• Ένας νέος δρόμος προς μια νέα δουλεία

    Του Γιώργου Αγγελόπουλου

    Η, ιστορικά επιβεβαιωμένη, θεωρία της ελεύθερης αγοράς βασίζεται σε μία αρχή: Κανένας δεν μπορεί να σχεδιάσει κεντρικά, να τιμολογήσει και να διακινήσει αγαθά και υπηρεσίες αποτελεσματικότερα από το πλήθος των ελεύθερα συναλλασσόμενων ατόμων που λαμβάνουν ατομικά οικονομικές αποφάσεις. Η κρίσιμη διαφορά μεταξύ του κεντρικού σχεδιασμού και της ελεύθερης αγοράς ήταν το έλλειμμα πληροφορίας του πρώτου. Και στο τέλος του 20ου αιώνα το θέμα έληξε πανηγυρικά. Τα συστήματα κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας είτε κατέρρευσαν είτε εισήγαγαν στις οικονομίες τους μηχανισμούς της ελεύθερης αγοράς για να επιβιώσουν. Ζούμε σε μια εποχή που η ελευθερία και η αποτελεσματικότητα συνάδουν. Όσο πιο ελεύθερη είναι μια κοινωνία, τόσο αποτελεσματικότερη είναι η οικονομία της. Αυτό επιβεβαιώνουν κι οι διάφοροι δείκτες διεθνών οργανισμών που μετρούν τέτοια πράγματα.

    Σιγά-σιγά, όμως, βρισκόμαστε σε νέες συνθήκες οι οποίες θα θέσουν σε δοκιμασία την αρχή αυτή. Πλέον οι μηχανές (οι αλγόριθμοι, αν προτιμάτε) που χρησιμοποιούμε για να επικοινωνούμε, να συναλλασσόμαστε και να αντλούμε γνώσεις και πληροφορίες αποκτούν δυνατότητες που μπορούν να κάνουν εφικτά τα πιο υγρά όνειρα των κεντρικών σχεδιαστών. Από την οικονομία μέχρι την διακίνηση των ιδεών, κυβερνήσεις και εταιρείες αποκτούν περισσότερα εργαλεία ελέγχου, πρόβλεψης και, μεσοπρόθεσμα, ελέγχου των ανθρώπινων συμπεριφορών, άρα της αγοράς και της κοινωνίας. Τεχνολογικές καινοτομίες όπως τα social media, το machine learning, η τεχνητή νοημοσύνη και τα big data, αντλούν και επεξεργάζονται όλο και αποτελεσματικότερα τις τεράστιες ποσότητες πληροφορίας που εμείς οι ίδιοι παρέχουμε για να διευκολύνουμε τις ζωές μας. Ο γραφειοκράτης κεντρικός σχεδιαστής του παρελθόντος ήταν αδύνατο να προβλέπει και να γνωρίζει τα εκατομμύρια αναγκών των πολιτών της χώρας που διοικούσε. Ο αλγόριθμος θα μπορεί.

    Κι αν έχει την πληροφορία ο «γραφειοκράτης», σημαίνει ότι θα μπορέσει να σχεδιάσει την οικονομία; Θα υπακούσουν τα ελεύθερα άτομα στα κελεύσματά του; Ο οικονομικός κεντρικός σχεδιασμός του 21ου αιώνα θα χρησιμοποιεί περισσότερο τα εργαλεία που καθόρισαν τα αποτελέσματα στις αμερικανικές εκλογές παρά τα απαρχαιωμένα πενταετή πλάνα των σοβιετικών και την αυστηρή κατά τόπους εφαρμογή από εντολείς του Κόμματος. Τα αυταρχικά καθεστώτα ανά την υφήλιο αποκτούν μια διευρυμένη εργαλειοθήκη που ίσως τους επιτρέψει να κυριαρχήσουν οικονομικά, ακριβώς όπως οι φιλελεύθερες δημοκρατίες κυριάρχησαν μετά τον Β’ ΠΠ. Πλέον η διαταγή για εφαρμογή ποσοτικών στόχων δεν θα χρειάζεται να φτάσει στα ορυχεία μέσω του κομματικού κομισάριου με φόβητρο διακοπές στη Σαχαλίνη. Code is Law, όπως είχε πει ο L. Lessig. Ο κώδικας, όπως έχουμε δει, διαμορφώνει ήδη τις timeline στα κοινωνικά δίκτυα και επηρεάζει χωρίς ουδετερότητα τον πολιτικό διάλογο και τις θέσεις μας για την κοινωνία και την οικονομία. Ο κώδικας που θα διατρέχει τις χιλιάδες καθημερινές λειτουργίες που κάνουμε, θα μπορεί να τις επηρεάζει προς τα ‘κει που αποφασίζει ο σχεδιαστής του.

    Κάθε αυταρχική κυβέρνηση θα μπορεί να επεμβαίνει αποφασιστικά, όχι μόνο στο κανονιστικό πλαίσιο της οικονομίας όπως κάνει ήδη, αλλά στις διαθέσεις των επιμέρους ατόμων. Αυτό, δεν αποκλείεται, να δώσει στον αυταρχισμό το πάνω χέρι. Ήδη κινήματα στη Δύσης με– κατά κύριο λόγο – απολυταρχικής καταγωγής αιτήματα δείχνουν πως οι έννοιες ελευθερία και ευημερία έχουν αρχίσει να αποσυνδέονται στις συνειδήσεις πολλών ανθρώπων.

    Αυτό είναι το σύμπτωμα των φιλοσοφικών ανακατατάξεων που προκάλεσαν οι επιστημονικές και τεχνολογικές ανακαλύψεις των τελευταίων ετών. Από τη γενετική ως τις κοινωνικές επιστήμες και από την επιστήμη του κλίματος ως τα συμπεριφορικά οικονομικά διαμορφώνεται ένα consensus που, αν μη τι άλλο, υποβιβάζει την ελεύθερη βούληση και την ατομικότητα. Στατιστικές που εμφανίζονται όλο και συχνότερα δείχνουν πως το ίδιο το κοινωνικό περιβάλλον ή άλλα κληρονομημένα στοιχεία καθορίζουν το μέλλον του κάθε ατόμου περισσότερο από τις επιλογές του. Οι φόβοι αυτοί πολλαπλασιάζονται από τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας: δεν έχει σημασία αν είσαι καλός οδηγός μεταφορών, όλοι οι οδηγοί μεταφορών θα είναι άνεργοι σε είκοσι χρόνια. Απότοκο αυτών των βημάτων είναι και η, όλο και ισχυρότερη, πολιτική των ταυτοτήτων, τα identity politics της δεξιάς και της αριστεράς: δεν είναι σημαντικό ποιος είσαι αλλά πού ανήκεις.

    Άρα το μέλλον είναι μια δυστοπία αυταρχισμού; Ένα Matrix στο οποίο η ελεύθερη βούληση είναι μια ψευδαίσθηση και κάθε μας επιλογή είναι επιβεβαίωση των προβλέψεων ενός αλγορίθμου που μας ξέρει καλύτερα από εμάς τους ίδιους; Κάθε νέα τεχνολογική αλλαγή, κάθε κοινωνική ανησυχία και κάθε δράση των κυβερνήσεων και των ισχυρών του κόσμου πρέπει να έχει ως μετρήσιμο μέγεθος τη μεταβολή της ελευθερίας του ατόμου. Οι παλιοί διαχωρισμοί έχουν ελαφρώς μετασχηματιστεί και όλο και περισσότερες φορές η στάση απέναντι στους συνήθης «κακούς» θα είναι παραπλανητικός οδηγός.

    Στα δύσβατα ιδεολογικά ζητήματα του μέλλοντος οι φιλελεύθεροι πρέπει να θυμόμαστε τις απαρχές: το αξίωμα ότι κάθε άτομο ανήκει στον εαυτό του και το δικαίωμα κάθε ατόμου να ζει ελεύθερο και ελεύθερα να επιδιώκει την ευτυχία του.

    *Ο κος Γιώργος Αγγελόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal την 15 Μαρτίου 2019.

  • 30 χρόνια από την ίδρυση του World Wide Web

    Του Άντη Ζέρβα

    Αν

    Πριν από 30 χρόνια τέτοια εποχή, βρισκόμασταν οκτώ μήνες πριν πέσει το Τείχος του Βερολίνου. Απέμεναν τρεις μήνες για να πάμε στις πρώτες από τις τρεις εκλογές που θα ακολουθούσαν σε διάστημα ενός χρόνου. Τα τηλέφωνα είχαν ακόμα καντράν και η ιδιωτική τηλεόραση μπουσουλούσε, πριν κάνει τα πρώτα της βήματα.

    Όσο γινόντουσαν αυτά, ένας Tim Berners Lee σε κάποιο CERN υλοποιούσε το όραμά του για έναν κόσμο στον οποίο υπολογιστές θα επικοινωνούσαν μεταξύ τους και θα μετέδιδαν πληροφορίες με ταχύτητα. Το όραμά του αυτό, το ονόμασε ο ίδιος Παγκόσμιο Ιστό ή World Wide Web.

    Να ‘μαστε λοιπόν, 30 χρόνια μετά, σε έναν κόσμο αγνώριστο, τον οποίο ακόμα και ο Tim Berners Lee δεν θα μπορούσε να περιγράψει σε όλες του τις εκφάνσεις.

    Έναν κόσμο με απίστευτα πλεονεκτήματα: επικοινωνίες σχεδόν μηδενικού κόστους με κάθε γωνιά του πλανήτη, διάχυση της επιστημονικής γνώσης, ιατρικές πράξεις εξ αποστάσεως, διεθνείς συναλλαγές σε πραγματικό χρόνο, επικοινωνία, δικτύωση, ανάδυση νέων επαγγελμάτων και ευκαιριών, οικονομική ανάπτυξη.

    Αλλά και έναν κόσμο με νέους κινδύνους: fake news, hackers, ηλεκτρονικές απάτες, πόλεμος πληροφοριών, παρακολούθηση δραστηριοτήτων και εύκολο profiling πολιτών.

    Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας που τόσο μεγάλες αλλαγές έχουν συντελεστεί σε τόσο λίγο χρόνο, στην διάρκεια μόλις μίας γενιάς. Είναι νωρίς να μιλήσουμε για θετικό ή αρνητικό ισοζύγιο, αν και δισεκατομμύρια άνθρωποι είδαν το βιοτικό τους επίπεδο να εκτοξεύεται στην εποχή του internet και χώρες χωρίς πλούσιους φυσικούς πόρους είδαν μια ευκαιρία να ξεχωρίσουν.

    Με αφορμή τα 30 χρόνια από την ίδρυση του World Wide Web, θα ήθελα να εστιάσω σε τρία σημεία της Ιστορίας του. Το πρώτο είναι το ίδιο το όραμα του Tim Burners Lee, σύμφωνα με την Wikipedia, «για ένα κόσμο όπου ο καθένας θα μπορούσε να ανταλλάσσει πληροφορίες και ιδέες άμεσα προσβάσιμες από τους υπολοίπους», έναν κόσμο με ελευθερία στην πληροφόρηση.

    Το δεύτερο είναι το περιβάλλον στο οποίο αναπτύχθηκε. Ένα περιβάλλον επιστημονικής ελευθερίας, χωρίς την καθοδήγηση κάποιας κρατικής οντότητας.

    Το τρίτο είναι η ίδια η εξέλιξή του. Όλες αυτές οι κοσμογονικές αλλαγές, δεν έγιναν βάσει προβλέψεων και αρχικού σχεδίου, αλλά με την ελεύθερη συμμετοχή εκατομμυρίων και – πλέον – δισεκατομμυρίων ανθρώπων.

    Και εδώ είναι ίσως το κυριότερο στοιχείο του και μια μεγάλη υποθετική ερώτηση: θα μπορούσε ποτέ το Διαδίκτυο να είχε προκύψει ως αποτέλεσμα κεντρικού σχεδιασμού;

    *Ο Άντης Ζέρβας είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal την 14 Μαρτίου 2019.

  • Πέντε κλισέ φράσεις που με ενέπνευσαν να δηλώσω υποψηφιότητα για τις αυτοδιοικητικές εκλογές

    Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη

    1. «Πού πας να μπλέξεις;» – η λανθασμένη εντύπωση ότι η αυτοδιοίκηση είναι μια αμαρτωλή διαδικασία που ελέγχεται από σκοτεινές δυνάμεις και αυτό μπορεί να γίνεται εσαεί, χωρίς πιθανότητα αλλαγής ή βελτίωσης. Με αυτή την εντύπωση κατά νου, συχνά καταλήγουμε να ψηφίζουμε μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, τους ανθρώπους δηλαδή που ταιριάζουν καλύτερα στο παραπάνω στερεότυπο, αποθαρρύνοντας οποιονδήποτε έχει κάτι διαφορετικό να πει ή καινούριο να προτείνει. Απέναντι σε ένα σκηνικό απαξίωσης, κάθε φωνή λογικής, κάθε νέα πρόταση είναι καταδικασμένη να μην ακουστεί καν. Καθώς περνάνε τα χρόνια, αυτό αρχίζει να φαντάζει λιγότερο τυχαίο και περισσότερο δρομολογημένο. Καιρός να σπάσουμε τα στερεότυπα.

    2. «Η αυτοδιοίκηση είναι για ανθρώπους με χαμηλές φιλοδοξίες» – έχω τεράστιες ενστάσεις απέναντι σε αυτή την άποψη που ακούω να κυκλοφορεί κατά κόρον. Για μένα, η αυτοδιοίκηση είναι η πιο σημαντική βαθμίδα διακυβέρνησης, αυτή που φέρνει τον πολίτη πιο κοντά στα προβλήματα με τα οποία θα κληθεί να παλέψει και για τη λύση των οποίων θα πρέπει να επιλέξει διαχειριστές. Η διαπροσωπική επαφή, η αμεσότητα, η φυσική εγγύτητα, οι δυνατότητες διαβούλευσης, η καθημερινή επαφή με τους ανθρώπους είναι απείρως δυσκολότερες προκλήσεις για κάποιον που αγαπάει την πολιτική δραστηριότητα.

    3. «Αυτός/Αυτή θα μας σώσουν;» – δεν ψηφίζουμε σωτήρες, ψηφίζουμε αυτούς που θεωρούμε ότι μπορούν να κάνουν καλύτερα, αποτελεσματικότερα, ταχύτερα, ευσυνείδητα, με σεβασμό και πάνω από όλα, ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΟΛΑ γνώσεις στον τομέα τους, μια συγκεκριμένη δουλειά. Και από αυτή την άποψη, ναι, ίσως μέσα σε όλα αυτά να εμπεριέχεται και η σωτηρία, αν καταφέρουμε να γλιτώσουμε τις πόλεις μας από την μετριότητα, την φαυλότητα, την ασχήμια, την ασυνέπεια και τις παλαιοκομματικές πρακτικές.

    4. «Είμαι ανεξάρτητος/η» – η εξάρτηση παίρνει πολλές μορφές από τις οποίες η κομματική στήριξη είναι μόνο ένα μέρος. Ο δικός μου ορισμός της ανεξαρτησίας είναι το να βγάζεις τη γλώσσα στο σύστημα που απαιτεί από εσένα να μη μιλάς ποτέ και να δέχεσαι αδιαμαρτύρητα. Σημαίνει το να τολμάς να διαφωνείς ακόμα και με την ομάδα σου, να κάνεις πολλά χωρίς να περιμένεις τίποτα, να είσαι σύμμαχος και συνεργάτης αλλά ποτέ οπαδός. Και όχι, με αυτή την έννοια δεν υπάρχουν πολλοί ανεξάρτητοι σε αυτήν τη ζωή.

    5. «Εγώ δεν είμαι πολιτικός» – στο σχολείο μαθαίνουμε Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή και διδασκόμαστε Πολιτική Παιδεία αλλά σε όλη την υπόλοιπη ζωή μας προσπαθούμε να μετριάσουμε την αξία των πολιτικών διαδικασιών θεωρώντας λανθασμένα ότι πρόκειται για ατιμωτικές πράξεις. Το να είσαι πολιτικός σημαίνει να μαθαίνεις, να αλλάζεις, να συνθέτεις δυνάμεις, να ηγείσαι, να κάνεις πίσω όταν χρειαστεί, να αναζητάς λύσεις, να εμψυχώνεις ομάδες. Δεν υπάρχει τίποτα ντροπιαστικό στην πολιτική, ίσως υπάρχει κάτι ανησυχητικό στις επιλογές που κάνουμε κατά καιρούς αλλά αυτό είναι πρόβλημα δικό μας, όχι της πολιτικής. Μακάρι να αποκτήσουμε περισσότερους πολιτικούς άνδρες και γυναίκες. Μακάρι να μάθουμε πώς να είμαστε καλοί πολιτικοί πριν καταστραφεί κάθε προοπτική.

    *H Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας και υποψήφια δημοτική σύμβουλος με τη Δύναμη Πολιτών-Βασίλης Λαμπρινός για το Ηράκλειο Κρήτης.

  • Οικογενειακός… φιλελευθερισμός

    Του Γιάννη Παπαδόπουλου*

    Έτυχε να δω στο facebook τη διαφήμιση κάποιας μάλλον κινέζικης ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ένας νεαρός ασιάτης αποφάσισε στον γάμο του να μιλήσει για τους γονείς του. Αναλύοντας την παιδική του ηλικία, αυτό που ισχυρίστηκε ήταν πως το μεγαλύτερο δώρο που του έκαναν οι γονείς του, δεν ήταν τα μαθήματα πιάνου, οι ωραίες διακοπές και τα ιδιαίτερα μαθήματα, αλλά το… συνταξιοδοτικό τους πρόγραμμα! Ναι, καλά διαβάσατε, το συνταξιοδοτικό των γονέων, όχι του παιδιού (και όχι, δεν το είπε με την έννοια ότι μπορεί τώρα να ζει από τη σύνταξη των γονιών του!).

    Η λογική είναι η εξής: για να μπορέσει ένα παιδί, φτάνοντας στην παραγωγική και αναπαραγωγική ηλικία να είναι ελεύθερο να δημιουργήσει τόσο επαγγελματικά όσο και οικογενειακά, θα πρέπει οι γονείς του να έχουν φροντίσει τη δική τους οικονομική ανεξαρτησία ώστε να απαλλάξουν το παιδί από αυτήν την έγνοια. Για να το καταφέρουν αυτό οι γονείς, μπορεί και να χρειαστεί να «θυσιάσουν» κάποια πράγματα που θα μπορούσαν να προσφέρουν τόσο στον εαυτό τους, όσο και στο παιδί τους (ακριβές διακοπές, ιδιωτικά σχολεία κτλ) έτσι ώστε να εξασφαλίσουν τη δική τους αυτονομία στο μέλλον.

    Σκεφτείτε τώρα ποια είναι η (στερεοτυπική) επικρατούσα γονική φιλοσοφία στην Ελλάδα. Αρχικά, εστιάζουμε την προσοχή μας στις σπουδές των παιδιών μας και στις παροχές που μπορούμε να τους προσφέρουμε: ατελείωτες (βαρετές) δραστηριότητες για να «ακονίσουμε» τις δεξιότητές τους και ιδιαίτερα μαθήματα για να περάσουν στη σχολή που θέλουν (ή που τους έχουμε πιπιλίσει το μυαλό να θέλουν).

    Μόλις με το καλό περάσουν σε κάποια σχολή, «επενδύουμε» – μιλάω πάντα στερεοτυπικά, επαναλαμβάνω – στη δυνατότητά τους να μένουν σε ωραία και άνετα σπίτια μόνα τους, στο να μετακινούνται με το δικό τους αμάξι, στο να μη χρειάζεται να δουλεύουν καθόλου κατά την διάρκεια των σπουδών τους, κτλ.

    Ταυτόχρονα, τους χτίζουμε ένα σπίτι δίπλα στο δικό μας και, ενδόμυχα, περιμένουμε να μας επιστρέψουν τη βοήθεια που τους δώσαμε, βοηθώντας μας κατά τα γηρατειά μας . Έτσι, φτάνουμε στη σύνταξη καταχρεωμένοι και κατά-αγχωμένοι , έχουμε δεσμεύσει – ή τουλάχιστον κινητροδοτήσει – τα παιδιά μας να μείνουν στο σπίτι που τους φτιάξαμε και να κάνουν τη δουλειά για την οποία επενδύσαμε τόσα και τα έχουμε εκβιάσει και λίγο συναισθηματικά ώστε να μας φροντίσουν όταν το χρειαστούμε.

    Στην καλύτερη περίπτωση, το σχέδιο μας βγαίνει και τα παιδιά μας το αναπαράγουν με τα δικά τους. Στη χειρότερη, έρχεται μια κρίση – και δεν αναφέρομαι μόνο στην παρούσα κρίση, παρόμοιες κρίσεις έχουν ξανασυμβεί στην Ελλάδα – τα παιδιά αναγκάζονται να φύγουν, εμείς πέφτουμε σε κατάθλιψη συνειδητοποιώντας ότι ξοδέψαμε πολλά χρήματα άσκοπα, τα παιδιά νιώθουν άσχημα που δεν μπορούν να μας επιστρέψουν την φροντίδα που περιμένουμε, εμείς μένουμε μόνοι, άφραγκοι και απροστάτευτοι, και η περιουσία που χτίσαμε με συγκεκριμένες ανάγκες κατά νου, απαξιώνεται.

    Συμπερασματικά, λοιπόν, ο φιλελευθερισμός που έχει ανάγκη η Ελλάδα την παρούσα στιγμή για να αναπτυχθεί ίσως να μην είναι πρωτίστως οικονομικός. Μάλλον είναι πρωτίστως.. οικογενειακός! Χρειάζεται να μεγαλώσουμε παιδιά που θα μπορούν να σχεδιάσουν και να ανασχεδιάσουν τη ζωή τους αναλαμβάνοντας την πλήρη ευθύνη, δηλαδή καθ΄ όλα ώριμους Πολίτες. Ο δικός μας ρόλος, θα πρέπει – τουλάχιστον από όταν ενηλικιωθούν – να είναι ελάχιστος: να ξέρουν ότι υπάρχει ένα πιάτο φαΐ, ένας καναπές και κάποια χρήματα αν, ω μη γένοιτο, τα χρειαστούν.

    Ο βασικός μας ρόλος, όμως, είναι να μη μας έχουν έγνοια. Να ξέρουν πως είμαστε εντάξει και πως εμείς είμαστε το δίχτυ τους και όχι αυτά το δικό μας. Άλλωστε ο ρόλος είναι οι γονείς να προσφέρουν στα παιδιά τους, όχι το αντίστροφο. Όταν μεγαλώσουν τα παιδιά δεν χρωστούν τίποτε στους γονείς τους παρά μόνο στα δικά τους παιδιά, πρωτίστως τουλάχιστον!

    *Ο Γιάννης Παπαδόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal την 25 Φεβρουαρίου 2019.

  • Το σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτικό παράδοξο

    Του Διονύση Κατρανίτσα

    «Ένα φάντασμα στοιχειώνει την Ευρώπη» έγραφε στον υπέρτιτλό της η Il Manifesto, τέσσερα χρόνια πριν – τον Φεβρουάριο του 2015 – ανακοινώνοντας την έναρξη των διαπραγματεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και παραφράζοντας τη ρήση του Καρλ Μαρξ όπως ολοκληρωνόταν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο: «..το φάντασμα του κομμουνισμού, οι δυνάμεις της παλιάς Ευρώπης ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να ξορκίσουν αυτό το φάντασμα..»

     

    Στον Guardian της 27ης Φεβρουαρίου ο Antonio Negri ένωνε κι αυτός τη φωνή του προσθέτοντας και τους Podemos στην εξίσωση για την ανατροπή της παλιάς Ευρώπης.

    Και στο άρθρο του αυτό σκιαγραφούσε το σκιάχτρο του «νεο-φιλελευθερισμού» που φόρτωσε χρέη στους λαούς για να πλουτίσουν οι διεφθαρμένες και φοροδιαφεύγουσες ευρωπαϊκές ελίτ.

    Συνεχίζοντας, ο Antonio Negri, ξεκάθαρα είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στον Αλέξη Τσίπρα όχι μόνο για να οδηγήσει σε μια νέα φεντεραλιστική Ευρώπη αλλά και για μια νέα συνθήκη ασφάλειας για την Ευρώπη έξω από το ΝΑΤΟ.

    Η κρίση, οικονομική και θεσμική, στην Ευρώπη γέννησε παράλληλα με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους PODEMOS και τους εξτρεμιστές από την άλλη πλευρά, στα δεξιά. Λίγο αργότερα αυτοί (τα αντανακλαστικά της αριστεράς να επωφεληθούν με κάθε προβληματική κατάσταση είναι παροιμιώδη) αλλά φαίνεται να παίρνουν το πάνω χέρι σε περισσότερες χώρες της ΕΕ.
    Έχουμε, φυσιολογικά σε συνθήκες κρίσης, την εμφάνιση ακραίων και φανατικών και από τις δύο πλευρές. Και από την Αριστερά και από τη Δεξιά.

    Δεν έχουμε, όμως, την ίδια εξέλιξη και από τις δύο πλευρές.

    Ενώ από τη μια η ευρωπαϊκή Αριστερά έφτιαξε το εικόνισμα του Αλέξη Τσίπρα και του Ιγκλέσιας, για να απογοητευτεί γρήγορα μια που η πραγματικότητα επιβάλλεται ταχύτατα και απαιτεί μια ραχοκοκκαλιά αξιών και ικανοτήτων για να αντιμετωπίσει κάποιος τα ζητήματα που ανακύπτουν στην διακυβέρνηση των χωρών της Ευρώπης, από την πλευρά των συντηρητικών είδαμε μια πολεμική απέναντι στους «δικούς» της εξτρεμιστές.

    Για να μην παρεξηγηθώ, πολλοί άνθρωποι της Αριστεράς εμφανίστηκαν σκεπτικοί, ακόμη και εχθρικοί, απέναντι σε αυτή την ακραία αριστερή πολιτική (του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 και των PODEMOS) αλλά ταυτόχρονα εμφανίζονται εξοστρακισμένοι από όλες τις αριστερές πολιτικές τους παρέες και οι πιο αποφασιστικοί επιλέγουν, εξόριστοι πια, να στηρίζουν κεντροδεξιές πολιτικές.

    Πάντοτε η αριστερή πολιτική, η γνήσια – αυτή που πάντα πρέπει να ξαναβουτά στα ιερά κείμενα του ιστορικισμού – είναι πολιτική για έναν και μοναδικό απόλυτο στόχο. Έναν στόχο που προκύπτει από την ιστορική αναγκαιότητα, το αναπόδραστο αποτέλεσμα των νόμων της κοινωνικής εξέλιξης.

    Και έτσι η θέση του καθένα σε αυτή την αριστερή συμμαχία κρίνεται ανάλογα με την αποφασιστικότητα – έστω στα λόγια – να φτάσει στα άκρα για την επίτευξη αυτής της ιστορικής αναγκαιότητας.

    Από την άλλη, την πλευρά των «συντηρητικών» της κεντροδεξιάς αν θέλετε, η πολιτική τους δράση περιλαμβάνει τη θεσμική δημοκρατία, την πολιτική του εθίμου και τον συμβιβασμό.

    Δεν έχουν στόχο να λύσουν αποφασιστικά και οριστικά ηθικολογικά ζητήματα.

    Έτσι οι εκκεντρικοί εξτρεμιστές συντηρητικοί είναι απομονωμένοι και περιθωριακοί στον χώρο τους όσο και αν πετυχαίνουν ένα κύμα στην κορυφή του πότε πότε.

    Και αυτοί οι εξτρεμιστές της Δεξιάς, αντίστοιχα με τους εξοστρακισμένους αριστερούς στους οποίους αναφέρθηκα παραπάνω, θα οδηγηθούν να υποστηρίζουν τις πολιτικές δυνάμεις της εξτρεμιστικής Αριστεράς για να δημιουργήσουν αυτό το Ευρωπαϊκό πολιτικό παράδοξο.

    Δημοκράτες αριστεροί σε συνεργασία με την κεντροδεξιά και λαϊκιστές δεξιοί σε συνεργασία με την εξτρεμιστική αριστερά.
    Είναι τελικά τόσο παράδοξο;

    *Ο κ. Διονύσης Κατρανίτσας είναι μέλος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal την 21η Φεβρουαρίου 2019.

  • Συνταγματικά κατοχυρωμένος ο κρατισμός

    Του Βασίλη Τσικνάκου*

    t

    Η απόρριψη της πρότασης της αντιπολίτευσης για την αναθεώρηση του άρθρου 106 του Συντάγματος πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, με τη συζήτηση να περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο γύρω από την ίδρυση ή μη, ιδιωτικών πανεπιστημίων – σημαντικότατο δεν αντιλέγω. Ένα άρθρο όμως, το όποιο σύμφωνα με το φιλελεύθερο καθηγητή Γιώργο Μπήτρο «άνοιξε το κουτί της Πανδώρας» για τον εκτροχιασμό της ελληνικής οικονομίας. Για όσους δεν το γνωρίζουν στην πρώτη πρόταση της πρώτης παραγράφου ορίζεται ότι «Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Kράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Xώρα…». Η ωμή και συνεχής παρέμβαση του κράτους στην οικονομική ζωή λοιπόν, ο κρατισμός, είναι συνταγματικά κατοχυρωμένος από το 1975!!!

    Η πολυνομία και οι συνεχείς τους τροποποιήσεις, οι ρυθμίσεις, οι παρεμβάσεις, αποτυπώνοντας το πνεύμα του Συντάγματος, είναι στην καθημερινότητα όλων. Στο όνομα της «προστασίας» σελίδες κανονιστικών διατάξεων και υποχρεώσεων, χωρίς καμία ουσία και νόημα, σπαταλούν χρόνο και χρήμα από τις επιχειρήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσφατη νέα τροποποίηση των Κανόνων ΔΙ.Ε.Π.Π.Υ. (Διακίνησης και Εμπορίας Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών), αυτού που κάποτε ονομάζαμε Αγορανομικός Κώδικας. Είναι αλήθεια βέβαια ότι ο νέος νόμος που βρίσκεται σε ισχύ από το 2013, είναι πολύ καλύτερος του παλαιότερου – κατόπιν συστάσεως και των δανειστών – αφού ανάμεσα στ’ άλλα απάλειψε όλες τις παλιές διατάξεις περί κανόνων αγορανομικής κοστολόγησης. Οι παλιότεροι θα θυμούνται τις αλήστου μνήμης εποχές όπου ήταν υποχρεωτική η υποβολή τιμοκαταλόγων στο Υπουργείο Εμπορίου, συνοδευόμενοι από αναλυτικά κοστολόγια για να τεκμαίρεται η όποια αύξηση τιμών και τα οποία συνοδευόμενα από τον απαραίτητο αριθμό πρωτοκόλλου, κατέληγαν σε κάποιο αραχνιασμένο ντουλάπι, μιας και ήταν άσκοπη και κυρίως αδύνατη η όποια αξιοποίηση τους. Όλα αυτά βέβαια με πρόσχημα την προστασία του καταναλωτή.

    Παρά τις όποιες βελτιώσεις όμως, η πολιτεία εξακολουθεί να ορίζει απόλυτα όχι μόνο το πλαίσιο, αλλά και τις διαδικασίες μέσα στις οποίες πραγματοποιείται η εμπορική δραστηριότητα στη χώρα. Σε μία αντιστοιχία με την ορθόδοξη ελληνική δοξολογία, μέσα στις 180 περίπου σελίδες του νόμου, φαίνεται ξεκάθαρα η ιδιότυπη τριαδικότητα του ελληνικού κράτους. Αυτές του πατερούλη, του παντογνώστη, του τιμωρού.

    Παρακολουθώντας από κοντά λόγω επαγγέλματος τα αγορανομικά ζητήματα τα τελευταία δεκαπέντε περίπου χρόνια, διαπιστώνω ότι κάθε καινούργιος υπουργός, ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης, θέλοντας να προβάλει έναν φιλολαϊκό χαρακτήρα, τροποποιεί ή αναθεωρεί την υπάρχουσα κάθε φορά νομοθεσία ανακυκλώνοντας όμως πάντα την ίδια πατερναλιστική φιλοσοφία. Αυτό όμως που ουδείς φαίνεται να αντιλαμβάνεται, είναι ότι δεν χρειάζονται σελίδες νόμων παρά μόνο συνειδητοποιημένοι καταναλωτές και ελεύθερο επιχειρείν. Άλλωστε ένα πολύ μεγάλο μέρος των υποχρεωτικών εμπορικών πρακτικών καλύπτεται από το κοινοτικό πλαίσιο. Οι μόνες υποχρεώσεις που απομένουν στην πολιτεία είναι η ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού ούτως ώστε να επιτελεί με επιτυχία το έργο της, η απλοποίηση όλων των διαδικασιών και η διασφάλιση της σωστής ενημέρωσης των πολιτών. Και βέβαια επιτέλους να τροποποιήσει ή να καταργήσει το περιβόητο άρθρο 106.

    Καταναλωτές που θα επιβραβεύουν ή θα αποδοκιμάζουν επιχειρηματικές και εμπορικές πρακτικές και επιχειρήσεις που θα ανταγωνίζονται για να καλύψουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες των πελατών τους, χρειάζεται η χώρα για να λειτουργήσει σωστά η αγορά. Μέχρι τότε θα ζούμε διάφορες κωμικοτραγικές καταστάσεις όπως τότε που ο συμπαθής Κίμων Κουλούρης, κυνηγούσε την ακρίβεια και την αισχροκέρδεια από πάγκο σε πάγκο στις λαϊκές αγορές..

     

    *Ο κ. Βασίλης Τσικνάκος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 19 Φεβρουαρίου 2019

  • On Brain Drain

    Του Γιώργου Αγγελόπουλου*

    yiorgos angelopoulos

    Έτσι ονομάζεται ο εφιάλτης που ανακαλύψαμε εδώ και έξι – εφτά χρόνια, ο φόβος κι ο τρόμος κάθε οικογένειας, η ασθένεια που ψάχνουν να θεραπεύσουν δεξιοί κι αριστεροί, αυτό που βασανίζει μια ολόκληρη κοινωνία μαζί με όλα τ’άλλα προβλήματα που της φόρτωσε η κρίση.

    Προφανώς, μας φαίνεται άσχημο από εθνική σκοπιά. Είναι όμως έτσι; Ας βγάλουμε λίγο από την εξίσωση τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι νεομετανάστες και οι άνθρωποί τους από τον αποχωρισμό με τον οποίο καλούνται να ζήσουν. Για μας τους απ’ έξω τι γίνεται; Για τη χώρα; Έχουμε απώλεια ανθρωπίνου κεφαλαίου, ισχυρίζονται οι περισσότεροι. Είμαστε σίγουροι; Ας το δούμε λίγο.

    Δεχόμαστε, γενικώς, ότι η ανώτατη εκπαίδευση είναι μια επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Δίνουμε πόρους σε ένα σύστημα παραγωγής γνώσης και δεξιοτήτων και από το σύστημα αυτό παίρνουμε υψηλά καταρτισμένους ειδικούς. Οι ειδικοί αυτοί μας δίνουν πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που δεν θα είχαμε αλλιώς: σε καλύτερη υγεία, καλύτερη εκπαίδευση, ποιοτικά τρόφιμα, υψηλή τεχνολογία και πολλά άλλα.

    Εδώ, όμως, δεν συνέβη αυτό. Εδώ το κράτος έχει μονοπώλιο στην ανώτατη εκπαίδευση και η δημιουργία σχολών και πτυχιούχων είναι αποτέλεσμα του κεντρικού σχεδιασμού του. Τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια το κράτος έκρινε πως τα πανεπιστήμια δεν είναι μια δραστηριότητα πολλαπλασιασμού ανθρωπίνου κεφαλαίου αλλά ένα μέσο εγχώριας αναδιανομής πλούτου. Τα πανεπιστήμια που φύτρωσαν με το νόμο Αρσένη και ένθεν είχαν δευτερεύοντα σκοπό να πολλαπλασιάσουν το ανθρώπινο κεφάλαιο της κοινωνίας. Ο βασικός τους στόχος ήταν να βοηθήσουν τα σαντουιτσάδικα και τους ιδιοκτήτες ακινήτων του Αγρινίου, της Λαμίας, της Τρίπολης και άλλων μικρών πόλεων της επαρχίας. Και το κατάφεραν! Οι πολλοί αρχικά υπαμοιβόμενοι και τώρα άνεργοι πτυχιούχοι ήταν μια απλή εξωτερικότητα αυτού του ιδιαίτερου τρόπου αναδιανομής.

    Για να επιστρέψουμε πιο πάνω, το ανθρώπινο κεφάλαιο πήγαινε ελαφρώς χαμένο. Το κράτος, μετά το σχεδιαστικό του έγκλημα, επανόρθωσε χειροτερεύοντας την κατάσταση. Άνοιξε διορισμούς ανθρώπων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης εκεί που θα έπρεπε να δουλεύουν απόφοιτοι λυκείου: στο στρατό, στις δημοτικές αστυνομίες και σε άλλες θέσεις χαμηλής ειδίκευσης. Μια ολόκληρη κοινωνία ξόδεψε πόρους για να αποκτήσουν χιλιάδες νέες και νέοι πανεπιστημιακή ειδίκευση ώστε τώρα να κόβουν κλήσεις για παράνομα τραπεζοκαθίσματα.

    Οι άνθρωποι με τις πανεπιστημιακές δεξιότητες που τώρα κλαίμε που φύγαν, λίμναζαν. Είτε πάρκαραν τις δεξιότητές τους σε κρατικές αργομισθίες, είτε περιμένοντας μια δουλειά «αντάξια των προσόντων τους» ζούσαν από το περίσσευμα των πληθωρισμένων γονικών μισθοσυντάξεων, είτε βρισκόμενοι στην ελληνική αγορά εργασίας απασχολούνταν με χαμηλές αμοιβές εργασίες στη ρηχή ελληνική επιχείρηση. Μια σπίθα χρειαζόταν και ήρθε. Αν εξαιρέσουμε όσους τυχερούς –ή άτυχους, θέμα οπτικής– πρόλαβαν να παρκάρουν στο δημόσιο, οι υπόλοιποι έχασαν, έστω σαθρή, τη γη κάτω από τα πόδια τους. Οι «χλιδάνεργοι» είδαν το εισοδηματικό περίσσευμα των γονιών τους να εξατμίζεται κι όσοι δούλευαν σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τις είδαν να κλείνουν. Και έτσι αρχίσαμε να παίρνουμε τα συνεχή ευρωπαϊκά πρωταθλήματα νεανικής ανεργίας.

    Αυτό είναι το κεφάλαιο που, σύμφωνα με πολλούς, χάθηκε. Ας αλλάξουμε λίγο την οπτική μας. Αυτό το κεφάλαιο δε χάθηκε: ελευθερώθηκε!

    Συγκρίνετέ το με ένα χρηματικό κεφάλαιο που τόσα χρόνια έμενε φυλαγμένο στον απορροφητήρα και ξαφνικά τοποθετήθηκε σε μια επένδυση υψηλής απόδοσης. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, αντί να μένουν εδώ κάνοντας δουλειές του ποδαριού για ένα ψευδοπατριωτικό «γαμώτο», μετανάστευσαν σε χώρες που τους δίνονται ευκαιρίες να εργαστούν, να προσφέρουν τις δεξιότητές τους και να αναζητήσουν τον δικό τους δρόμο για την προσωπική ευτυχία. Και, τελικά, τι είναι καλύτερο ακόμα και για μας, όσους μείναμε εδώ; Μια πτυχιούχος που κόβει κλήσεις σε παράνομους πάγκους λαϊκής ή μια πτυχιούχος που δουλεύει στο αντικείμενό της σε μια επιχείρηση στη Γερμανία; Εγώ προτιμώ το δεύτερο.

    Στις περισσότερες χώρες που έχουν πάει οι μορφωμένοι νεομετανάστες μας, αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι πολίτες, χαίρουν ίσων δικαιωμάτων με τους ντόπιους και έρχονται σε επαφή με θεσμούς και περιβάλλοντα που εξηγούν γιατί οι χώρες μετανάστευσης υψηλής ειδίκευσης δυναμικού είναι εκείνες και όχι η δική μας.

    Αλλά και το δικό μας κέρδος ήδη διαφανεί. Είτε επιστρέφοντας πίσω με εμπειρίες και κεφάλαια, είτε επηρεάζοντας τους δικούς τους κύκλους μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, οι φίλοι που έφυγαν τα τελευταία χρόνια συνεχίζουν να εμπλουτίζουν την ελληνική κοινωνία όσο εμπλουτίζουν κι εκείνες στις οποίες ζουν. Ο κόσμος είναι πιο μικρός και η Ευρώπη, στην οποία βρίσκονται οι περισσότεροι, είναι η νέα μας μεγάλη πατρίδα.

    Αυτό που μέσα από τη στενή εθνική μας οπτική λέγεται brain drain, αν ανοίξουμε τα μάτια και το δούμε ως Ευρωπαίοι πολίτες είναι ένα μεγάλο brain gain.

     

    *Ο κ. Γιώργος Αγγελόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 14 Φεβρουαρίου 2019

  • Λίγες σκέψεις για τη Δημόσια Υγεία

    Του Νίκου Χαραλάμπους

    Τα τελευταία χρόνια, στενό συγγενικό μου πρόσωπο είχε μια σοβαρή περιπέτεια υγείας που με έφερε σε πλήρη επαφή με το ελληνικό σύστημα υγείας σε όλες του τις πλευρές: Δημόσια νοσοκομεία, ιδιωτικές κλινικές, παραϊατρικά επαγγέλματα, αυτεπάγγελτους γιατρούς.

    Διεξοδική ανάλυση ενός θέματος όπως η υγεία δεν μπορεί να γίνει σε ένα άρθρο. Αλλά καταθέτω επιγραμματικά κάποια βιωματικά συμπεράσματα που ίσως φανούν χρήσιμα στους αναγνώστες:

    1. Η Υγεία είναι το πιο πολύπλοκο πολιτικό ζήτημα σήμερα. Για ποιο λόγο; Επειδή οι άνθρωποι δεν είναι απλώς σώματα, κόκαλα, μύες, όργανα. Είναι μυαλά και διάνοιες. Και οι διάνοιες μπορεί να ξεπεράσουν το περιορισμένο δυναμικό ενός σώματος. Σώζεις έναν νέο στα 20, 30 ή 40 έτη του και δέκα χρόνια μετά συμβάλει σε κάτι που μπορεί να έχει θετικές επιπτώσεις σε χιλιάδες ή εκατομμύρια συνανθρώπους του.

    2. Δεν υπάρχει μια λύση για την Υγεία. Από μόνο του το κράτος ή η αγορά ή ο εθελοντικός τομέας, δεν μπορεί να δώσει τις λύσεις που θέλουμε. Αν το Κράτος αναλάβει την υγεία αποκλειστικά, θα χρεοκοπήσει και θα καταστρέψει την ποιότητα υπηρεσιών. Αν η αγορά αναλάβει την υγεία, πολλοί άνθρωποι που δεν έχουν τα μέσα θα χαθούν. Το μεγάλο πρόβλημα της αγοράς στην υγεία είναι πως οι αγορές είναι ασταθή δυναμικά συστήματα ενώ οι άνθρωποι θέλουν σταθερότητα στην υγεία τους. Τα πιο πετυχημένα συστήματα υγείας θα είναι αυτά που θα συνδυάσουν τις δυνατότητες κράτους, αγοράς και εθελοντικού τομέα για να πετύχουν το καλύτερο και φθηνότερο αποτέλεσμα.

    3. Η διάθεση του κόσμου να προσέξει τον δικό του άνθρωπο όσο περισσότερο μπορεί, δεν έχει όρια. Υπάρχει τεράστια ζήτηση για ιατρικές υπηρεσίες. Η ζήτηση αυτή απευθύνεται είτε στο δημόσιο σύστημα είτε στο ιδιωτικό είτε στους αυτεπάγγελτους γιατρούς.

    4. Τη μεγαλύτερη ανισότητα στη συμπεριφορά προσωπικού τη συνάντησα στα δημόσια νοσοκομεία. Εκεί βρίσκεις, από τη μια, ηρωικές παρουσίες και, από την άλλη, προκλητικά αδιάφορες. Στα ιδιωτικά, η συμπεριφορά ήταν περισσότερο ομοιόμορφη.

    5. Παρά τις αδιάφορες παρουσίες, η συντριπτική πλειοψηφία του ιατρικού προσωπικού στο δημόσιο σύστημα υγείας θέλει πραγματικά να προσφέρει στον ασθενή. Αλλά τα χέρια τους εκεί είναι τις περισσότερες φορές δεμένα.

    6. Οι δύο σημαντικότερες κακοδαιμονίες του δημοσίου συστήματος υγείας είναι κατά τη γνώμη μου η γραφειοκρατία και η δαιμονοποίηση της εμπορευματοποίησης. Το πρώτο αφαιρεί ευελιξία και πρωτοβουλία από τους εργαζόμενους και τα στελέχη της δημόσιας υγείας, ενώ το δεύτερο αφαιρεί πόρους.

    7. Την ίδια στιγμή που υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν χρήματα για να θεραπευτούν ή να πάρουν ένα φάρμακο, υπάρχουν και άνθρωποι που έχουν τα μέσα να πληρώσουν για καλύτερες υπηρεσίες. Όμως, η απαγόρευση της κερδοφορίας και η απαγόρευση της πρωτοβουλίας δεν επιτρέπει στους δεύτερους να χρηματοδοτήσουν εμμέσως τους πρώτους μέσα από το δημόσιο σύστημα. Η κατάσταση φέρνει ισοπέδωση προς τα κάτω. Ιατρικοί οργανισμοί δεν μπορούν να χρεώσουν παραπάνω, για επιπλέον υπηρεσίες, να δανειστούν και να επενδύσουν.

    8. Επομένως, έχει αναπτυχθεί μια σκιώδης αγορά που λειτουργεί στους χώρους του δημοσίου συστήματος (ράντζα, τηλεοράσεις, στρώματα, αποκλειστικές) που συμπληρώνει όσο μπορεί τα κενά αλλά έχει μάθει και αυτό να λειτουργεί με τη γνωστή περιορισμένη βραχυπρόθεσμη ελληνική νοοτροπία.

    9.Το αίτημα για ιατρικό τουρισμό έχει γίνει κλισέ και τετριμμένο, αλλά κρύβει το βασικό αίτημα για απελευθέρωση του τομέα της υγείας από τη μιζέρια του «λειτουργήματος».

    Είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε είτε όχι η παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης υπόκειται στους νόμους της αγοράς. Μπορεί να γίνει ποιοτικό εμπόρευμα και μπορούμε να έχουμε ένα δημόσιο σύστημα που να μην αφήνει κανέναν ακάλυπτο.

    Το συγγενικό μου πρόσωπο δεν ανάρρωσε από την περιπέτειά του αλλά τουλάχιστον έχω την ευχαρίστηση να πληρώνω και να προσφέρω ό,τι καλύτερο μπορώ για να είναι η ζωή του άνετη και αξιοπρεπής. Και πιστεύω πως με περισσότερους πόρους αυτοί και αυτές που πληρώνω θα έχουν την δυνατότητα να προσέξουν κάποιον που δεν έχει να πληρώνει. Αυτό είναι πολύ πιο δίκαιη αναδιανομή από την φορολογία και την τυφλή χρηματοδότηση του γραφειοκρατικού συγκεντρωτικού και σκληρωτικού συστήματος υγείας που έχουμε σήμερα.

    *Ο Νίκος Χαραλαμπους είναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 4 Φεβρουαρίου 2019

  • Πολίτες δύο ταχυτήτων

    Του Άρη Κωνσταντινίδη*

    Συχνά ακούμε από τους εργατοπατέρες της Αριστεράς να μιλούν απαξιωτικά για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους και τις τελείως διαφορετικές εργασιακές συνθήκες που επικρατούν στον ιδιωτικό τομέα, σε στυλ «ας διεκδικήσουν και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι ό,τι και οι δημόσιοι».

    Γίνεται όμως να λειτουργήσουν η οικονομία και η κοινωνία γενικότερα με τόσο προνομιακές συνθήκες εργασίας για όλους; Θα απαντήσω μέσα από ένα αληθινό παράδειγμα:

    – Τι να σου πω, Άρη παιδί μου, ηλικιωμένος άνθρωπος βρέθηκα να ζω με 500 ευρώ το μήνα. Τα φάρμακα να υπολογίσεις μόνο φτάνει.

    – Σας καταλαβαίνω, κύριε Χαράλαμπε, και ιδίως γιατί είστε ζευγάρι. Πώς να τα βγάλετε πέρα δύο άνθρωποι;

    – Η Σούλα λες; Η γυναίκα μου ευτυχώς παίρνει σύνταξη δικιά της.

    – Αλήθεια; Δεν θυμάμαι την κυρία Σουλα να εργάζεται και σας ξέρω από παιδί.

    – Μα η Σούλα βγήκε στη σύνταξη πριν γεννηθείς. Εργάστηκε στο δημόσιο και τότε, την δεκαετία του ’70 βγήκε ένας νόμος που έλεγε, πως αν μία γυναίκα κλείσει 15 χρόνια εργασίας και κάνει ένα παιδί, μπορεί να βγει. Ε, το 72 κάναμε τον φίλο σου τον Γιωργάκη. Την άτιμη, 36 χρονών πήρε σύνταξη (γέλια)! Και το πιο σημαντικό; Πήρε και εφάπαξ (τρανταχτά γέλια)! Μ’ αυτό το εφάπαξ και κάτι οικονομίες των γονιών της αγόρασε τότε το σπίτι που μέναμε. Βέβαια, στην αρχή έπαιρνε πολύ λίγα χρήματα, ένα επιδοματάκι να πούμε, αλλά αργότερα, τις δεκαετίες ’80 και ’90 όλο και τσίμπαγε αυξησούλες. Κι έτσι έφτασε να εισπράττει το ’90 που βγήκα στη σύνταξη εγώ, τα ίδια με μένα, που βγήκα με 30 χρόνια εργασίας. Και δεν πήρα και εφάπαξ. Αλλά βλέπεις εγώ δεν δούλεψα στο δημόσιο, είχα μαγαζί σαν και σένα, όπως ξέρεις…
    Έφυγε ο κυρ-Χαράλαμπος κι εγώ έμεινα να σκέφτομαι. Αυτή η γυναίκα -υγεία να ‘χει- βγήκε στη σύνταξη στα 36(!), πήρε και εφάπαξ(!), εργάστηκε μόνο 15 χρόνια(!). Και έκλεισε σήμερα 45 χρόνια συνταξιούχος!

    Ενώ εγώ, βρέθηκα σήμερα στα 48 μου, να έχω κλείσει 25 χρόνια ενσήμων, να πληρώνω ένα κάρο λεφτά στον ΕΦΚΑ και να μη γνωρίζω ούτε πότε θα βγω στη σύνταξη, ούτε πόσα λεφτά θα πάρω! Γιατί;

    Σήμερα πήρα μιαν απάντηση. Και λέγεται κυρία Σούλα!

    *Ο Άρης Κωνσταντινίδης είναι μέλος της μόνιμης γενικής συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal την 25 Ιανουαρίου 2019.

  • Πόσα εκατομμύρια έχει το δισεκατομμύριο;

    Του Άντη Ζέρβα

    Πριν από λίγο καιρό βρέθηκα σε μια διαδικτυακή συζήτηση, βασισμένη σε μια φαινομενικά απλή ιδέα: αν για να αποκτήσει κάποιος δίπλωμα οδήγησης χρειάζεται να περάσει εξετάσεις, δεν θα έπρεπε να περνάει εξετάσεις και για να αποκτήσει την ιδιότητα του ψηφοφόρου;

    Μάλιστα, ως παράδειγμα χρησιμοποιήθηκε η εξωφρενική εικόνα μιας σατιρικής τηλεοπτικής εκπομπής, στην οποία πολίτες καλούνταν να απαντήσουν στην ερώτηση: «Πόσα εκατομμύρια έχει ένα δισεκατομμύριο;» και στην οποία οι περισσότεροι αποτύγχαναν να απαντήσουν. «Αν κάποιος δεν ξέρει πόσα εκατομμύρια έχει ένα δισεκατομμύριο, σε περίοδο οικονομικής κρίσης», αναρωτήθηκαν κάποιοι, «θα έπρεπε να συναποφασίζει με την ψήφο του; Θα επιτρεπόταν να οδηγεί αν δεν γνώριζε τον ΚΟΚ;».

    Με νωπό το παράδειγμα ανθρώπων που πιστεύουν ότι μπορεί κάποιος να έχει 600 τρις, το ερώτημα μοιάζει λογικό και είναι πιθανό ήδη κάποιοι να το βρήκαν καλή ιδέα, αλλά ούτε λογικό είναι – ούτε κατά διάνοια – ούτε καλή ιδέα.

    Θα μπορούσε να καταρριφθεί με τον εύκολο τρόπο: Αν κάποιος έχει υποχρέωση να πληρώνει φόρους χωρίς να περνάει εξετάσεις για τον υπολογισμό ποσοστών, τότε έχει δικαίωμα και να ψηφίζει, χωρίς να ξέρει πόσα εκατομμύρια έχει το δισεκατομμύριο.

    Θα μπορούσε να καταρριφθεί με την αποτύπωση της πραγματικότητας: Μια βόλτα με το αυτοκίνητο σε μια μεγάλη ή μικρή πόλη, θα μας έδειχνε ότι ο ΚΟΚ παραβιάζεται συστηματικά – για να μην μιλήσουμε για τα ρεκόρ τροχαίων ατυχημάτων στη χώρα. Οι εξετάσεις δεν εμποδίζουν τις παραβάσεις.

    Θα μπορούσε να καταρριφθεί με την αποτύπωση μιας δεύτερης πραγματικότητας: βάσει νόμου, όλοι οι Έλληνες φοιτούν στο σχολείο για 9 χρόνια, συνεπώς έχουν ήδη διδαχθεί τουλάχιστο τα στοιχειώδη και έχουν πιστοποιηθεί για αυτό με εξετάσεις, πριν αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου.

    Ωστόσο, αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μια τέτοια συζήτηση, είναι το πού μπορούν να οδηγήσουν τέτοιες ιδέες. Για παράδειγμα, πόσο ισχυρό θα ήταν το κίνητρο για μία πολιτική παράταξη να ελέγξει τα αποτελέσματα, ώστε να περνάνε τις εξετάσεις μόνο οι δυνητικοί ψηφοφόροι της; Ποια κυβέρνηση θα μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να ελέγχει τη σύνθεση του εκλογικού σώματος πριν καν πάει στην κάλπη;

    Ας υποθέσουμε ότι βρισκόταν ένας αδιάβλητος τρόπος να ξεπεραστεί το παραπάνω. Ποιος θα κρίνει ποιο έλλειμα γνώσης είναι ικανό να αφαιρέσει από έναν άνθρωπο το θεμελιώδες δικαίωμα να αποφασίζει για τη δική του ζωή; Ποιος δείκτης ευφυίας θα στερήσει από έναν άνθρωπο τη δυνατότητα να συμμετέχει στα κοινά; Ποια νομιμοποίηση θα έχει μία κυβέρνηση εκλεγμένη από «έξυπνους» και «γνώστες» στα μάτια ενός ανθρώπου που του έχει αφαιρεθεί το θεμελιώδες δημοκρατικό του δικαίωμα; Οι εγκυκλοπαιδικές γνώσεις είναι το μόνο προσόν που πρέπει να έχει ένας ψηφοφόρος για να πάρει αποφάσεις; Το ήθος του, η εντιμότητά του, το ενδιαφέρον του για τους κοινωνικούς θεσμούς δεν θα έχουν θέση; Αν μετράμε το ένα, γιατί να μην μετράμε και τα άλλα; Και πώς θα τα μετρήσουμε;

    Φυσικά, το μεγάλο λάθος σε ένα τέτοιο σκεπτικό ξεκινάει από το θεμελιώδες σφάλμα ότι κάποιος με την ψήφο του στις εκλογές αποφασίζει για ένα ή δύο θέματα, με ένα ή δύο κριτήρια. Το μεγάλο πλεονέκτημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, είναι ακριβώς ότι η ψήφος είναι μια ανάθεση εντολής σε κάποιον να συμμετέχει σε αποφάσεις – ούτε καν να αποφασίζει μόνος του – και όχι λήψη απόφασης. Και αυτό είναι που κάνει την πολιτική διαδικασία προτιμότερη και πιο λειτουργική μακροπρόθεσμα, από τη λήψη αποφάσεων με δημοψηφίσματα.

    Ωστόσο, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι, εκ του αποτελέσματος, οι αποφάσεις που έχουμε πάρει ως πολίτες ιδιαίτερα τα τελευταία δέκα χρόνια, ελέγχονται ως προς τον ορθολογισμό τους και προφανώς υπάρχει ένα σημαντικό πρόβλημα ανάλυσης της πραγματικότητας από πολλούς. Αυτό είναι όντως πρόβλημα. Η λύση του όμως δεν είναι ο περιορισμός όσων συμμετέχουν – το αντίθετο.

    Τα τελευταία 200 χρόνια, οι δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες άκμασαν και γνώρισαν πρωτοφανή επίπεδα ελευθερίας και ευημερίας, εμπλουτίζοντας με μικρά ή μεγάλα βήματα τα εκλογικά σώματά τους όλο και περισσότερο. Οι περιορισμοί αντίθετα, έφεραν παντού ολέθρια αποτελέσματα.

    Αν το πρόβλημα είναι το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και η μειωμένη ικανότητα λήψης ορθολογικών αποφάσεων, τότε η λύση βρίσκεται στην καλύτερη παιδεία, στην ενθάρρυνση της γνώσης, στην ανάδειξη της αξίας της μάθησης. Αν κάποιος δεν ξέρει πόσα εκατομμύρια έχει το δισεκατομμύριο, θα πρέπει να μάθει ότι έχει χίλια. Κάθε φορά, σε κάθε μέτρηση.

    Αυτή είναι η μόνη απάντηση και όχι ο περιορισμός ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων.

    *ο Άντη Ζέρβας είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal την 8η Ιανουαρίου 2019