειδικοί αυτοί μας δίνουν πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που δεν θα είχαμε αλλιώς: σε καλύτερη υγεία, καλύτερη εκπαίδευση, ποιοτικά τρόφιμα, υψηλή τεχνολογία και πολλά άλλα.

    Εδώ, όμως, δεν συνέβη αυτό. Εδώ το κράτος έχει μονοπώλιο στην ανώτατη εκπαίδευση και η δημιουργία σχολών και πτυχιούχων είναι αποτέλεσμα του κεντρικού σχεδιασμού του. Τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια το κράτος έκρινε πως τα πανεπιστήμια δεν είναι μια δραστηριότητα πολλαπλασιασμού ανθρωπίνου κεφαλαίου αλλά ένα μέσο εγχώριας αναδιανομής πλούτου. Τα πανεπιστήμια που φύτρωσαν με το νόμο Αρσένη και ένθεν είχαν δευτερεύοντα σκοπό να πολλαπλασιάσουν το ανθρώπινο κεφάλαιο της κοινωνίας. Ο βασικός τους στόχος ήταν να βοηθήσουν τα σαντουιτσάδικα και τους ιδιοκτήτες ακινήτων του Αγρινίου, της Λαμίας, της Τρίπολης και άλλων μικρών πόλεων της επαρχίας. Και το κατάφεραν! Οι πολλοί αρχικά υπαμοιβόμενοι και τώρα άνεργοι πτυχιούχοι ήταν μια απλή εξωτερικότητα αυτού του ιδιαίτερου τρόπου αναδιανομής.

    Για να επιστρέψουμε πιο πάνω, το ανθρώπινο κεφάλαιο πήγαινε ελαφρώς χαμένο. Το κράτος, μετά το σχεδιαστικό του έγκλημα, επανόρθωσε χειροτερεύοντας την κατάσταση. Άνοιξε διορισμούς ανθρώπων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης εκεί που θα έπρεπε να δουλεύουν απόφοιτοι λυκείου: στο στρατό, στις δημοτικές αστυνομίες και σε άλλες θέσεις χαμηλής ειδίκευσης. Μια ολόκληρη κοινωνία ξόδεψε πόρους για να αποκτήσουν χιλιάδες νέες και νέοι πανεπιστημιακή ειδίκευση ώστε τώρα να κόβουν κλήσεις για παράνομα τραπεζοκαθίσματα.

    Οι άνθρωποι με τις πανεπιστημιακές δεξιότητες που τώρα κλαίμε που φύγαν, λίμναζαν. Είτε πάρκαραν τις δεξιότητές τους σε κρατικές αργομισθίες, είτε περιμένοντας μια δουλειά «αντάξια των προσόντων τους» ζούσαν από το περίσσευμα των πληθωρισμένων γονικών μισθοσυντάξεων, είτε βρισκόμενοι στην ελληνική αγορά εργασίας απασχολούνταν με χαμηλές αμοιβές εργασίες στη ρηχή ελληνική επιχείρηση. Μια σπίθα χρειαζόταν και ήρθε. Αν εξαιρέσουμε όσους τυχερούς –ή άτυχους, θέμα οπτικής– πρόλαβαν να παρκάρουν στο δημόσιο, οι υπόλοιποι έχασαν, έστω σαθρή, τη γη κάτω από τα πόδια τους. Οι «χλιδάνεργοι» είδαν το εισοδηματικό περίσσευμα των γονιών τους να εξατμίζεται κι όσοι δούλευαν σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τις είδαν να κλείνουν. Και έτσι αρχίσαμε να παίρνουμε τα συνεχή ευρωπαϊκά πρωταθλήματα νεανικής ανεργίας.

    Αυτό είναι το κεφάλαιο που, σύμφωνα με πολλούς, χάθηκε. Ας αλλάξουμε λίγο την οπτική μας. Αυτό το κεφάλαιο δε χάθηκε: ελευθερώθηκε!

    Συγκρίνετέ το με ένα χρηματικό κεφάλαιο που τόσα χρόνια έμενε φυλαγμένο στον απορροφητήρα και ξαφνικά τοποθετήθηκε σε μια επένδυση υψηλής απόδοσης. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, αντί να μένουν εδώ κάνοντας δουλειές του ποδαριού για ένα ψευδοπατριωτικό «γαμώτο», μετανάστευσαν σε χώρες που τους δίνονται ευκαιρίες να εργαστούν, να προσφέρουν τις δεξιότητές τους και να αναζητήσουν τον δικό τους δρόμο για την προσωπική ευτυχία. Και, τελικά, τι είναι καλύτερο ακόμα και για μας, όσους μείναμε εδώ; Μια πτυχιούχος που κόβει κλήσεις σε παράνομους πάγκους λαϊκής ή μια πτυχιούχος που δουλεύει στο αντικείμενό της σε μια επιχείρηση στη Γερμανία; Εγώ προτιμώ το δεύτερο.

    Στις περισσότερες χώρες που έχουν πάει οι μορφωμένοι νεομετανάστες μας, αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι πολίτες, χαίρουν ίσων δικαιωμάτων με τους ντόπιους και έρχονται σε επαφή με θεσμούς και περιβάλλοντα που εξηγούν γιατί οι χώρες μετανάστευσης υψηλής ειδίκευσης δυναμικού είναι εκείνες και όχι η δική μας.

    Αλλά και το δικό μας κέρδος ήδη διαφανεί. Είτε επιστρέφοντας πίσω με εμπειρίες και κεφάλαια, είτε επηρεάζοντας τους δικούς τους κύκλους μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, οι φίλοι που έφυγαν τα τελευταία χρόνια συνεχίζουν να εμπλουτίζουν την ελληνική κοινωνία όσο εμπλουτίζουν κι εκείνες στις οποίες ζουν. Ο κόσμος είναι πιο μικρός και η Ευρώπη, στην οποία βρίσκονται οι περισσότεροι, είναι η νέα μας μεγάλη πατρίδα.

    Αυτό που μέσα από τη στενή εθνική μας οπτική λέγεται brain drain, αν ανοίξουμε τα μάτια και το δούμε ως Ευρωπαίοι πολίτες είναι ένα μεγάλο brain gain.

     

    *Ο κ. Γιώργος Αγγελόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 14 Φεβρουαρίου 2019

  • Συμφωνία των Πρεσπών: Το ζητούμενο είναι η ελεύθερη και ειρηνική συνύπαρξη των πολιτών των δύο χωρών

    Η θέση της Φιλελεύθερης Συμμαχίας για τη συμφωνία των Πρεσπών είναι ότι περιέχει τόσο θετικά όσο και αρνητικά στοιχεία. Υπογραμμίζουμε δε, πως η επιτυχία ή αποτυχία της δεν έγκειται μόνο στο κείμενο της συνθήκης, αλλά στον τρόπο εφαρμογής της και τη βούληση της εκάστοτε ηγεσίας σε κάθε χώρα.

    Ως βασικό θετικό στοιχείο της συμφωνίας, αναγνωρίζουμε πως είναι ένα βήμα εξομάλυνσης των διμερών σχέσεων συγκριτικά με την Ενδιάμεση Συμφωνία. Η Φιλελεύθερη Συμμαχία θεωρεί ιδιαιτέρως σημαντική τη διακήρυξη αμοιβαίου σεβασμού των συνόρων, την απόρριψη κάθε αλυτρωτισμού και της ανάμειξης τρίτων στα εσωτερικά αμφοτέρων των κρατών. Συντασσόμαστε, τέλος, με την πρόθεση που εκδηλώνεται για στενότερη συνεργασία ανάμεσα στις δύο χώρες.

    Ωστόσο, η συμφωνία παραμένει ασαφής στα εμπορικά θέματα, προκαλώντας έντονη αβεβαιότητα στον εμπορικό κόσμο. Ανησυχια δε, προκαλεί και η αναφορά σε κρατική αποτροπή και αποθάρρυνση ιδιωτών να εκφράζουν απόψεις που μπορεί να θεωρηθούν εμπρηστικές.

    Στο θέμα της γλώσσας και της εθνότητας, κατανοούμε γιατί πολλοί Έλληνες συμπολίτες μας δεν είναι ικανοποιημένοι. Ενώ η συμφωνία αποπειράται να προσδιορίσει τα χαρακτηριστικά του όρου “Μακεδονία” για τους κατοίκους των δύο χωρών, απουσιάζει η απαιτούμενη σαφήνεια. Παράλληλα, η μη χρήση της νέας ονομασίας ως erga omnes που θα συμπεριλαμβάνει την εθνότητα και τη γλώσσα, αφήνει ερωτηματικά, γεγονός που φανερώνει την προχειρότητα με την οποία διαπραγματεύτηκε η κυβέρνηση. Σε ό,τι αφορά δε την ίδια τη διαπραγμάτευση, η κυβέρνηση αντι να επιδιώξει ευρύτερη συναίνεση, προκάλεσε πόλωση και διχασμό για μικροκομματικά οφέλη, αψηφώντας την παράδοση συνεννόησης και διακομματικής συναίνεσης μεταξύ των κοινοβουλευτικών κομμάτων σε ζητήματα εθνικής εξωτερικής πολιτικής.

    Πάγια θέση της Φιλελεύθερης Συμμαχίας είναι η αναγνώριση του εθνοτικού αυτοπροσδιορισμού όλων των κατοίκων της Μακεδονίας. Καταδικάζουμε τον αλυτρωτισμό και τον εθνικισμό στα Βαλκάνια, απορρίπτουμε κάθε προσπάθεια μονοπώλησης του όρου και επιδιώκουμε την ειρηνική συνύπαρξη των πολιτών.

    Αναγνωρίζουμε πως η Μακεδονία, ως έννοια, αποτελεί μέρος της εθνικής ταυτότητας όσων κατοικούν στην περιοχή και θα προστατέψουμε το δικαίωμα τους να το εκφράζουν. Ωστόσο, τασσόμαστε ενάντια σε οποιαδήποτε έκφραση της ταυτότητας αυτής οδηγεί σε παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων άλλων πολιτών, είτε αυτό σημαίνει απειλή ενάντια στη ζωή και περιουσία τους, απαγορεύσεις της γλώσσας που θα μιλάνε στο σχολείο, περιορισμούς στις μετακινήσεις και τις συναθροίσεις τους, ή τις ονομασίες των επιχειρήσεών τους.

    Η Φιλελεύθερη Συμμαχία υπερασπίζεται και προάγει την ατομική ελευθερία και την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων γιατί είναι ο μόνος τρόπος οι άνθρωποι να ζήσουν μια δημιουργική, παραγωγική, ειρηνική και χωρίς καταναγκασμούς και περιορισμούς καθημερινότητα.

  • Πόσα εκατομμύρια έχει το δισεκατομμύριο;

    Του Άντη Ζέρβα

    Πριν από λίγο καιρό βρέθηκα σε μια διαδικτυακή συζήτηση, βασισμένη σε μια φαινομενικά απλή ιδέα: αν για να αποκτήσει κάποιος δίπλωμα οδήγησης χρειάζεται να περάσει εξετάσεις, δεν θα έπρεπε να περνάει εξετάσεις και για να αποκτήσει την ιδιότητα του ψηφοφόρου;

    Μάλιστα, ως παράδειγμα χρησιμοποιήθηκε η εξωφρενική εικόνα μιας σατιρικής τηλεοπτικής εκπομπής, στην οποία πολίτες καλούνταν να απαντήσουν στην ερώτηση: «Πόσα εκατομμύρια έχει ένα δισεκατομμύριο;» και στην οποία οι περισσότεροι αποτύγχαναν να απαντήσουν. «Αν κάποιος δεν ξέρει πόσα εκατομμύρια έχει ένα δισεκατομμύριο, σε περίοδο οικονομικής κρίσης», αναρωτήθηκαν κάποιοι, «θα έπρεπε να συναποφασίζει με την ψήφο του; Θα επιτρεπόταν να οδηγεί αν δεν γνώριζε τον ΚΟΚ;».

    Με νωπό το παράδειγμα ανθρώπων που πιστεύουν ότι μπορεί κάποιος να έχει 600 τρις, το ερώτημα μοιάζει λογικό και είναι πιθανό ήδη κάποιοι να το βρήκαν καλή ιδέα, αλλά ούτε λογικό είναι – ούτε κατά διάνοια – ούτε καλή ιδέα.

    Θα μπορούσε να καταρριφθεί με τον εύκολο τρόπο: Αν κάποιος έχει υποχρέωση να πληρώνει φόρους χωρίς να περνάει εξετάσεις για τον υπολογισμό ποσοστών, τότε έχει δικαίωμα και να ψηφίζει, χωρίς να ξέρει πόσα εκατομμύρια έχει το δισεκατομμύριο.

    Θα μπορούσε να καταρριφθεί με την αποτύπωση της πραγματικότητας: Μια βόλτα με το αυτοκίνητο σε μια μεγάλη ή μικρή πόλη, θα μας έδειχνε ότι ο ΚΟΚ παραβιάζεται συστηματικά – για να μην μιλήσουμε για τα ρεκόρ τροχαίων ατυχημάτων στη χώρα. Οι εξετάσεις δεν εμποδίζουν τις παραβάσεις.

    Θα μπορούσε να καταρριφθεί με την αποτύπωση μιας δεύτερης πραγματικότητας: βάσει νόμου, όλοι οι Έλληνες φοιτούν στο σχολείο για 9 χρόνια, συνεπώς έχουν ήδη διδαχθεί τουλάχιστο τα στοιχειώδη και έχουν πιστοποιηθεί για αυτό με εξετάσεις, πριν αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου.

    Ωστόσο, αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μια τέτοια συζήτηση, είναι το πού μπορούν να οδηγήσουν τέτοιες ιδέες. Για παράδειγμα, πόσο ισχυρό θα ήταν το κίνητρο για μία πολιτική παράταξη να ελέγξει τα αποτελέσματα, ώστε να περνάνε τις εξετάσεις μόνο οι δυνητικοί ψηφοφόροι της; Ποια κυβέρνηση θα μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να ελέγχει τη σύνθεση του εκλογικού σώματος πριν καν πάει στην κάλπη;

    Ας υποθέσουμε ότι βρισκόταν ένας αδιάβλητος τρόπος να ξεπεραστεί το παραπάνω. Ποιος θα κρίνει ποιο έλλειμα γνώσης είναι ικανό να αφαιρέσει από έναν άνθρωπο το θεμελιώδες δικαίωμα να αποφασίζει για τη δική του ζωή; Ποιος δείκτης ευφυίας θα στερήσει από έναν άνθρωπο τη δυνατότητα να συμμετέχει στα κοινά; Ποια νομιμοποίηση θα έχει μία κυβέρνηση εκλεγμένη από «έξυπνους» και «γνώστες» στα μάτια ενός ανθρώπου που του έχει αφαιρεθεί το θεμελιώδες δημοκρατικό του δικαίωμα; Οι εγκυκλοπαιδικές γνώσεις είναι το μόνο προσόν που πρέπει να έχει ένας ψηφοφόρος για να πάρει αποφάσεις; Το ήθος του, η εντιμότητά του, το ενδιαφέρον του για τους κοινωνικούς θεσμούς δεν θα έχουν θέση; Αν μετράμε το ένα, γιατί να μην μετράμε και τα άλλα; Και πώς θα τα μετρήσουμε;

    Φυσικά, το μεγάλο λάθος σε ένα τέτοιο σκεπτικό ξεκινάει από το θεμελιώδες σφάλμα ότι κάποιος με την ψήφο του στις εκλογές αποφασίζει για ένα ή δύο θέματα, με ένα ή δύο κριτήρια. Το μεγάλο πλεονέκτημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, είναι ακριβώς ότι η ψήφος είναι μια ανάθεση εντολής σε κάποιον να συμμετέχει σε αποφάσεις – ούτε καν να αποφασίζει μόνος του – και όχι λήψη απόφασης. Και αυτό είναι που κάνει την πολιτική διαδικασία προτιμότερη και πιο λειτουργική μακροπρόθεσμα, από τη λήψη αποφάσεων με δημοψηφίσματα.

    Ωστόσο, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι, εκ του αποτελέσματος, οι αποφάσεις που έχουμε πάρει ως πολίτες ιδιαίτερα τα τελευταία δέκα χρόνια, ελέγχονται ως προς τον ορθολογισμό τους και προφανώς υπάρχει ένα σημαντικό πρόβλημα ανάλυσης της πραγματικότητας από πολλούς. Αυτό είναι όντως πρόβλημα. Η λύση του όμως δεν είναι ο περιορισμός όσων συμμετέχουν – το αντίθετο.

    Τα τελευταία 200 χρόνια, οι δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες άκμασαν και γνώρισαν πρωτοφανή επίπεδα ελευθερίας και ευημερίας, εμπλουτίζοντας με μικρά ή μεγάλα βήματα τα εκλογικά σώματά τους όλο και περισσότερο. Οι περιορισμοί αντίθετα, έφεραν παντού ολέθρια αποτελέσματα.

    Αν το πρόβλημα είναι το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και η μειωμένη ικανότητα λήψης ορθολογικών αποφάσεων, τότε η λύση βρίσκεται στην καλύτερη παιδεία, στην ενθάρρυνση της γνώσης, στην ανάδειξη της αξίας της μάθησης. Αν κάποιος δεν ξέρει πόσα εκατομμύρια έχει το δισεκατομμύριο, θα πρέπει να μάθει ότι έχει χίλια. Κάθε φορά, σε κάθε μέτρηση.

    Αυτή είναι η μόνη απάντηση και όχι ο περιορισμός ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων.

    *ο Άντη Ζέρβας είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal την 8η Ιανουαρίου 2019

  • Φιλελευθερισμός, Ελιτισμός και Λαϊκισμός

    Του Νίκου Χαραλάμπους

    Το δίπολο Ελιτισμού-Λαϊκισμού φιγουράρει στον δημόσιο διάλογο και στην επικαιρότητα σε πολλά μέτωπα. Η αντίδραση του «λαού» στις «ελίτ» και η περιφρόνηση των «ελίτ» απέναντι στον «λαό» απασχολεί διανοούμενους και πολιτικούς. Το δίπολο αυτό έχει διχάσει τον φιλελεύθερο χώρο με την ισχύ αλυσοπρίονου.

    Τι πρέπει να κάνουν οι φιλελεύθεροι;

    Οι ιδέες τους για μια οικονομία της αγοράς έχουν επικρατήσει. Οι ιδέες τους για ατομικά δικαιώματα κερδίζουν διαρκώς έδαφος. Άρα θα περίμενε κάποιος να θέλουν να διατηρήσουν το status quo. Από την άλλη μεριά, οι ωφελημένοι των τελευταίων δεκαετιών βάζουν στεγανά. Περιχαρακώνουν τα προνόμιά τους με διάφορες δικαιολογίες. Αυτοί που ωφελήθηκαν από τον ανταγωνισμό, δεν τον θέλουν. Άρα οι φιλελεύθεροι θα πρέπει να πάνε με τον «λαό»; Ακόμα κι αν ο «λαός» θέλει να σηκώσει τοίχους στα σύνορα και δεν θελήσει να ανεχτεί κάτι το διαφορετικό;

    Σε αυτή την πολυδιάστατη πραγματικότητα, ο φιλελευθερισμός μπορεί και πρέπει να στέκεται μακριά και από τον λαϊκισμό και τον ελιτισμό. Φιλελεύθερος που ρέπει προς τη μια ή την άλλη κατηγορία χάνει μέρος της ιδεολογίας του.

    Ο ελιτιστής θα εξυψώσει και θα δεχτεί ό,τι έχει να πει ένας καθηγητής πανεπιστημίου και θα απαξιώσει εξαρχής ό,τι έχει να πει ένας μηχανικός αυτοκινήτου ή μια κομμώτρια. Ο λαϊκιστής πράττει, λέει και σκέφτεται το αντίθετο. Απαξιώνει τον καθηγητή πανεπιστημίου ως αποκομμένο από τη ζωή και κολακεύει τον μηχανικό αυτοκινήτου και την κομμώτρια, ανεξάρτητα με το τι λένε. Ο φιλελεύθερος κρίνει τα λεγόμενα και τις ιδέες του καθενός. Αν υποστηρίζεις το πρωτείο του ατόμου, ακούς προσεκτικά και τον καθηγητή πανεπιστημίου και τον μηχανικό και την κομμώτρια και κρίνεις όσο ορθολογικά μπορείς αυτό που έχει να πει ο καθένας και καθεμία.

    Μόνο με την προσήλωση στις αρχές του και στην παράδοσή του, ο φιλελευθερισμός μπορεί να αποφύγει τις ιδεολογικές παγίδες και του ελιτισμού και του λαϊκισμού.

    *ο Νίκος Χαραλάμπους είναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Φιλελεύθερος την 3η Ιανουαρίου 2019

  • Τέχνη, φόροι, ψήφοι

    Του Γιάννη Παπαδόπουλου*

    Καθώς γράφω αυτό το άρθρο είμαι στο αεροπλάνο και επιστρέφω από επαγγελματικό ταξίδι στην Ιταλία. Στο περιθώριο των εργασιών εκεί, επισκέφτηκα για πρώτη φορά το Βατικανό και η επίγευση από την επίσκεψη έχει μια… χαρμολύπη.

    Από τη μια, θαύμασα από κοντά κάποια από τα εντυπωσιακότερα αρχιτεκτονικά και καλλιτεχνικά θαύματα όλων των εποχών. Όμως, ακόμα και την ώρα που τα περιεργαζόμουν με το στόμα ανοιχτό, δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι την αθέατη πλευρά: τα άτομα των οποίων οι κόποι συγκεντρώθηκαν από βασιλείς και ιερείς υπό τη μορφή φόρων, αναγκαστικών εισφορών και αεριτζίδικων υποσχέσεων  (βλέπε συγχωροχάρτι) για να χτιστούν αυτά τα αρχιτεκτονικά και καλλιτεχνικά θαύματα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά η ειρωνεία ότι τα πιο πολλά από αυτά φτιάχτηκαν για να τιμήσουν μια θρησκεία που κηρύττει την εγκράτεια, την εθελοντική διανομή του πλούτου, την ελεημοσύνη κτλ, δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα.

    Οπότε, από τη μία σκέφτομαι: πόσο φτωχότερος θα ήταν ο κόσμος αν δεν είχε συσσωρευτεί αυτός ο πλούτος και δεν είχε διοχετευτεί στην τέχνη;

    Από την άλλη αναρωτιέμαι: πόσα άτομα έζησαν μια πιο φτωχική ζωή για να διακοσμήσει ο Μιχαήλ Άγγελος την Καπέλα Σιστίνα; Πόσοι άνθρωποι δεν ταξίδεψαν ποτέ για να χρηματοδοτηθούν τα 200 χρόνια κατασκευής του ναού του Αγίου Πέτρου;

    Στο δεύτερο ερώτημα δεν έχω απάντηση: η τέχνη δύσκολα κοστολογείται και η αξία της θυσίας δύσκολα υπολογίζεται.  Στο  πρώτο, όμως, νομίζω πως έχω.

    Ο Ernst Gombrich στο «Χρονικό της Τέχνης» ακολουθεί την διαχρονική εξέλιξη των θεμάτων και των τεχνοτροπιών της τέχνης. Περίπου στη μέση του 19ου αιώνα εντοπίζει μια αλλαγή που μεταμορφώνει την τέχνη: τον τρόπο χρηματοδότησης. Ενώ μέχρι τότε ο καλλιτέχνης έψαχνε να γίνει «πελάτης» (cliens) σε κάποιον «πατρόνα» (patronus) ο οποίος θα χρηματοδοτούσε την τέχνη του, για διάφορους λόγους η προσφορά πατρόνων μειώνεται.

    Το άγχος επιβίωσης του καλλιτέχνη αυξάνει κατακόρυφα, αλλά, ταυτόχρονα, απελευθερώνεται: ο καλλιτέχνης δεν είναι πλέον εγκλωβισμένος σε θρησκευτικά θέματα, ούτε είναι υποχρεωμένος να ικανοποιήσει την κάθε απαίτηση του πατρόνα (στο έργο του Jan van Eyck “ Madonna with Canon Joris van der Paele”, ο πατρόνας εμφανίζεται στο… πλάι της Βρεφοκρατούσας!). Έτσι η σύγχρονη τέχνη γεννιέται και από μέθοδος αποθέωσης του πατρόνα και των ιδεών / θέλω του, μεταμορφώνεται σε πολυμορφικό τρόπο έκφρασης, κριτικής, εκπαίδευσης, διαμαρτυρίας, αυτοαναφορικότητας, στοχασμού κτλ.

    Επομένως, ο κόσμος μάλλον δεν φτωχαίνει όταν ο κάθε άνθρωπος αφήνεται να χρησιμοποιήσει τα χρήματά του όπως θέλει. Απλώς, επειδή το κάθε άτομο  έχει διαφορετικές ανάγκες και επιθυμίες, τα χρήματα δεν χρησιμοποιούνται για να χρηματοδοτήσουν έργα μονοσήμαντα, που ανήκουν σε λίγους και είναι συγκεντρωμένα σε λίγα μέρη. Αντιθέτως, διαχέονται  και δημιουργούν  ένα διάσπαρτο στο χώρο, πολύ-ιδιοκτησιακό μωσαϊκό έργων διαφορετικών θεματικών, σκοπών και μορφής.

    Λίγη ώρα έχει μείνει ως την προσγείωση και μια τελευταία ερώτηση με απασχολεί: μήπως και σήμερα γίνεται κάτι το αντίστοιχο; Μήπως και σήμερα κάποιοι συγκεντρώνουν τους κόπους μας για να επιδιώξουν δικούς τους, συγκεντρωτικούς, μονοθεματικούς, μη-ανταποδοτικούς σκοπούς, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τα ανύπαρκτα χαμόγελα συνταξιούχων που θα ήθελαν να πάρουν ένα δώρο παραπάνω στα εγγόνια τους  ή την αμηχανία των μισθωτών που δουλεύουν ατελείωτες ώρες χωρίς να μπορούν να προσφέρουν στην οικογένειά τους μία έξοδο για φαγητό;

    Αυτή την απάντηση οφείλουμε να τη δώσουμε ο καθένας μόνος, και ίσως αυτή η απάντηση να πρέπει να είναι το βασικό κριτήριο που θα καθοδηγήσει την ψήφο μας.

    Εγώ, πάντως, έχω απαντήσει: ο κόπος μας μαζεύεται με αυξανόμενη λαιμαργία, καλύπτεται με έναν μανδύα δήθεν υποστήριξης των αδυνάμων που στην πραγματικότητα είναι σύστημα εξάρτησης των αδυνάτων από διάφορους πατρόνες, χρησιμοποιείται ανερυθρίαστα για ιδιωτικούς σκοπούς των διαχειριστών, και, δυστυχώς, ο κόπος μας δεν θα γίνει ποτέ Καπέλα Σιστίνα και Άγιος Πέτρος. Δηλαδή, δεν θα γίνει ποτέ έργο που ναι μεν στέρησε πολλά από πολλά άτομα, αλλά τουλάχιστον προσέφερε δουλειά σε πολλές νεότερες γενιές και στιγμές ευχαρίστησης σε αμέτρητους επισκέπτες. Δυστυχώς, οι κόποι μας θα γίνουν μόνο Καρανίκες, Πετσίτες, άχρηστες κρατικές δομές και ορδές πληρωμένων κομματοσκυλοtweets…  Και έχω καλύτερα σχέδια για τους κόπους μου. Καλή προσγείωση (ή μήπως απογείωση;)!

     

    *o Γιάννης Παπαδόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 2 Ιανουαρίου 2019

  • Οι 14 σελίδες που θα εμπνεύσουν ένα νέο της κρίσης

    Του Ηλία Παρασκευόπουλου*

    Το δοκίμιο του Βενιαμίν Φραγκλίνου “Ο Δρόμος προς τον Πλούτο” προσφέρει μια οπτική για την οικονομική ζωή των ανθρώπων, την οποία νομίζω ιδανική να αφουγκραστεί η γενιά μας δεδομένης της ιστορικής στιγμής. Αναδεικνύει τις αξίες της φιλοπονίας, της προσήλωσης και της λιτότητας.

    “Without pain there is no gain”, λέει ο Φραγκλίνος. Φιλοπονία είναι να κάνεις ό,τι μπορείς σήμερα γιατί δε ξέρεις αν θα μπορείς αύριο. Είναι να μην τεμπελιάζεις γιατί αυτό φθείρει τον άνθρωπο και σπαταλά τον χρόνο. Αλληγορικά, είναι περισσότερο φθαρμένο ένα κλειδί που σκουριάζει λόγω μη χρήσης παρά εκείνο που χρησιμοποιείται, αλλά γυαλίζει. Επίσης, η σπατάλη του χρόνου κρίνεται ως ασωτία, καθώς, ενώ είναι πολύτιμος και περιορισμένος πόρος, ξοδεύεται ανόητα.

    Ως πρόσθετο στοιχείο της οικονομικής μας ζωής προτείνει την στοχοπροσήλωση. Η παραγωγικότητα και δημιουργία ενός νέου ανθρώπου χρειάζονται κατεύθυνση για να ευοδώσουν. Μα και προσοχή και σταθερότητα, ώστε με ασφάλεια και πλάνο να οδηγηθούμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα, την προκοπή.

    Η αξία της λιτότητας συνίσταται στην ικανότητα εξοικονόμησης χρημάτων, καθώς δεν είναι μόνο η απόκτηση αυτών σημαντική. Για παράδειγμα, τα χρυσά εισοδήματα της Ισπανίας από το Νέο Κόσμο δεν έκαναν πλούσια τη χώρα, αφού ξόδευε υπερβολικά.

    Η αντίληψη του Φραγκλίνου μπορεί να ερμηνευτεί στη σημερινή οικονομική ζωή των νέων στην Ελλάδα. Μας λέει να φιλοπονήσουμε στις σπουδές μας μελετώντας καλά και τελειώνοντας σύντομα. Να δουλέψουμε ή να ασχοληθούμε με τον εθελοντισμό. Να αξιοποιήσουμε τον χρόνο επενδύοντας επάνω μας με το διάβασμα ενός καλού βιβλίου ή ξεκινώντας μια νέα γλώσσα. Να μην κάτσουμε άπραγα αλλά να φιλοδοξήσουμε. Να σκεφτούμε με πλάνο τι θέλουμε να πετύχουμε και να το προχωρήσουμε. Αλλά και να γνωρίζουμε, να ρυθμίζουμε τα έξοδά μας, δηλαδή να μην αγοράζουμε το ακριβότερο προϊόν Α αν το Β είναι το ίδιο εξυπηρετικό. Εν τέλει, επιχειρηματολογεί ώστε να πάψουμε απλώς να ελπίζουμε για το μέλλον, αλλά να αδράξουμε την κατάσταση στα χέρια μας. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε κανέναν να κάνει πράγματα για εμάς. Μόνο στο χέρι μας είναι όλα.

    Σε έναν βίο σύμφωνο με την παραπάνω αντίληψη μπορούμε να αναμένουμε την αύξηση του πλούτου και την πρόοδο, τόσο για κάθε νέο ξεχωριστά όσο και ως ελληνική κοινωνία.

     

    *ο Ηλίας Παρασκευόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της
    Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    * Το δοκίμιο του Βενιαμίν Φραγκλίνου “Ο Δρόμος προς τον Πλούτο” υπάρχει
    ελεύθερο στο διαδίκτυο σε ελληνική μετάφραση, μπορείτε να το βρείτε σε
    μηχανή αναζήτησης.

     

    Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Φιλελεύθερος στις 8 Ιανουαρίου 2019.

  • Περί εγχώριας διαφθοράς και «κακών ξένων»

    Του Άρη Κωνσταντινίδη*

    Ο κυρΛευτέρης είχε χρόνια να φανεί απ΄το μαγαζί. Γέρασε ο άνθρωπος, πήρε τη σύνταξή του και έμεινε μόνιμα στον τόπο του, την Κρήτη. Τον ήξερα πολύ καλά από τότε που εργαζόμουν (για ένα διάστημα) στο μαγαζί του μακαρίτη του θείου μου για να μάθω τη δουλειά. Ήταν καθημερινός πελάτης. Υδραυλικός και μάλιστα διορισμένος σε μόνιμη θέση στην ΕΥΔΑΠ. Κάθε πρωί πήγαινε στην εταιρία του και εκείνη του ανέθετε να επισκευάσει όποια βλάβη προέκυπτε στα δίκτυά της. Ερχόταν στο μαγαζί του θείου, αγόραζε τα υλικά που θα χρειαζόταν και πήγαινε στην εργασία του.

    Το πράγμα δεν ήταν όμως τόσο απλό. Ο ΚυρΛευτέρης ήθελε εκτός απο τον κανονικό τρεχούμενο μισθό του, να βγαζει “κάτι τις” και από τα υλικά. Έλεγε του θείου να του υπολογίζει ένα ποσόν περίπου 30% για πάρτυ του. Πώς γινόταν αυτό? Πολύ απλά: Έκοβε ο θείος το τιμολόγιο με τα υλικά που ψώνιζε ο υδραυλικός αλλά τα φούσκωνε στην τιμή. Αν κόστιζαν ας πούμε με σημερινές τιμές 1.000 ευρώ, εκείνος έκοβε τιμολόγιο 1.300. Έτσι ο Λευτέρης πλήρωνε 1.000 και όταν επέστρεφε στην εταιρία του εισέπραττε 1.300. Του θείου βέβαια δεν του πολυάρεσε αυτό διότι δεν συνέφερε και πολύ. Δηλαδή ναι μεν τον ήθελε τον συγκεκριμένο πελάτη (και μάλιστα πάρα πολύ μιας και ήταν τόσο σταθερός και με πολύ καλούς τζίρους) αλλά έπρεπε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με τον επιπλέον ΦΠΑ. Ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει φόρο Και για τη μίζα του Λευτέρη.

    Όμως όλοι οι ξύπνιοι επιχειρηματίες της εποχής έβρισκαν εύκολα τη λύση (ιδίως όταν το θύμα θα ήταν το Κράτος). Έτσι και ο θείος. Λέει του Λευτέρη, όταν το ποσόν είναι 1.000 ευρώ και εσύ θες και 300 για σένα, τότε θα γράφουμε στο τιμολόγιο 1450 ευρώ αντί για 1.300. Εσύ θα μου πληρώνεις 1.150, θα ειπράττεις 1.450 και θα είμαστε όλοι καλυμμένοι και ωραίοι. Ο υδραυλικός δεν ειχε αντίρρηση, ήταν βλέπεις λογικός άνθρωπος. Καταλάβαινε και το δίκιο του θείου. Και κάπως έτσι, κάθε φορά που αγόραζε ένα υλικό, το δημόσιο πλήρωνε και ενα περίπου 50% επιπλέον για τη μίζα του υπαλλήλου. Εγώ δεν ήμουν ούτε 20 χρονών τότε, αλλά πάντα έμπαινα στον πειρασμό να υπολογίσω. Και έβλεπα ότι ο Λευτέρης κάθε μήνα έβγαζε τουλάχιστον άλλον έναν μισθό (και παραπάνω μάλλον) στο έτσι, μαύρα και απατεωνίστικα.

    Σήμερα πέρασε από το μαγαζί για να αγοράσει κάτι να μαστορέψει στο σπίτι της κόρης του που τον φιλοξενεί στην Αθήνα για λίγες μέρες.

    -Άστα Άρη, μου λέει. Ζούμε μέρες καταστροφής! Μου περιόρισαν οι αλήτες τη σύνταξη και τα βγάζω δύσκολα πέρα. Αυτά τα λαμόγια οι ξένοι φταίνε! Θέλουν να μας ρημάξουν και δυστυχώς η κυβέρνηση (που εγώ την πίστεψα και την ψήφισα) τους κάνει τα χατήρια αντί να τους κόψει τον βήχα. Εκείνα τα χρόνια ζούσαμε καλά. Γιατί τότε υπήρχε και ένας ηγέτης ικανός. Υπήρχε ένας Παπανδρέου! Δεν τους έπαιρνε να του κουνηθούν εκείνου. Ενώ τώρα, μας πήρε και μας σήκωσε! Εγώ πίστεψα πραγματικά στον Τσίπρα, αλλά δυστυχώς μας πρόδωσε κι αυτός!

    Σκέφτηκα να απαντήσω, να του θυμίσω τις παλιές καλές μέρες, τότε που έκλεβε και με τα δύο χέρια, τότε που έκανε καθημερινά απάτες εις βάρος του δημοσίου. Τις οποίες πληρώνει και εκείνος σήμερα σε έναν βαθμό κι ας μην το αντιλαμβάνεται. Και μαζί με εκείνον όλοι μας. Απάτες που γνώριζε άριστα ο “Ηγέτης” αλλα τις άφηνε ελεύθερες να καταστρέφουν τον τόπο. Αλλά δεν είπα τίποτε τελικά. Ήξερα πως εκείνος δεν θα άλλαζε άποψη. Ότι συνεχίζει να τα υπολογίζει όλα όπως και τότε: Με βάση μόνο το προσωπικό του συμφέρον! Πώς το λέει ο λαός;

    “Ο λύκος κι αν εγέρασε κι αν άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του.” Ε, αυτό!”

     

    * Ο Άρης Κωνσταντινίδης είναι μέλος της μόνιμης γενικής συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 6 Ιανουαρίου 2019