• Είμαστε όλοι διακινητές ψευδών ειδήσεων

    Υπάρχει μια επιδημία που εξελίσσεται παράλληλα με τον κορονοϊό: ένα infodemic παραπληροφόρησης και διασποράς παραπλανητικών ειδήσεων με τρόπο που βρίσκεται κάτω από το όριο ανίχνευσης από αλγόριθμους, ενώ κάνει όλους μας δυνητικούς διακινητές τέτοιου υλικού.  Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα ασχολούμαστε με τα fake news με σημαντικά αποτελέσματα ανάδειξης ψεύτικων ειδήσεων αλλά επειδή ο κόσμος και η τεχνολογία τρέχουν προς το ζοφερό μέλλον με ρυθμούς που δεν μπορεί κάποιος να ανταγωνιστεί εύκολα, έχουμε φτάσει στην επόμενη ημέρα των ειδήσεων που αν χαρακτηρίσουμε απλά ως «fake», έχουμε χάσει την ουσία του προβλήματος όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα.  Ψάχνουμε για κείμενα, όταν η παραπληροφόρηση έχει πάρει άλλες μορφές, αυτή των memes, της στρατευμένης γελοιογραφίας και των γρήγορων κλιπ από το TikTok που περνάνε μηνύματα με ανώδυνο για τους συνωμοσιολόγους τρόπο.  Και ψάχνουμε για κείμενα ελεύθερα στο διαδίκτυο, όταν ο νούμερο ένα σκοτεινός θάλαμος του επόμενου εφιάλτη απαντάται στο messenger και στα κρυπτογραφημένα (ή μήπως όχι) μηνύματα του What’s Up.

    Στο ξεκίνημα της πανδημίας του COVID19, μια σειρά από φωνητικά μηνύματα στην Γερμανία που έδιναν λανθασμένες πληροφορίες για το σοβαρό αυτό θέμα δημόσιας υγείας, έφτασαν σε τέτοιο επίπεδο κοινοποίησης και ευρείας «αποδοχής» από το κοινό, που η ίδια η κυβέρνηση χρειάστηκε να λάβει μέτρα για την καταπολέμησή τους.  Ομοίως, στην Βραζιλία του Μπολσονάρο, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες του What’s Up για να διαδώσει παραπλανητικές ειδήσεις, να καταστήσει αναξιόπιστη την αντιπολίτευση και να τη φιμώσει.  Στις χώρες που η δημοκρατία πλήττεται σοβαρά και η ελευθερία του λόγου οδηγεί σε εξόντωση αντιπάλων, οι κυβερνήσεις έχουν αναγάγει τη διαχείριση των κοινωνικών δικτύων προς όφελος της προπαγάνδας τους, σε τέχνη.  Το φαινόμενο όμως δεν είναι και τόσο πρόσφατο.  Οι εκλογές του 2016 στις Ηνωμένες Πολιτείες αφέθηκαν στα χέρια μιας ομάδας Ρώσων τρολ, η οποία – από το 2015 έως το 2017 – χρησιμοποίησε  10.4 εκκατομύρια tweet, 1,100 YouTube βίντεο, 116,000 αναρτήσεις Instagram και 61,500 πρωτότυπες Facebook αναρτήσεις για να διχάσει το κοινό της Αμερικής και να σπρώξει την υποψηφιότητα Trump.  Το Νοέμβριο του 2019, μια άλλη έρευνα αποκάλυψε ότι ακριβώς η ίδια διαδικασία είχε λάβει χώρα στην Πολωνία.

    Αν νομίζετε ότι τα παραπάνω post είχαν όλα τη μορφή κειμένων και μάλιστα σοβαρών και βαρύγδουπων, κάνετε λάθος από άγνοια: τα περισσότερα μηνύματα αποτελούσαν εύπεπτο, σχεδόν χιουμοριστικό υλικό.  Άλλες πάλι φορές επρόκειτο για τρυφερές εικόνες (τι σχέση έχουν τα ποσταρίσματα γατιών με τα fake news?  Απάντηση: η ευρεία αποδοχή και το like farming που προκύπτει από τα ποσταρίσματα με γατάκια και σκυλάκια, κάνει τους αποδέκτες τέτοιων αναρτήσεων πιο επιρρεπείς στην κατοπινή επιδοκιμασία και διακίνηση ψευδών ειδήσεων) και άλλοτε για σέξι γελοιογραφίες (ωραίες, χαζές γυναίκες που δεν καταλαβαίνουν από μέτρα προστασίας, χαχα, κάτσε να τα στείλω στους φίλους μου, στην ομάδα που έχουμε φτιάξει μεταξύ μας για να γελάμε.  Ουπς!  Μόλις έγινα διακινητής επικίνδυνου υλικού και ο ίδιος).

    Αυτό που δυσκολεύεται να καταλάβει ο απλός «κυνηγός» των ψευδών ειδήσεων, είναι το ότι οι διακινητές έχουν ραφινάρει τους τρόπους δράσης τους και έχουν συμπεριλάβει την ψυχολογία στην κατάρτιση στρατηγικών πλάνων επηρεασμού της εκλογικής συμπεριφοράς.  Το υλικό τους βρίσκεται εκεί αρχικά για να σε χαλαρώσει, να σε κάνει να αισθανθείς μια περίεργη οικειότητα, να σε κάνει να γελάσεις και να διακωμωδήσεις.  Και πάνω σε αυτή τη διακωμώδηση, στήνονται πολιτικές καριέρες.  Είναι πλέον κοινή παραδοχή σε όσους ασχολούμαστε με το θέμα, ότι ένας τεράστιος όγκος πληροφοριών διακινείται μέσω οπτικού υλικού (memes, γελοιογραφίες) που καταπίνεται αμάσητο επειδή δεν προϋποθέτει τη γνώση κάποιας γλώσσας ενώ ο εγκέφαλος επεξεργάζεται την πληροφορία με διαφορετικό τρόπο από ότι συμβαίνει όταν μεσολαβεί λεξιλόγιο.

    Όμως, αν και μεγάλο, δεν είναι μόνο αυτό το πρόβλημα.  Αν βάλεις στο παιχνίδι το γεγονός ότι κάποιοι ηγέτες χαρακτηρίζουν ως fake news οποιονδήποτε ισχυρισμό εναντίον τους (βλέπε Trump), τότε θα καταλάβεις πόσο δύσκολη είναι η πάταξη του φαινομένου που μόλις τώρα έχει αρχίσει να γίνεται αντιληπτό.  Αν λάβεις υπόψη σου το γεγονός ότι ο τύπος όλο και περισσότερο επιχορηγείται για να προβάλλει τα συμφέροντα μιας συγκεκριμένης κοινωνικοπολιτικής ομάδας, νομίζω ότι καταλαβαίνεις πόσο συνδυαστικά λειτουργούν κάποια πράγματα.  Αλλά το χειρότερο, είναι το παρακάτω: κάθε φορά που κοινοποιείς την κατάρριψη των ψευδών ειδήσεων, στην πραγματικότητα συμβάλλεις στην διαιώνιση της δυσπιστίας απέναντι στο περιεχόμενο του διαδικτύου, δηλαδή δημιουργείς περισσότερους καχύποπτους οι οποίοι αύριο-μεθαύριο θα είναι καχύποπτοι απέναντι σε οτιδήποτε διαβάσουν, ακούσουν ή μοιραστούν στον κυβερνοχώρο, ακόμα κι αν αυτό είναι επιστημονικά σωστό ή ορθολογικά ακριβές.

    Και τώρα θα με ρωτήσεις «τι να κάνω, να αφήσω να πλημμυρίσει το facebook με ψέμματα»;  Καταρχάς δεν είναι η δουλειά του μέσου χρήστη να κάνει τον ghostbuster.  Υπάρχουν ομάδες ελέγχου που κι αυτές χρειάζονται έλεγχο από ανεξάρτητη αρχή (σε μη ανεπτυγμένες χώρες αυτός που ποστάρει και αυτός που ελέγχει προέρχονται από το ίδιο pool συμφερόντων).

    Αλλά θα απαντήσω λεπτομερώς σε αυτό το ερώτημα, σε επόμενο επεισόδιο.  Σε αυτή τη φάση, ας θυμόμαστε ότι ένα meme δεν είναι ποτέ απλά ένα meme.

     

  • Ένας υπολογιστής δεν φέρνει την Άνοιξη (στην τηλεκπαίδευση)*

    Η χειρότερη τραγωδία για ένα ποιητή είναι να τον θαυμάζουν έχοντας παρεξηγήσει το έργο του υποτίθεται ότι έγραφε ο Ζαν Κοκτώ και μου αρέσει να σκέφτομαι ότι αυτό το απόφθεγμα μπορεί να βρει εφαρμογή σε πάρα πολλές περιπτώσεις του καθημερινού βίου των τελευταίων ετών, κατά τις οποίες εξυμνούμε ή αφορίζουμε αλλαγές και διαδικασίες με αποκλειστικό γνώμονα τον τρόπο που τα επεξεργάζεται ο εγκέφαλός μας, ίσως και η κοινωνική ομάδα μέσα στην οποία έτυχε να γεννηθούμε.  Ένα από αυτά τα «καινούρια μου καλάθια» είναι η τηλεκπαίδευση ή μάλλον αυτό που φαντάζεται κανείς ότι είναι «τηλεκπαίδευση», την οποία αναγκαστήκαμε όπως όπως να σφιχταγκαλιάσουμε – δεν γινόταν διαφορετικά – την περίοδο της καραντίνας ενώ ούτε κατά διάνοια υπήρξαμε προετοιμασμένοι γι’ αυτή.  Αυτό όμως δεν είναι ένα άρθρο για τις δυσκολίες στην επικοινωνία που συναντήσαμε κατά τους προηγούμενους μήνες αλλά για το θράσος κάποιων να πιστεύουν ότι η τηλεκπαίδευση καθαυτή είναι ένας υπολογιστής και μια γρήγορη ταχύτητα internet – αυτά αρκούν.  Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό το πιστεύουν, που από την Άνοιξη και πέρα όλα αφέθηκαν στο έλεός τους ενώ δεν έγινε καμία προσπάθεια να μελετήσουμε το πώς θα μπορούσαμε πραγματικά να μεταβούμε ομαλά από τα δια ζώσης μαθήματα σε ένα μοντέλο εξ αποστάσεως διδασκαλίας και μάθησης, με σοβαρότητα και παιδαγωγική ευθύνη.  Δεν έγινε δηλαδή καμία προσπάθεια να εκπαιδευτούμε στην τηλεκπαίδευση, ένα πεδίο που έχει το δικό του curriculum, τους δικούς του κανόνες, πρωτόκολλο και συνθήκες λειτουργίας.

    Αλλά το ανέκδοτο δεν σταματάει εδώ.  Ήδη ο όρος «τηλεκπαίδευση» έχει μπει στο καθημερινό μας λεξιλόγιο με τον χειρότερο τρόπο: προετοιμαζόμαστε για κάτι που δεν έχουμε γνωρίσει, που έχουμε υποτιμήσει σε δυσκολία, που δεν έχουμε ερευνήσει ποιοτικά (ένα από τα μεγαλύτερα σοκ που έπαθα όταν χρειάστηκε να φτάσουμε διαδικτυακά στους μαθητές μας ήταν η διάλυση της ψευδαίσθησης ότι «οι νέοι παίζουν την τεχνολογία στα δάκτυλά τους».  Τελικά οι νέοι μπορεί να παίζουν το τικ τοκ και τις πλατφόρμες γνωριμιών στα δάκτυλά τους αλλά, πιστέψτε με, χρειάζονται μάνιουαλ για τις διαδικτυακές εκπαιδευτικές πύλες, για να φτιάξουν λογαριασμό στο Skype ή το zoom και πολύ περισσότερο για να προσαρμοστούν στους κανόνες διαδικτυακής συμπεριφοράς, δηλαδή στο πότε ανοιγοκλείνω το προφίλ μου, πότε βάζω σιγή στο μικρόφωνο διατηρώντας κατά προτίμηση την κάμερα ανοιχτή στο μάθημα: τα ευτράπελα εκείνης της περιόδου γράφουν τόμους βιβλίων).  Σαν να μην έφτανε αυτό, η ευθύνη για την διδασκαλία των παραπάνω έπεσε στους δασκάλους και καθηγητές όλων των βαθμίδων, οι οποίοι είχαν να αντιμετωπίσουν ακριβώς τις ίδιες αγκυλώσεις που είχαν και οι μαθητές τους κι επιπλέον ένα ανελέητο κατηγορώ.  Στην «τηλεκπαίδευση» που ζήσαμε, ο τυφλός οδηγούσε τον αόμματο.  Παρά τα παραπάνω όμως, ο κόσμος και δη ο πολιτικός συνεχίζει να περνάει την εντύπωση ότι ο υπολογιστής από μόνος του ισούται με εκπαίδευση.

    Ένα από τα θέματα που γεννούν προβληματισμό είναι το γεγονός ότι παρά την ανάπτυξη των εργαλείων των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και Επικοινωνίας, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί και ερευνητές εκπαιδευτικού υλικού – ή τέλος πάντων αυτοί που κάνουν κουμάντο και σπρώχνουν τηλεκαταρτίσεις, βλέπε σκρόιλ ελικίκου –  στην Ελλάδα, προέρχονται από παραδοσιακά περιβάλλοντα και κουβαλούν τεχνικές και μεθόδους οι οποίες δεν συνάδουν με την ταχύτητα και τον τρόπο με τον οποίο μεταδίδεται η πληροφορία στην άλλη άκρη μιας οθόνης υπολογιστή.  Δεν αρκεί μόνο να υπάρχουν αυτά τα εργαλεία, η διαχείριση και ο έλεγχός τους αποτελούν θέματα υψίστης σημασίας όταν μιλάμε για εκπαίδευση, ενώ η ποιότητα, η σωστή χρήση τους και η προσαρμογή τους στις απαιτήσεις του σήμερα, χρειάζονται τον συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων μερών.  Το ερώτημα είναι το κατά πόσο τα παραπάνω εργαλεία  και άλλα τόσα που θα έχουμε στο μέλλον στα χέρια μας, είναι ικανά να διευκολύνουν επί της ουσίας την εκπαιδευτική διαδικασία ή αν απλώς πρόκειται για μέσα προβολής υλικού ή παρουσιάσεων από κάποιες ομάδες ανθρώπων.  Για πολλούς θεωρητικούς της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, η ουσία δεν είναι η απλή αναπαραγωγή του τι γίνεται μέσα σε κάποια ακαδημαϊκή αίθουσα ή η στείρα παρουσίαση ενός μαθήματος σε κάποιον μαθητή/φοιτητή ο οποίος βρίσκεται σε διαφορετικό χώρο από αυτόν που πραγματοποιείται η διάλεξη.  Αυτό που αναζητείται στη χρήση των εργαλείων είναι η δημιουργία μιας ολοκαίνουριας ολιστικής εμπειρίας για τους εκπαιδευόμενους οι οποίοι θα μπορέσουν να παρέμβουν δημιουργικά στο υλικό που τους δίνεται, θα μπορούν να αλληλεπιδρούν, να καλλιεργούν νέες δεξιότητες, να εκμεταλλεύονται τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που τους δίνονται στο μέγιστο δυνατό βαθμό, να αναπτύσσουν κριτική σκέψη και να γίνονται μέλη μιας ευρύτερης κοινότητας ομοϊδεατών.

    Από την άλλη μεριά, τα πλεονεκτήματα της τηλεκπαίδευσης αποδεικνύονται ταυτόχρονα και τα αδύνατά της σημεία: η αλληλεπίδραση, η ανάπτυξη της επικοινωνίας και η ομαδικότητα που εν δυνάμει καλλιεργεί, ανατρέπονται από τον ασύγχρονο χαρακτήρα της.  Η αποστολή μηνυμάτων σε ανύποπτο χρόνο από τους μαθητές και οι απαντήσεις-επεξηγήσεις στα μηνύματα από τους διδάσκοντες, μπορεί να οδηγήσουν σε ανισότητες στη συμμετοχή, σε δυσκολία στο συντονισμό της συζήτησης ή ακόμα και σε μια ανεξέλεγκτη φλυαρία που αποπροσανατολίζει το μαθητή από το εκπαιδευτικό του αντικείμενο.  Πολλοί καθηγητές κατά την διάρκεια της καραντίνας παραδέχτηκαν ότι οι διαφορές στην συμμετοχή κάποιων μαθητών είχαν να κάνουν με το πόσο «έσπρωχνε» από πίσω ο γονιός, δηλαδή με το πόσο συμμετείχε και αυτός σε κάτι που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να ενθαρρύνει την αυτενέργεια!

    Χρειάζεται χρόνος και προσπάθεια για να γυρίσουμε από τις παραδοσιακές, καλύτερα ελεγχόμενες μεθόδους διδασκαλίας – τις βασισμένες στο βιβλίο και την φυσική παρουσία – σε ένα χαμηλού κόστους βασισμένο εξ ολοκλήρου στο διαδίκτυο σύστημα, που να καλύπτει το μεγάλο αριθμό μαθητών που εξυπηρετούν αυτή τη στιγμή τα σχολικά και ακαδημαϊκά ιδρύματα, χωρίς να σχεδιάσουμε από την αρχή και να επαναπροσδιορίσουμε τις αρχές και τις μεθόδους που ορίζουν την εκπαίδευση και την επαγγελματική συμπεριφορά των λειτουργών της.  Είναι απαραίτητο για εκπαιδευτικούς και εκπαιδευόμενους, σχεδιαστές προγραμμάτων και συντονιστές, να εκπαιδευτούν από την αρχή πάνω σε μια φιλοσοφία που δεν θα στερείται τα οφέλη της σύγχρονης τεχνολογίας αλλά θα μπορεί να εκμεταλλευτεί δημιουργικά στο μέγιστο βαθμό τις ευκαιρίες που προσφέρει για γνώση και προσωπική ανάπτυξη.  Αλλά πριν γίνει αυτό, είναι απαραίτητο να ανοίξουμε εκείνη τη συζήτηση που όλοι αποφεύγουν να κάνουν.

    *Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

  • Οι μνηστήρες του Κέντρου*

    Καμιά κοινωνική ομάδα δεν είναι περισσότερο περιζήτητη στις τάξεις των στρατολόγων των κομμάτων από αυτή που προσδιορίζεται ως Κέντρο.  Το Κέντρο ανέκαθεν ασκούσε γοητεία σε ηγέτες και ψηφοφόρους, είναι το κομμάτι του παζλ που αποκαλύπτει όλη την ομορφιά ενός πολιτικού εγχειρήματος, το βασικό συστατικό μιας επιτυχημένης εκστρατείας.  Το να πάρεις το Κέντρο με το μέρος σου είναι πρακτικά η ένδειξη ότι έχεις βελτιωθεί στην επικοινωνία του πώς να κερδίζεις εκλογικές μάχες.  Τα μηνύματα που απευθύνονται σε κεντρώους ψηφοφόρους αποτελούν σπουδή στο πώς μια σειρά από θέσεις μπορούν να μεταφραστούν σε ένα ενιαίο, κατανοητό σύνολο – το τέλος της καταστροφικής επεξήγησης του τι θέλει να πει ο αρχηγός (ακολουθώ τον κανόνα που λέει ότι «αν πρέπει να το εξηγήσεις, είναι λάθος δοσμένο»).  Κατά περιόδους, τα κόμματα εξουσίας υπερήφανα ισχυρίζονται ότι έχουν το Κέντρο με το μέρος τους, άρα η αναζήτηση της καλύτερης δυνατής εκπροσώπησης οφείλει να τελειώσει εδώ και είναι αλήθεια ότι ενίοτε το Κέντρο μετακινείται για να χωρέσει.  Το γεγονός όμως ότι σε καιρούς νηνεμίας κερδίζει διαρκώς εξωσυστημικούς υποστηρικτές ενώ αναδεικνύει ανθρώπους που επιθυμούν να το διεκδικήσουν μακριά από τους μηχανισμούς της κεντρικής εξουσίας, δείχνει το πόσο η κρίσιμη μάζα που απεχθάνεται τις φωνασκίες και τις μεγάλες υποσχέσεις που φτάνουν μέχρι την κάλπη (μετά την απομάκρυνση από το ταμείο-κάλπη, ουδεμία υπόσχεση δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια) ζει, βασιλεύει και αξίζει μια αυτόνομη υποψηφιότητα.

    Αυτό σημαίνει βέβαια ότι η οποιαδήποτε προσπάθεια αποτελεί στοίχημα αναδιοργάνωσης και μελέτης της εκλογικής συμπεριφοράς, που χρειάζεται να απαντήσει στα εξής ερωτήματα:  α) ένας κεντρώος πολιτικός φορέας είναι θέμα ένωσης δυνάμεων ή εκ νέου ίδρυσης από το μηδέν, β) ευνοεί το σημερινό πολιτικό σκηνικό την κινηματική πολιτική ή με την Νέα Δημοκρατία επιστρέψαμε στα κόμματα μαζικής συμμετοχής και γ) συμμετέχουν σήμερα οι άνθρωποι σε κόμματα;  ‘Η μήπως «προσλαμβάνονται».  Στην προσπάθεια για ανασυγκρότηση του κεντρώου χώρου, η λέξη που παρουσιάζει την μεγαλύτερη προβληματική είναι η «ανασυγκρότηση»: αφενός το κέντρο δεν δίνει τα τελευταία χρόνια την εντύπωση ότι είναι πολιτικά συγκροτημένο με τρόπο που να λειτουργεί ως ο δεύτερος πόλος σε μια εκλογική αναμέτρηση.  Αφετέρου, η ανασυγκρότηση υπονοεί ότι μικρότερες πολιτικές ομάδες καλούνται να ενώσουν δυνάμεις αλλά υπάρχουν δομικές δυσκολίες στον τρόπο που γίνεται αυτό.  Τέλος, μέχρι σήμερα αρκετές προσπάθειες έχουν απαξιωθεί επικοινωνιακά από επαναλαμβανόμενες αποτυχίες του παρελθόντος οι οποίες δεν καταφέρνουν τελικά να βρουν τον δρόμο τους στις εκλογές.

    Υπάρχει και ένα άλλο θέμα που συχνά προσπερνιέται στην αναζήτηση του προσώπου που θα ενσαρκώσει καλύτερα το κεντρώο ιδεώδες: απουσιάζουν οι στρατιώτες που θα αναλάβουν την ευθύνη για τα αποτελέσματα μιας τέτοιας δουλειάς.  Απουσιάζει η δέσμευση σχεδόν από όλη την πολιτική ζωή του τόπου.  Και εκεί που κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η λέξη κλειδί στην πολιτική είναι η «ευελιξία», εγώ θα πω ότι υποφέρουμε από το αντίθετο: από το ξεχείλωμα των ιδανικών και των στόχων υπέρ της πρόσληψής μας σε μια θέση.  Ελλείψει εργασιακών θέσεων, ο πολιτικός στίβος μετετράπη σε career forum τέτοιο που να μην έχεις πια την εσωτερική ανάγκη να αλλάξεις τον κόσμο γύρω σου, μόνο την πρεμούρα να βρεις μια ενδιάμεση θεσούλα για να βολευτείς.

    Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην αληθινή πολιτική.

    Κατατάσσω τις δομικές δυσκολίες σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες:

    1. Στην αδυναμία σύνθεσης μιας νέας πολιτικής ομάδας η οποία να παρουσιάζει ομοιομορφία. Οι περισσότερες προσπάθειες σκοντάφτουν στον ερχομό κοντά ετερόκλητων στοιχείων που έχουν μεν καλές προθέσεις αλλά δεν έχουν υποστεί την ζύμωση εκείνη που θα τους οδηγήσει να γίνουν ομάδα.  Να θυμίσω ότι κατά το παρελθόν είχαμε ακούσει πολλά από ενώσεις «προσωπικοτήτων» και ελπίζω να αντιλαμβάνεστε ότι μια τέτοια αφετηρία δημιουργεί εξαρχής απόσταση με αυτούς που θα επιθυμούσαν να ενταχθούν στην προσπάθεια (για μένα η λέξη προσωπικότητα εκφράζει μια απώλεια ανθρώπινου δυναμικού και προτάσεων ενώ εκλαμβάνεται ως μια σειρά από υποψηφίους-άτομα και όχι ως ένα καλοδουλεμένο σύνολο) μέχρι τη συζήτηση λίγο πριν τις εκλογές για το αν θα πρέπει να κρατήσουμε ή να αποκλείσουμε συγκεκριμένο κόσμο που είναι καταγεγραμμένος στη συνείδηση των ψηφοφόρων με ένα συγκεκριμένο τρόπο.
    2. Στην απουσία εκλογικού μηχανισμού που θα κατασκευάσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η ομάδα αλλά και στην απουσία διαφοροποιημένης από τους υπόλοιπους πολιτικής ατζέντας που θα αποτελέσει την ταυτότητα του νέου σχηματισμού.
    3. Στις χρονικές στιγμές που ξεκινάει μια τέτοια συζήτηση και στις χρονικές στιγμές που εγκαταλείπεται – θεωρώ ότι η εγκατάλειψη της συζήτησης κάνει περισσότερη ζημιά στην υστεροφημία τέτοιων προσπαθειών από το να μην είχε ξεκινήσει κάτι ποτέ.
    4. Στην απουσία απάντησης του γιατί να ανασυγκροτηθεί ένα κέντρο που δεν έχει αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί αυτοτελώς ή διαχρονικά και χωρίς κλυδωνισμούς μέχρι σήμερα.

    Στο κομμάτι της επικοινωνίας μιας τέτοιας προσπάθειας θα έβαζα σίγουρα το ότι κατακερματισμένες ομάδες δυστυχώς δεν επιτυγχάνουν να πλασάρουν ξανά τον εαυτό τους ως κάτι διαφορετικό από αυτό που έχουν υποστεί, δηλαδή τον κατακερματισμό.

    Το δικό μου λοιπόν συμπέρασμα αφορά στην επανα-επινόηση του κέντρου, σε μια  προσπάθεια να διεκδικηθεί αυτό από μέσα προς τα έξω, από τους ανθρώπους του και τους ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν, όχι να επαναλάβουν.  Το επόμενο μεγάλο στοίχημα θα είναι η διεκδίκηση του σεβασμού του εκλογικού σώματος: όταν έχουν καταρρεύσει τα πάντα, το μοναδικό «νόμισμα με το οποίο θα μπορούμε να συναλλασσόμαστε θα είναι η εμπιστοσύνη.

     

    *Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

  • Η αχαρτογράφητη μοναξιά*

    Στην αρχή ήταν απλά ένα σούσουρο, η αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, μια σειρά από ανησυχητικές διαπιστώσεις.  Μέχρι το 2010 λίγοι είχαν ασχοληθεί με ένα θέμα που λύγιζε δεκάδες ανθρώπους και ήταν υπεύθυνο για την επιβάρυνση όχι μόνο της ψυχικής αλλά της συνολικής τους υγείας.  Μετά ήρθε η επιβεβαίωση και το όνομα: η επιδημία της μοναξιάς, μία από τις πιο ενεργές σε συμπτώματα επιδημίες που μαστίζουν τον πλανήτη.  Η έλλειψη κοινωνικών επαφών, η αδυναμία σύναψης και συντήρησης σχέσεων αποδείχθηκε ότι δεν είναι μια ιδιορρυθμία, μια επιλογή ή τρόπος ζωής, όπως ίσως πίστευαν κάποιοι μέχρι τότε.  Πρόκειται για μια κατάσταση με σοβαρή επίδραση στον οργανισμό μας που μπορεί να γίνει υπεύθυνη ακόμα και για πρόωρο θάνατο.

    Σίγουρα υπάρχουν μοναχικοί άνθρωποι ή άνθρωποι που κάνουν δεκάδες μοναχικές δραστηριότητες και το απολαμβάνουν.  Η απομόνωση όμως που βασίζεται σε παράγοντες όπως η εγκατάλειψη, η απώλεια που αφήνει κάποιον πίσω, το σκούριασμα στις δεξιότητες που δεν μας επιτρέπει σε μεγαλύτερες ηλικίες να κάνουμε φίλους με τον τρόπο που κάναμε όταν ήμασταν παιδιά στο σχολείο, η σταδιακή αποξένωση από την κοινότητα, αυτή η εσωτερική ερημιά στην οποία μπορεί οποιοσδήποτε να προσγειωθεί απότομα στη ζωή, ιδιαίτερα μετά από ένα συμβάν (π.χ. διαζύγιο), όλα τα παραπάνω οδηγούν σε ένα ντόμινο από συμπεριφορές ή αντιδράσεις που επιβραδύνουν την υγιή ανάπτυξη και βάζουν σε κίνδυνο την επιβίωση.

    Κατά την διάρκεια της καραντίνας στην Ελλάδα αλλά και σε αρκετές χώρες του κόσμου, η κοινωνική ομάδα που παραμελήθηκε περισσότερο ως αποδέκτης συμβουλών ομαλής προσαρμογής και ενθάρρυνσης, ήταν οι άνθρωποι που ζούσαν μόνοι.  Άνθρωποι όλων των ηλικιών που μπορεί να απολάμβαναν τη ζωή  πριν τον κορονοϊό επειδή είχαν ένα καθημερινό πρόγραμμα από ασχολίες που δεν τους επέτρεπαν να βαρεθούν ή να αισθανθούν ευάλωτοι, ξαφνικά έχασαν τη ζωή κάτω από τα πόδια τους.  Όταν οι πόρτες έκλεισαν ερμητικά στις πόλεις που θέρισε ο κορονοϊός, τότε αρχίσαμε όλοι να σκεφτόμαστε την ύπαρξη μας και την ποιότητα που αυτή έχει.  Σε μερικούς ανθρώπους πήρε μήνες να ομολογήσουν ότι μοναδική τους συντροφιά έγινε τελικά η οθόνη και ίσως ένα κατοικίδιο.  Ο φόβος της ασθένειας, η αρρώστια καθαυτή, το ερώτημα «ποιος θα φροντίσει εμένα αν πάθω κάτι» ή «σε ποιον μπορώ να στραφώ πραγματικά και όχι εικονικά», «ποιοι είναι οι δικοί μου άνθρωποι – υπάρχουν αυτοί;» όλα τα παραπάνω συγκλόνισαν τα θεμέλια του κόσμου τους.  Άλλοι είχαν πρακτικές ανάγκες και, ναι, δημιουργήθηκε ένα κίνημα γειτόνων που φρόντισαν παροδικά τους μοναχικούς των διαμερισμάτων.  Οι νεότεροι ωστόσο, αυτοί που μπορούσαν να πάνε στο σούπερ μάρκετ αλλά δεν μπορούσαν να πάρουν κάποιον αγκαλιά, αυτοί που ήταν εγγεγραμμένοι σε δεκάδες πλατφόρμες γνωριμιών αλλά αισθάνθηκαν την ψυχή τους άδεια από ουσία και από συναίσθημα, γι’ αυτούς δεν γράφτηκε γραμμή.

    Ακούγεται ως ένα πρόβλημα δευτερευούσης σημασίας ή όπως το λένε στο χωριό μου first world problem.  Να υπενθυμίσω ωστόσο ότι είναι τόσο εκτενές και αφορά σε τόσους πολλούς ανθρώπους, που το 2018 η Βρετανία ανακοίνωσε ένα «Υπουργείο Μοναξιάς», αυτό δηλαδή το χαρτοφυλάκιο που θα αντιμετώπιζε μέσω μιας σειράς προγραμμάτων και παρεμβάσεων το θέμα της αποξένωσης και των συνεπειών της.  Ακολούθησαν και άλλες χώρες με παρόμοιες προτάσεις ενώ η μοναξιά αναγνωρίζεται ως προσδιοριστικός παράγοντας για την υγεία.

    Σήμερα που έχουμε ξανανοίξει τις πόρτες της αγοράς αλλά δυστυχώς όχι την αγκαλιά μας, η κοινωνική αποστασιοποίηση – που κατά τα άλλα κρίνεται ως απαραίτητη – βάζει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή αλλά και τις εσωτερικές μας ισορροπίες.  Η μοναξιά επηρεάζει την ποιότητα του ύπνου και της διατροφής μας, επιβραδύνει την γνωστική καλλιέργεια, φλερτάρει επικίνδυνα με την κατάθλιψη, οδηγεί στο σύνδρομο περιστρεφόμενης πόρτας στους γιατρούς και τα νοσοκομεία με πολλαπλά παράπονα για πραγματικές ή φανταστικές ενοχλήσεις.  Στην Βρετανία μάλιστα, μια έρευνα που μετρούσε την συχνότητα επίσκεψης στον γενικό γιατρό έδειξε πόσοι πολλοί άνθρωποι καταφεύγουν σε θεραπευτές από καθαρή μοναξιά, επειδή βρίσκουν στον γιατρό τους την μοναδική ευκαιρία για ζωντανή (και όχι εικονική) επικοινωνία με κάποιον άνθρωπο.

    Το σίγουρο είναι ότι η πανδημία στρέφει βίαια το βλέμμα στους πιο ανομολόγητους φόβους μας και θα φέρει την ανθρώπινη επικοινωνία και ψυχική σύνδεση στο προσκήνιο ως επιτακτική ανάγκη.

    *Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.  Το άρθρο δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο 2020.  

  • Οι τρεις θάνατοι του Ελεύθερου Επαγγελματία*

    Λίγο πριν την επέλαση της πανδημίας, το είχε πάρει το αυτί μου.  Εκείνη την μέρα έτυχε να κάνω μια βόλτα στην αγορά και κοντοστάθηκα για να ακούσω την συνέχεια.  Ήταν μια γυναίκα που χρησιμοποίησε με χαμόγελο την φράση: «τώρα που τελείωσε η οικονομική κρίση…» ενώ ο κόσμος τριγύρω κουνούσε το κεφάλι συμφωνώντας μαζί της, συνεχίζοντας τα ψώνια.  Ναι, είμαι σίγουρη ότι είχα ακούσει το «τώρα που τελείωσε η οικονομική κρίση».  Ήταν μια ηλιόλουστη ημέρα από εκείνες που σε γεμίζουν αισιοδοξία χωρίς συγκεκριμένο λόγο, μόνο και μόνο επειδή υπάρχεις, είσαι υγιής και συνεχίζεις να ελπίζεις ότι όλα θα πάνε καλά.

    Δεν έχει σημασία αν είχε πραγματικά τελειώσει η οικονομική κρίση (δεν είχε φυσικά) ή αν όλα ήταν ωραία τακτοποιημένα στο μυαλό των ανθρώπων που άρθρωναν λεκτικά τέτοιου είδους προτάσεις.  Στο πεδίο των ελεύθερων επαγγελματιών, φτάνει που οι ίδιοι δειλά δειλά είχαν αρχίσει να το πιστεύουν.  Φτάνει που είχαν αρχίσει να ξαναπιστεύουν ή να έχουν εμπιστοσύνη εκ νέου στον κόσμο, στο περιβάλλον που ζούσαν και δραστηριοποιούνταν.  Φτάνει που η διάθεσή τους είχε ανέβει, που είχαν αρχίσει να προβάλλουν τον εαυτό τους στο μέλλον, που έκαναν όνειρα και σχέδια και μικρές επενδύσεις εδώ κι εκεί.  Φτάνει που η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δεν ήταν αυτή της ματαίωσης και της αγανάκτησης και που η ψυχολογία φάνταζε ξανά δυνατή, άτρωτη, έτοιμη να ενώσει δυνάμεις με την οικονομική ζωή και την ανάπτυξη.

    Και μετά ήρθε ο COVID19, ε και ξέρετε την συνέχεια.  ‘Η μάλλον κανείς μας δεν την ξέρει και είναι τέτοια η πανδημική άγνοια για την επόμενη ημέρα, τόσο απόλυτη, οικουμενική και χωρίς προηγούμενο, που πραγματικά βρίσκεται εδώ για να σαρώσει το μέσα μας πολύ περισσότερο από αυτά που θα αποτελειώσει ο ίδιος ο κορονοϊός.

    Είναι τόσο απελπιστική η πραγματικότητα για τον ελεύθερο επαγγελματία που σε πιάνει νευρικό γέλιο για να επιβιώσεις ψυχολογικά.  Μέσα σε δέκα χρόνια έχουμε ποδοπατηθεί τουλάχιστον τρεις φορές.  Αρχικά με τον ακήρυχτο πόλεμο που εκδηλώθηκε μέσω των φοροεπιδρομών, τότε που θεωρούμασταν ένοχοι ακόμα και για τα τυχόν χιλιάρικα που φυλάγαμε κάτω από το στρώμα, καθώς όλα, όλα έπρεπε να «επενδυθούν» στις συντεχνίες.  Μέσα από την προπαγάνδα και την δαιμονοποίηση της ελευθερίας, είχε αρθεί κάθε δικαίωμα στην ιδιοκτησία, την εργασία ή την παραγωγή πλούτου για οποιοδήποτε άλλο σκοπό εκτός από την εξυπηρέτηση του κράτους.  Άδειασαν τραπεζικοί λογαριασμοί, σεντούκια και τσέπες με ένα απόλυτα ιδεολογικό τρόπο, που πότε ονομαζόταν αλληλεγγύη και πότε φορολογική συνείδηση.  Και άδειασαν πρωτίστως από ανθρώπους που δεν είχαν μάθει να χρωστάνε, που δεν έκαναν έξοδα περισσότερα από αυτά που άντεχε το πορτοφόλι τους, που πλήρωναν πρώτα τους υπαλλήλους τους και μετά ζούσαν οι ίδιοι.  Αυτοί έσυραν πρώτοι τον χορό του Ζαλόγγου.  Αλλά επειδή ο θάνατος του εμποράκου δεν ήταν αρκετός, έπρεπε να έρθουν τα capital control για να πιαστούν στην φάκα κι άλλοι κλάδοι, οι βιομηχανίες, οι εξαγωγές και οποιοσδήποτε έκανε το λάθος στην Ελλάδα να dream big.  Ποτέ κανένας δεν τους ζήτησε συγνώμη για το γεγονός ότι τους κατέστρεψε όχι την επιχείρηση αλλά το ηθικό.  Για το γεγονός ότι τους έκοψε τα πόδια, τους κατέστησε αναξιόπιστους ή τους έδιωξε – ποιους;  Αυτούς που σήκωναν στις πλάτες τους τον παραγωγικό ιστό.

    Και τώρα, πάνω που είπαμε να πάρουμε μια ανάσα!  Ούτε καν βαθιά, να μια ανασούλα δοκιμαστικής επανεκκίνησης: δεν προλάβαμε να βγάλουμε το κεφάλι και πεθαίνουμε, πότε κυριολεκτικά και πότε σε κάθε άλλο επίπεδο λειτουργικότητας.  Κανένας δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει την πανδημία, αλλά υπήρχαν χίλιες δυο άλλες παράμετροι που θα μπορούσαν να μην μας έφταναν ήδη εξαθλιωμένους στο κατώφλι της υγειονομικής κρίσης.

    Τα επιδόματα είναι ένα ηρεμιστικό χάπι περιορισμένης ισχύος, η αναβολή πληρωμών για το μέλλον μια βραδυφλεγής βόμβα τοποθετημένη στα θεμέλια της ύπαρξης της αγοράς.  Η κοινωνική συνοχή θα δοκιμαστεί υπό την πίεση της πραγματικότητας – αυτός που σήμερα συνεργάζεται μένοντας στο σπίτι για να προστατέψει και να προστατευτεί, αύριο θα μπει σε κατάσταση «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» επειδή δεν θα εργάζεται.  Τόσα χρόνια η πράξη της αποταμίευσης ήταν το πιο σύντομο ανέκδοτο, τώρα ψάχνουμε να δούμε αν έμεινε τίποτα από τα έτοιμα για να περάσουμε τον μήνα.  Κάποιοι βρίσκονται στο πένθιμο στάδιο του παζαρέματος με την κυβέρνηση για τυχόν στήριξη αλλά οι περισσότεροι γνωρίζουμε ότι φέτος τουλάχιστον δεν πρόκειται να συντελεστεί καμία Ανάσταση.

    Θα πρέπει να μας επιτραπεί να είμαστε περισσότερο ελεύθεροι και περισσότερο επαγγελματίες (το αντίθετο του κρατιστή δηλαδή) προτού ξεκινήσουμε να μιλάμε για την λύση της επόμενης μέρας.

     

    * Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.  Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο MarketNews.gr στις 25 Απριλίου 2020.

  • Η ψυχική υγεία σε καιρούς πανδημίας*

    Η ευαλωτότητα αναφέρεται σε εκείνο το όριο ανάμεσα στο αίσθημα της ασφάλειας που χρειάζεται να νιώθουν οι άνθρωποι προκειμένου να συνεχίσουν να λειτουργούν στην καθημερινότητά τους και στον φόβο μιας ενδεχόμενης κατάρρευσής τους σε δύσκολους καιρούς.  Είναι μια εσωτερική κατάσταση, εγγενής ή επίκτητη, μια «μέση» στην οποία κάποιος μπορεί να εγκλωβιστεί, είτε επειδή έχει βιώσει ένα τραυματικό γεγονός στο παρελθόν, είτε επειδή ανησυχεί για το τι θα φέρει το μέλλον.  Το να είσαι ευάλωτος δεν σημαίνει απαραίτητα οργανική αδυναμία αλλά μπορεί να σημαίνει ψυχολογική απουσία: μια έλλειψη από τα ψυχικά αποθέματα που επιτρέπουν σε κάποιον να διανύσει μια δύσκολη συγκυρία χωρίς δραματικές επιπτώσεις.  Πρόκειται για ένα ψυχοκοινωνικό ρίσκο που μπορεί με την βοήθεια όλων μας να οδηγήσει στην ομαλή προσαρμογή ή να πάρει απρόβλεπτες διαστάσεις.

    Πολλοί είμαστε ευάλωτοι σε μια δυσάρεστη είδηση, ένα τραγικό γεγονός, μια ανατροπή στην ρουτίνα.  Δεν μιλάμε για το σοκ και την θλίψη που φυσιολογικά αισθάνεται κάποιος μετά από ένα συμβάν.  Μιλάμε για το μούδιασμα, την αμηχανία και τα υψηλά επίπεδα στρες που ενδέχεται να φωλιάσουν για πολύ καιρό στην ψυχή κάποιου με τρόπο που να τον καταστήσουν ανήμπορο να συνεχίσει να ζει με την ποιότητα που είχε πριν το συμβάν.  Στην περίπτωση μιας πανδημίας, ο καταιγισμός των πληροφοριών και των – πολλές φορές – αντικρουόμενων μηνυμάτων που λαμβάνουμε ο ένας από τον άλλο και μέσω των ΜΜΕ, βάζουν σε κίνδυνο την ψυχολογική συγκρότηση πολλών ανθρώπων, πόσο μάλλον όταν αυτοί οι άνθρωποι ήδη ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες πληθυσμού: άτομα με ψυχικές νόσους, ηλικιωμένοι με πολλαπλά προβλήματα υγείας, άνθρωποι που ζουν στο κοινωνικό περιθώριο, μετανάστες-πρόσφυγες, θύματα φυσικών καταστροφών, παιδιά κ.λ.π  Τι κάνεις όταν δεν είσαι παρατηρητής του πόνου των άλλων, αλλά κινδυνεύεις και ο ίδιος να συμπεριληφθείς σε ένα κατάλογο θυμάτων;  Πώς μπορείς να βοηθήσεις και να βοηθηθείς;

    Έρευνες δείχνουν ότι οι ψυχολογικές αντιδράσεις σε διαστήματα κατά τα οποία πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού μας, ποικίλλουν.  Δυστυχώς, οι ευπαθείς ομάδες κινδυνεύουν από παράπλευρες απώλειες, αφού τα συμπτώματα αβοηθησίας και πανικού γιγαντώνονται για να τους συμπεριλάβουν γρηγορότερα από ότι συμβαίνει με τους ανθρώπους που έχουν καλλιεργήσει ψυχική ανθεκτικότητα και ευελιξία στις αντιδράσεις.  Αλλά πώς καλλιεργεί κανείς τα παραπάνω;  Η ψυχική υγεία σε καιρούς χαλεπούς έχει τον χαρακτήρα προληπτικών μέτρων και είναι κάτι για το οποίο οφείλουμε να μεριμνήσουμε έγκαιρα.

    Ας ξεκινήσουμε από τα πρώτα σημάδια.  Διαφορετικές απειλές κατά της ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού, ενεργοποιούν διαφορετικά κουμπιά κινδύνου μέσα μας.  Σίγουρα οι άνθρωποι αισθάνονται περισσότερο εκτεθειμένοι μπροστά σε κινδύνους τους οποίους δεν έχουν ξανασυναντήσει ως πληροφορία ή προοπτική, όπως συμβαίνει σήμερα με τον κοροναϊό.  Η προηγούμενη εμπειρία παίζει ρόλο στην ικανότητά μας να προσαρμοζόμαστε ευκολότερα.  Από την άλλη μεριά, η έλλειψη προηγούμενης εμπειρίας μπορεί να καθυστερήσει την λήψη μέτρων, σε περιπτώσεις για παράδειγμα που αισθανόμαστε ότι «δεν θα συμβεί σε εμάς».  Οι αόρατες απειλές είναι δύσκολες στην διαχείρισή τους όσον αφορά σε έναν πληθυσμό που πρέπει να πείσουμε να προστατευτεί για να μην ζήσει τα χειρότερα.  Τα αποτελέσματα ερευνών μετά την γρίπη H1N1 του 2009, έδειξαν ότι ο πληθυσμός συμμορφώθηκε όταν άρχισε να αισθάνεται την απειλή να πλησιάζει τον καθένα προσωπικά, ανεξάρτητα από προηγούμενες δημόσιες εκκλήσεις συμμόρφωσης σε μέτρα.  Το αίσθημα απειλής στην πόρτα μας και η κοινωνική πίεση είναι οι δύο μεταβλητές που οδηγούν στην ανάληψη πρωτοβουλιών για την προφύλαξη, παρόλο που δεν μπορούμε να μιλάμε για πρόληψη πια αλλά για αντίδραση σε γεγονότα.

    Πώς γίνεται να βρούμε την χρυσή τομή ανάμεσα στην διασπορά πανικού και στην αληθινή, ενημερωτική επικοινωνία που απαιτείται προκειμένου να λάβουμε μέτρα;  Η ύπαρξη μιας κεντρικής, έγκυρης και έγκαιρης πηγής ειδήσεων για την πανδημία σε κάθε χώρα είναι απαραίτητη προκειμένου να έχουμε ολόπλευρη ενημέρωση, με την συγκροτημένη βοήθεια ειδικών επί του θέματος.  Η υπερπληροφόρηση από αναξιόπιστες πηγές (που αποτελούν βασικά παραπληροφόρηση) έχει τραυματικά αποτελέσματα για τα επίπεδα άγχους του πληθυσμού, με περαιτέρω αρνητική επίδραση στις καθημερινές συνδιαλλαγές των ανθρώπων.  Υπάρχει η πρόληψη και υπάρχει δυστυχώς η ρατσιστική συμπεριφορά προς θύματα, οικογένειες, νοσούντες: για να προφυλαχθούμε χωρίς να προχωράμε σε ακρότητες, κάποιος πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της κοινής γραμμής προς την μείωση των κρουσμάτων και την συντήρηση της υγείας του πληθυσμού, που θα ακολουθηθεί.

    Οι πανδημίες συχνά ξεπερνούν την ικανότητα ενός λαού να διαχειριστεί μια κατάσταση (όπως στην περίπτωση των Κινέζων σε καραντίνα που έσκουζαν πίσω από τα παράθυρα των κλειστών σπιτιών τους από απελπισία) και αυτό είναι κατανοητό.  Δεν μπορείς να μιλάς για δημόσια υγεία χωρίς να λαμβάνεις υπόψη τον φόβο των ανθρώπων μπροστά σε επικείμενο θάνατο και σίγουρα δεν μπορείς να παίρνεις ελαφριά την είδηση του επιβεβαιωμένου θανάτου – ας σκεφτούμε κι αυτούς που χάνουν συγγενείς και δεν μπορούν καν να τους κηδέψουν με τον τρόπο που γνώριζαν μέχρι εκείνη την στιγμή.  Οι πανδημίες αφήνουν κατάλοιπα από ψυχοτραυματικό στρες, κατανάλωση ψυχοδραστικών ουσιών και επιθετικότητα λόγω πολυήμερου εγκλεισμού και αναστολής των δράσεων ρουτίνας.  Τέλος, η απομάκρυνση από τις κοινωνικές συναναστροφές μάς αφήνει εκτεθειμένους σε αβεβαιότητα, μηρυκασμό των ίδιων αρνητικών σκέψεων και αίσθημα πνιγμού από την δραστική μείωση των επιλογών μας.

    Μπροστά στην εμπειρική αλήθεια δεν χωράνε πολιτικά παιχνίδια, μισές αλήθειες, ιδεοληψίες ή μεταφυσικά συμπεράσματα για ευρεία κατανάλωση: ζούμε πρωτόγνωρες καταστάσεις και πρέπει να βασιστούμε στα επιστημονικά δεδομένα.  Έχουμε δρόμο μπροστά μας και χρειάζεται να τον βαδίσουμε με την ευθύνη της θέσης που έχει ο καθένας απέναντι στον εαυτό του και στο κοινωνικό σύνολο.

     *  Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.  Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο marketnews.gr, στις 14 Μαρτίου 2020.

     

     

  • Η εγκυμοσύνη στα σύνορα της μεταναστευτικής κρίσης

    Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη*

    Αυτό το κείμενο είναι αφιερωμένο στις γυναίκες που διανύουν τις μεταναστευτικές αποστάσεις σε κατάσταση εγκυμοσύνης, τις έγκυες που συναντάμε να βαδίζουν στις άκρες του δρόμου ή να βρίσκονται μεσοπέλαγα σε λέμβους που κινδυνεύουν να ανατραπούν: αυτές δηλαδή που απουσιάζουν από τις αναφορές, τις ιστορίες και τα παραδείγματα που μοιραζόμαστε μεταξύ μας.

    Συναντήσαμε μια τέτοια γυναίκα, ειδησεογραφικά, τις προηγούμενες ημέρες.  Την μάθαμε για την εγκυμοσύνη της και για το γεγονός ότι προπηλακίστηκε για την κατάστασή της και για την ηθική της υπόσταση (!) να «επιλέξει» να κυοφορήσει αν και μετανάστρια, βγαίνοντας στον πηγαιμό για μια καλύτερη τύχη.  Δεν έχει σημασία το όνομά της.  Ήταν μία γυναίκα και πολλές μαζί.  Ήταν η εικόνα που με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι δεν έχουμε μπει στην διαδικασία να μάθουμε περισσότερα και να κατανοήσουμε την διπλά τραγική θέση της μητρότητας εν μέσω μεταναστευτικής κρίσης.  Και παρόλο που έχουμε ακούσει για τους πνιγμούς στην θάλασσα, τον ξεριζωμό των προσφύγων, έχουμε παρακολουθήσει φωτογραφικά τα βλέμματα των ανθρώπων που δεν αναζητά πια κανείς, εντούτοις δεν έχει γραφτεί ούτε μια γραμμή για τις μητέρες.

    Η φράση που χρησιμοποιήθηκε ενάντια στην μητέρα παρουσιάζει ψυχοκοινωνικό ενδιαφέρον από την άποψη ότι οι περισσότεροι από μας που δεν έχουμε ζήσει βίαιη μετακίνηση, που ζούμε σε δημοκρατικά περιβάλλοντα, σε καιρούς ειρήνης και σχετικής ευημερίας και που απολαμβάνουμε όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα που προασπίζει η χώρας μας, θεωρούμε δεδομένο ότι μια γυναίκα έχει την επιλογή να «γκαστρώνεται» (sic) οικειοθελώς και μάλιστα πριν από ένα μεγάλο ταξίδι.  Έχει δηλαδή την επιλογή να προγραμματίζει το πότε θα γίνει μάνα και να ασκεί αυτή την επιλογή ελεύθερα.  Και όχι μόνο αυτό, αλλά παρόλο που αρκετές γυναίκες στην χώρα μας αποφασίζουν να καθίσουν στο σπίτι με άδεια από την υπηρεσία λόγω επαπειλούμενης εγκυμοσύνης, που έχουν μάνες, πεθερές και προσωπικό ιατρό πάνω από τα κεφάλια τους για στοργή, φροντίδα, πληροφορίες και προστασία, όλα για το μωρό-βασιλιά που φτάνει,  για τις μετανάστριες – αυτές τις άγνωστες των οποίων τις ιστορίες δεν γνωρίζουμε αλλά που βλέπουμε να κουβαλούν τα «βάρη» τους αδιαμαρτύρητα μέσα σε σκηνές, σε λάσπες, μέσα από τεράστιες αποστάσεις, μέσα σε πανικό και δακρυγόνα – κρατάμε την πιο αδιάλλακτη στάση: ας πρόσεχε.

    Το 2016, μια έρευνα του Πανεπιστημίου του Μιλάνου για την σεξουαλική βία προς τους μετανάστες-πρόσφυγες αποκάλυψε αρχικά το πώς αρκετές εγκυμοσύνες προκύπτουν καθ’ οδόν, κατόπιν βιασμού και εξαναγκασμού στο σεξ, με τις γυναίκες να φοβούνται να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή, υποστήριξη ή βοήθεια για διακοπή εγκυμοσύνης,  επειδή ακριβώς απουσιάζει το περιβάλλον που θα προστατέψει και θα περιθάλψει τα θύματά του, πριν, κατά την διάρκεια και μετά.  Ταυτόχρονα, παραμένει άγνωστο το τι γίνεται με τις γυναίκες που «λιάζονται – εξαφανίζονται» (γνωστή φράση από το παρελθόν) πέφτουν δηλαδή ουσιαστικά θύματα trafficking.

    Οι γυναίκες που φτάνουν στα σύνορα των χωρών σε κατάσταση εγκυμοσύνης όμως ανήκουν σε επιπλέον κατηγορίες: άλλες βρίσκονται εκεί με κάποιον σύντροφο με τον οποίο ξεκίνησαν το ταξίδι μαζί, είναι δηλαδή παντρεμένες.  Ας μην ξεχνάμε, ακόμα κι αν φαίνεται σε μας όχι και τόσο ορθολογικό το να βάλεις στην μέση την δημιουργία οικογένειας ενόσω έχεις status πρόσφυγα, ότι οι θρησκευτικές και κοινωνικές πεποιθήσεις των ανθρώπων γύρω από το θέμα της οικογένειας και της γέννησης παιδιών, διαφέρουν.  Κάποιες γνωρίζουν και ερωτεύονται τους συντρόφους τους μέσα στα χοτ σποτ και τους καταυλισμούς στους οποίους περνούν τα χρόνια τους (εδώ αισθάνομαι ότι θα πρέπει να αφιερώσουμε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο: ω ναι, η ζωή συνεχίζεται ακόμη και κάτω από τις λιγότερο ρομαντικές συνθήκες).  Αυτό ωστόσο που έχει σημασία να κατανοήσουμε, είναι το ότι οι εμπειρίες που οδηγούν σε εγκυμοσύνη είναι τόσο ηθελημένες από τις γυναίκες όσο και κατάληξη εξαναγκασμού, ενώ τα μέτρα αντισύλληψης είναι σχεδόν αστείο να τα υπονοήσεις σε ένα περιβάλλον στο οποίο είναι καταρχάς δυσεύρετα τα προϊόντα υγιεινής (όπως οι σερβιέτες), πόσο μάλλον τα προϊόντα προστασίας.  Με άλλα λόγια, οι γυναίκες έχουν πολύ μικρή επιλογή και λόγο σε σχέση με τις εγκυμοσύνες τους.

    Έχουμε όμως εμείς τεράστια επιλογή σε σχέση με τα λόγια που θα χρησιμοποιήσουμε για να τις περιγράψουμε ή σε σχέση με τα λόγια που δεν χρειάζεται να ξεστομίσουμε χαρακτηρίζοντάς τες.  Ο επιζήσας από το Ολοκαύτωμα και αργότερα Διευθυντής της Νευρολογικής Κλινικής  του νοσοκομείου Rothschild της Βιέννης Viktor Frankl, στο βιβλίο του Το Νόημα της Ζωής – στο οποίο εξιστορεί την φρικαλέα παραμονή του στο κολαστήριο του Άουσβιτς – γράφει για την τελευταία από τις ανθρώπινες ελευθερίες, αυτή που είναι αδύνατο να απολέσει κάποιος ακόμα και υπό ακραίες συνθήκες τρόμου, βασανιστηρίων ή απειλής αφανισμού: την ελευθερία της επιλογής της προσωπικής στάσης που θα κρατήσει απέναντι στα πράγματα.

    Μπορεί να βρίσκεσαι στο χείλος της καταστροφής, με το πιστόλι στον κρόταφο, να απειλείται η ζωή σου ή να έχεις χάσει ολόκληρη την οικογένειά σου.  Όμως ακόμα και τότε, υπάρχει κάτι που δεν μπορεί κανένας να αρπάξει από σένα.  Και αυτό δεν είναι άλλο από τον τρόπο που σκέφτεσαι και αντιδράς στις δεδομένες συνθήκες.  Η στάση μας σε καιρό κρίσης έχει την τελευταία λέξη και είναι αυτή που καθορίζει την ουσία του καθενός από μας.

    Η χώρα μας βιώνει μία ακόμα δοκιμασία από τις πολλές που μετράει ιστορικά.

    Δεν έχουμε πόλεμο αλλά χρειάζεται να προστατέψουμε τα σύνορά μας.  Δεν απειλείται η ζωή μας αλλά τεστάρονται έννοιες σύνθετες – η ενότητα, η ανθεκτικότητα, η ετοιμότητα και η ψυχραιμία – επειδή ζούμε καταστάσεις δυσανάλογης έκτασης και σοβαρότητας στην διαχείρισή τους από όσα είχαμε συνηθίσει μέχρι χθες.  Η αποδοχή της μεταβαλλόμενης πραγματικότητας και η διατήρηση της ανθρωπιάς μας, είναι μονόδρομος για όσους επιλέξουν τον ρεαλισμό.  Σε αντίθετη περίπτωση, οι εγκλωβισμένοι στα σύνορα ανάμεσα στον φόβο και την μισαλλοδοξία από την μία και στην προσαρμογή και την πρόοδο από την άλλη, θα είμαστε εμείς.

    * Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Marketnews.gr στις 5 Μαρτίου 2020