• Γιατί οι Φιλελεύθεροι αντιπολιτεύονται… τους Πολίτες

    Του Μάκη Κεβρεκίδη

    James Freeman Clarke: “Ο πολιτικός σκέφτεται τις επόμενες εκλογές ενώ ο ηγέτης την επόμενη γενιά!”

    Πολλοί φιλελεύθεροι τυχαίνει να κατανοούν τα οικονομικά ή και τα ζητήματα κοινωνικών ελευθεριών σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι άλλοι πολίτες ή πολλοί μη-φιλελεύθεροι πολιτικοί. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι φιλελεύθεροι είναι πιο ευφυείς από τους υπόλοιπους αλλά επειδή έτυχε να έχουν κάποιες διαφορετικές εμπειρίες και ερεθίσματα. Για παράδειγμα, σε πολλές περιπτώσεις ένα μεγάλο μέρος αυτών των εμπειριών προέρχεται από τις σπουδές τους ή και την εργασία τους στο εξωτερικό.

    Με άλλα λόγια, έτυχε να αποκτήσουν ένα μέτρο σύγκρισης με την ελληνική πραγματικότητα. Έτυχε, π.χ. να δούνε και να βιώσουν από πρώτο χέρι πως για να μειωθούν οι τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών προς όφελος των καταναλωτών δεν χρειάζεται να υπάρξουν εύθραυστες “συμφωνίες κυρίων” μεταξύ επιχειρήσεων και κυβέρνησης. Έτυχε να δούνε πως για να αυξηθεί η απασχόληση δεν είναι απαραίτητο να επιδοτούνται θέσεις εργασίας ή να γίνονται προσλήψεις στο δημόσιο. Είδανε ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι και μάλιστα πολύ πιο αποτελεσματικοί, ώστε να επιτευχθούν όλα αυτά. Αυτή είναι η μόνη διαφορά.

    Αυτές οι εμπειρίες και γνώσεις λοιπόν, τους μετέτρεψαν σε φιλελεύθερους. Καθώς η πλειοψηφία των φιλελεύθερων προέρχεται από τα σπλάχνα της ελληνικής κοινωνίας, τη μεσαία και τη μικροαστική τάξη, οι φιλελεύθεροι επιθυμούν διακαώς να προσφέρουν στους πιο αδύναμους. Εξού και πολλοί επέλεξαν να ασχοληθούν με τα κοινά. Προς μεγάλη τους απογοήτευση όμως διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε διευρυμένη εκλογική βάση η οποία να αφουγκράζεται τις ιδέες τους. Η συντριπτική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος δεν μοιράζεται με αυτούς τις ίδιες εμπειρίες και ερεθίσματα, εξού και η φιλοσοφία τους συχνά αντιμετωπίζεται ως εξωπραγματική, ανεφάρμοστη, συγκεχυμένη και με αρκετή “βοήθεια” από το υφιστάμενο κρατιστικό και κρατικοδίαιτο πολιτικό και οικονομικό σύστημα, ακόμα και ως δολοπλόκα και συνωμοσιακή!

    Γύρω στο 2007 – 2008 λοιπόν, κάποιοι φιλελεύθεροι αποφάσισαν να αλλάξουν τις πολιτικές πρακτικές τους. Έτσι, αντί αποκλειστικά να προσπαθούν να αυξήσουν τα μέλη και τους ψηφοφόρους τους επέλεξαν να ακολουθήσουν έναν πολύ πιο δύσκολο δρόμο. Επέλεξαν να δημιουργήσουν φιλελεύθερους πολίτες! Αυτό είναι ένα εγχείρημα που στους περισσότερους ακούγεται τρελό και ακατόρθωτο καθώς παραδοσιακά για να μπορέσει κάποιος να αλλάξει επιτυχώς τις συνειδήσεις και να επηρεάσει τις αντιλήψεις μιας μεγάλης επί του συνόλου πληθυσμιακής ομάδας απαιτείται η πρόσβαση στην κεντρικά σχεδιαζόμενη δημόσια παιδεία αλλά και στα ΜΜΕ. Οι φιλελεύθεροι, πέραν του ό,τι απεχθάνονται τον κεντρικό σχεδιασμό, δεν είχαν στη διάθεσή τους τίποτα από τα δύο.

    Τα εργαλεία λοιπόν που κατά κανόνα χρησιμοποίησαν προς επίτευξη αυτού του στόχου είναι πρωτίστως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δευτερευόντως φορείς όπως το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕ.ΦΙ.Μ.) και διάφορες εκδηλώσεις. Και πώς μεταδίδεις τις ιδέες σου σε ένα κοινό το οποίο ήδη διακατέχεται από παγιωμένες και διαφορετικές αντιλήψεις και σε αντιμετωπίζει εχθρικά και με καχυποψία; Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω του γκρεμίσματος των ιδεών του κάθε πολίτη, μέσω της ευθείας σύγκρουσης μαζί του έπειτα από ατελείωτες ώρες συζήτησης και επιχειρηματολογίας. Αν και εφόσον ο πολίτης κρίνει ότι ενδεχομένως κάποιες από τις αναλήψεις του στηρίζονται σε λανθασμένες πληροφορίες ή και σε διαστρεβλωμένη κατανόηση της πραγματικότητας, τότε ίσως υπάρχει μια ευκαιρία να γεμίσει αυτό το κενό με την φιλελεύθερη ιδεολογία.

    Ουσιαστικά, οι φιλελεύθεροι καθημερινά αντιπολιτευόμαστε τους ίδιους τους πολίτες και τις παγιωμένες αντιλήψεις τους. Είναι μια επίπονη, επίμονη, διαχρονική και δύσκολη προσπάθεια. Παρόλα αυτά, δέκα χρόνια μετά, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η προσπάθεια αυτή στέφθηκε επιτυχώς. Σήμερα, μια πολύ μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, ασχέτως με την τελική του εκλογική επιλογή, αυτοχαρακτηρίζονται ως φιλελεύθεροι σε πολλά οικονομικά ή και κοινωνικά ζητήματα. Φυσικά, ο δρόμος για τον φιλελευθερισμό είναι ακόμα μακρύς, αλλά έχουν τεθεί οι σωστές βάσεις. Συνεχίζουμε ακάθεκτοι!

    *Ο κ. Μάκης Κεβρεκίδης είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal την 24 Ιανουαρίου 2019.

     

  • Σημασία δεν έχει τι λες, αλλά τι ακούν οι άλλοι

    Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη*

    Στο πρωτοποριακό του έργο για την πολιτική επικοινωνία και γλώσσα των εκλογικών αναμετρήσεων The People`s Choice: How The Voter Makes Up His Mind in a Presidential Election (1944), ο Paul Lazarsfeld και οι συνεργάτες του – έχοντας μελετήσει τη φιλοσοφία και τις προεκλογικές τακτικές διαφόρων κρατών, λαών και πολιτισμών στο θέμα της επικοινωνίας του πολιτικού μηνύματος – καταλήγουν για τους ψηφοφόρους:

    «Οι πραγματικοί αμφισβητίες του συστήματος, οι ανοιχτόμυαλοι, αυτοί που καταβάλλουν ειλικρινή προσπάθεια να ζυγίσουν τα υπέρ και τα κατά των επιχειρημάτων των πολιτικών για να αντλήσουν συμπεράσματα για το καλό της πατρίδας, ζουν μόνο στα προπαγανδιστικά κείμενα, στα σχολικά εγχειρίδια αγωγής του πολίτη, στις ταινίες και στο μυαλό μερικών ιδεολόγων. Στην πραγματική ζωή, τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν ελάχιστοι…»

    Οι προεκλογικές εκστρατείες άρχισαν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας από τη στιγμή που οι άνθρωποι μετατόπισαν το ενδιαφέρον τους από τα παραδοσιακά, προκατ κόμματα – τα sur mesure δημιουργήματα ενός αρχηγού που μιλάει από το βάθρο – και στράφηκαν σε ομάδες και συστήματα. Η μορφή, η παρουσία και οι δυνατότητες ενός κεντρικού πρωταγωνιστή αποτελούσαν πάντα θέμα επιβεβαίωσης ή αποδοκιμασίας από τους ψηφοφόρους αλλά το παιχνίδι της επιρροής εμπλουτίζουν σήμερα δυνάμεις που ξεκινούν από και καταλήγουν σε ανθρωποδίκτυα. Με την απομυθοποίηση «ανδρός σοφού» ήρθε και ο κατακερματισμός του πολιτικού μηνύματος που τώρα χρειάζεται να είναι φτιαγμένο με τρόπο που να απαντά στις πολλαπλές ανάγκες μιας κοινωνίας που συνήθισε στην άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων της, στην αυτοματοποιημένη αντίδραση των σλόγκαν, στην ανθρωποφαγία, στις γρήγορες εναλλαγές των εικόνων και στην μασημένη τροφή.

    Η ικανότητα σωστής διαχείρισης της πληροφορίας επομένως, αφορά στον βαθμό που το μήνυμα θα περάσει επιτυχώς ή θα απορριφθεί από ένα ήδη επιβαρυμένο με αντιφατικά μηνύματα πληθυσμό. Από την άλλη, η επικοινωνία δεν βασίζεται μόνο στη χρήση λόγου αλλά και στο κατά πόσο ο αποδέκτης ενός μηνύματος αντιλαμβάνεται ότι είναι μέρος της κουλτούρας που αντιπροσωπεύει ο πολιτικός, ακολουθώντας την βασική αρχή του ότι «σημασία δεν έχει τι λες, αλλά τι ακούν οι άλλοι», με έμφαση στην χρήση της συναισθηματικής νοημοσύνης στην πολιτική. Όλα αυτά ως διαδικασίες φτιάχνουν μια σύγχρονη μορφή τέχνης.

    Στην Ελλάδα, η παραπάνω πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή με τον πιο αργό και αμφισβητούμενο τρόπο. Αν τα κόμματα και οι εκπρόσωποί τους είναι αδύνατο να αναλυθούν στο μυαλό των ψηφοφόρων με τρόπο που να αποδίδει απόλυτη ισορροπία και δικαιοσύνη σε προθέσεις, το πολιτικό μήνυμα στην χώρα μας είναι εξ ορισμού συμπαγές, δεν αντανακλά πάντα την ποικιλομορφία του εκλογικού σώματος και φτιαγμένο για να αποθαρρύνει κόσμο αντί να επηρεάζει τους ψηφοφόρους προς την κατεύθυνση της παράταξης ενώ ενισχύει περισσότερο τον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία από τις συνεργασίες και τη διεύρυνση, λες και απευθύνεται σε οπαδούς και κολεκτίβες που δεν έχουν πραγματική επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο.

    Έτσι κρατάει το εκλογικό σώμα σε ένα καθεστώς διαρκών αλληλοσυγκρούσεων που ωφελούν τη διατήρηση του συστήματος, φτιάχνει τεμπέλικες εκστρατείες και καταλήγει να βάζει τους καλύτερους υποψηφίους του να απολογούνται για τις αστοχίες του συνόλου. Τελικά, ο καθένας διατηρεί το μαγαζί του, με τις εκλογές να είναι ένα παιχνίδι από το οποίο ως πολίτες βγαίνουμε χαμένοι, συνήθως επειδή «δεν καταλάβαμε καλά».

    *Η  κ. Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Κοινωνική Ψυχολόγος, Σύμβουλος Ομάδων σε θέματα Διομαδικών Διεργασιών, μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας και υποψήφια δημοτική σύμβουλος με την Δύναμη Πολιτών-Βασίλης Λαμπρινός για το Ηράκλειο Κρήτης.

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 23 Ιανουαρίου 2019

  • Το σπασμένο παράθυρο

    Του Γιάννη Παπαδόπουλου*

    Σύμφωνα με την πλάνη του σπασμένου παραθύρου του Φρεντερίκ Μπαστιά πολλά φαινόμενα έχουν δύο όψεις: την ορατή και την αόρατη. Έτσι, όταν ένα παιδί σπάσει με την μπάλα του το τζάμι του φούρνου της γειτονιάς, ενώ φαινομενικά ο τζαμάς της γειτονιάς αποκτά δουλειά και η οικονομία κινείται, αυτό που δεν φαίνεται είναι πως ο κηδεμόνας του παιδιού, πληρώνοντας το σπασμένο τζάμι, χάνει την ευκαιρία να κινήσει την οικονομία με έναν τρόπο πιο επωφελή γι αυτόν, π.χ. με το να αγοράσει ένα παιχνίδι για το παιδί του.

    Ποια η σχέση αυτής της πλάνης με την υπόθεση του πλαστογραφημένου πτυχίου της ΣΤ’ Δημοτικού; Η ορατή – και πραγματικά συγκινητική – πλευρά είναι η ταλαιπωρημένη γυναίκα με τις μεγάλες ανάγκες, η οποία παρανόμησε για να κρατήσει τα παιδιά της εκτός ιδρύματος. Η αόρατη πλευρά είναι η ιστορία του ανθρώπου που, ενώ σύμφωνα με τα κριτήρια της προκήρυξης, έπρεπε να διοριστεί, δεν διορίστηκε. Υποθέτοντας πως όλοι όσοι κάνουν αίτηση για μια θέση καθαριστή έχουν μεγάλες ανάγκες και πως, όπως τα χρήματα του κηδεμόνα, έτσι και οι θέσεις στο δημόσιο είναι περιορισμένες, τα παιδιά του «αόρατου καθαριστή» μπορεί να κατέληξαν αυτά σε ίδρυμα, ή, χάνοντας δύο χρόνια ασφάλισης μέχρι να επαναπροκηρυχθεί αντίστοιχη θέση, ο αόρατος καθαριστής μπορεί να μην κατάφερε να μαζέψει τα ένσημα για να βγει στην σύνταξη.

    Αυτό βέβαια, ίσως να μην αναιρεί το γεγονός πως το πτυχίο δημοτικού δεν είναι ουσιαστικό κριτήριο για μια απλή δουλειά όπως αυτή του καθαριστή, αλλά πρέπει κάποια στιγμή να αρχίσουμε να λαμβάνουμε υπόψη μας  και τα δικαιώματα του αόρατου ατόμου: του ατόμου που πέθανε επειδή δεν τηλεφώνησε σε πολιτικό για να εγχειριστεί αυτός στην θέση κάποιου άλλου, ή της νεαρής μητέρας που καθυστέρησε να πάει στη δουλειά της για να κάνει παράκαμψη και να κατέβει το πεζοδρόμιο με το καροτσάκι του μωρού από επικίνδυνο σημείο για να πάει αυτός που πάρκαρε μπροστά στην ράμπα πιο γρήγορα στην δουλειά του.

    Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς προς την καθαρίστρια, τον υπάλληλο του ΕΚΑΒ και όποιον άλλον παρανόμησε για να συμμορφωθεί με ανούσια τυπικά κριτήρια.

     

    *Ο Γιάννης Παπαδόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Φιλελεύθερος” στις 21 Ιανουαρίου 2019.

     

  • Φιλελευθερισμός, Ελιτισμός και Λαϊκισμός

    Του Νίκου Χαραλάμπους

    Το δίπολο Ελιτισμού-Λαϊκισμού φιγουράρει στον δημόσιο διάλογο και στην επικαιρότητα σε πολλά μέτωπα. Η αντίδραση του «λαού» στις «ελίτ» και η περιφρόνηση των «ελίτ» απέναντι στον «λαό» απασχολεί διανοούμενους και πολιτικούς. Το δίπολο αυτό έχει διχάσει τον φιλελεύθερο χώρο με την ισχύ αλυσοπρίονου.

    Τι πρέπει να κάνουν οι φιλελεύθεροι;

    Οι ιδέες τους για μια οικονομία της αγοράς έχουν επικρατήσει. Οι ιδέες τους για ατομικά δικαιώματα κερδίζουν διαρκώς έδαφος. Άρα θα περίμενε κάποιος να θέλουν να διατηρήσουν το status quo. Από την άλλη μεριά, οι ωφελημένοι των τελευταίων δεκαετιών βάζουν στεγανά. Περιχαρακώνουν τα προνόμιά τους με διάφορες δικαιολογίες. Αυτοί που ωφελήθηκαν από τον ανταγωνισμό, δεν τον θέλουν. Άρα οι φιλελεύθεροι θα πρέπει να πάνε με τον «λαό»; Ακόμα κι αν ο «λαός» θέλει να σηκώσει τοίχους στα σύνορα και δεν θελήσει να ανεχτεί κάτι το διαφορετικό;

    Σε αυτή την πολυδιάστατη πραγματικότητα, ο φιλελευθερισμός μπορεί και πρέπει να στέκεται μακριά και από τον λαϊκισμό και τον ελιτισμό. Φιλελεύθερος που ρέπει προς τη μια ή την άλλη κατηγορία χάνει μέρος της ιδεολογίας του.

    Ο ελιτιστής θα εξυψώσει και θα δεχτεί ό,τι έχει να πει ένας καθηγητής πανεπιστημίου και θα απαξιώσει εξαρχής ό,τι έχει να πει ένας μηχανικός αυτοκινήτου ή μια κομμώτρια. Ο λαϊκιστής πράττει, λέει και σκέφτεται το αντίθετο. Απαξιώνει τον καθηγητή πανεπιστημίου ως αποκομμένο από τη ζωή και κολακεύει τον μηχανικό αυτοκινήτου και την κομμώτρια, ανεξάρτητα με το τι λένε. Ο φιλελεύθερος κρίνει τα λεγόμενα και τις ιδέες του καθενός. Αν υποστηρίζεις το πρωτείο του ατόμου, ακούς προσεκτικά και τον καθηγητή πανεπιστημίου και τον μηχανικό και την κομμώτρια και κρίνεις όσο ορθολογικά μπορείς αυτό που έχει να πει ο καθένας και καθεμία.

    Μόνο με την προσήλωση στις αρχές του και στην παράδοσή του, ο φιλελευθερισμός μπορεί να αποφύγει τις ιδεολογικές παγίδες και του ελιτισμού και του λαϊκισμού.

    *ο Νίκος Χαραλάμπους είναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Φιλελεύθερος την 3η Ιανουαρίου 2019

  • Τέχνη, φόροι, ψήφοι

    Του Γιάννη Παπαδόπουλου*

    Καθώς γράφω αυτό το άρθρο είμαι στο αεροπλάνο και επιστρέφω από επαγγελματικό ταξίδι στην Ιταλία. Στο περιθώριο των εργασιών εκεί, επισκέφτηκα για πρώτη φορά το Βατικανό και η επίγευση από την επίσκεψη έχει μια… χαρμολύπη.

    Από τη μια, θαύμασα από κοντά κάποια από τα εντυπωσιακότερα αρχιτεκτονικά και καλλιτεχνικά θαύματα όλων των εποχών. Όμως, ακόμα και την ώρα που τα περιεργαζόμουν με το στόμα ανοιχτό, δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι την αθέατη πλευρά: τα άτομα των οποίων οι κόποι συγκεντρώθηκαν από βασιλείς και ιερείς υπό τη μορφή φόρων, αναγκαστικών εισφορών και αεριτζίδικων υποσχέσεων  (βλέπε συγχωροχάρτι) για να χτιστούν αυτά τα αρχιτεκτονικά και καλλιτεχνικά θαύματα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά η ειρωνεία ότι τα πιο πολλά από αυτά φτιάχτηκαν για να τιμήσουν μια θρησκεία που κηρύττει την εγκράτεια, την εθελοντική διανομή του πλούτου, την ελεημοσύνη κτλ, δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα.

    Οπότε, από τη μία σκέφτομαι: πόσο φτωχότερος θα ήταν ο κόσμος αν δεν είχε συσσωρευτεί αυτός ο πλούτος και δεν είχε διοχετευτεί στην τέχνη;

    Από την άλλη αναρωτιέμαι: πόσα άτομα έζησαν μια πιο φτωχική ζωή για να διακοσμήσει ο Μιχαήλ Άγγελος την Καπέλα Σιστίνα; Πόσοι άνθρωποι δεν ταξίδεψαν ποτέ για να χρηματοδοτηθούν τα 200 χρόνια κατασκευής του ναού του Αγίου Πέτρου;

    Στο δεύτερο ερώτημα δεν έχω απάντηση: η τέχνη δύσκολα κοστολογείται και η αξία της θυσίας δύσκολα υπολογίζεται.  Στο  πρώτο, όμως, νομίζω πως έχω.

    Ο Ernst Gombrich στο «Χρονικό της Τέχνης» ακολουθεί την διαχρονική εξέλιξη των θεμάτων και των τεχνοτροπιών της τέχνης. Περίπου στη μέση του 19ου αιώνα εντοπίζει μια αλλαγή που μεταμορφώνει την τέχνη: τον τρόπο χρηματοδότησης. Ενώ μέχρι τότε ο καλλιτέχνης έψαχνε να γίνει «πελάτης» (cliens) σε κάποιον «πατρόνα» (patronus) ο οποίος θα χρηματοδοτούσε την τέχνη του, για διάφορους λόγους η προσφορά πατρόνων μειώνεται.

    Το άγχος επιβίωσης του καλλιτέχνη αυξάνει κατακόρυφα, αλλά, ταυτόχρονα, απελευθερώνεται: ο καλλιτέχνης δεν είναι πλέον εγκλωβισμένος σε θρησκευτικά θέματα, ούτε είναι υποχρεωμένος να ικανοποιήσει την κάθε απαίτηση του πατρόνα (στο έργο του Jan van Eyck “ Madonna with Canon Joris van der Paele”, ο πατρόνας εμφανίζεται στο… πλάι της Βρεφοκρατούσας!). Έτσι η σύγχρονη τέχνη γεννιέται και από μέθοδος αποθέωσης του πατρόνα και των ιδεών / θέλω του, μεταμορφώνεται σε πολυμορφικό τρόπο έκφρασης, κριτικής, εκπαίδευσης, διαμαρτυρίας, αυτοαναφορικότητας, στοχασμού κτλ.

    Επομένως, ο κόσμος μάλλον δεν φτωχαίνει όταν ο κάθε άνθρωπος αφήνεται να χρησιμοποιήσει τα χρήματά του όπως θέλει. Απλώς, επειδή το κάθε άτομο  έχει διαφορετικές ανάγκες και επιθυμίες, τα χρήματα δεν χρησιμοποιούνται για να χρηματοδοτήσουν έργα μονοσήμαντα, που ανήκουν σε λίγους και είναι συγκεντρωμένα σε λίγα μέρη. Αντιθέτως, διαχέονται  και δημιουργούν  ένα διάσπαρτο στο χώρο, πολύ-ιδιοκτησιακό μωσαϊκό έργων διαφορετικών θεματικών, σκοπών και μορφής.

    Λίγη ώρα έχει μείνει ως την προσγείωση και μια τελευταία ερώτηση με απασχολεί: μήπως και σήμερα γίνεται κάτι το αντίστοιχο; Μήπως και σήμερα κάποιοι συγκεντρώνουν τους κόπους μας για να επιδιώξουν δικούς τους, συγκεντρωτικούς, μονοθεματικούς, μη-ανταποδοτικούς σκοπούς, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τα ανύπαρκτα χαμόγελα συνταξιούχων που θα ήθελαν να πάρουν ένα δώρο παραπάνω στα εγγόνια τους  ή την αμηχανία των μισθωτών που δουλεύουν ατελείωτες ώρες χωρίς να μπορούν να προσφέρουν στην οικογένειά τους μία έξοδο για φαγητό;

    Αυτή την απάντηση οφείλουμε να τη δώσουμε ο καθένας μόνος, και ίσως αυτή η απάντηση να πρέπει να είναι το βασικό κριτήριο που θα καθοδηγήσει την ψήφο μας.

    Εγώ, πάντως, έχω απαντήσει: ο κόπος μας μαζεύεται με αυξανόμενη λαιμαργία, καλύπτεται με έναν μανδύα δήθεν υποστήριξης των αδυνάμων που στην πραγματικότητα είναι σύστημα εξάρτησης των αδυνάτων από διάφορους πατρόνες, χρησιμοποιείται ανερυθρίαστα για ιδιωτικούς σκοπούς των διαχειριστών, και, δυστυχώς, ο κόπος μας δεν θα γίνει ποτέ Καπέλα Σιστίνα και Άγιος Πέτρος. Δηλαδή, δεν θα γίνει ποτέ έργο που ναι μεν στέρησε πολλά από πολλά άτομα, αλλά τουλάχιστον προσέφερε δουλειά σε πολλές νεότερες γενιές και στιγμές ευχαρίστησης σε αμέτρητους επισκέπτες. Δυστυχώς, οι κόποι μας θα γίνουν μόνο Καρανίκες, Πετσίτες, άχρηστες κρατικές δομές και ορδές πληρωμένων κομματοσκυλοtweets…  Και έχω καλύτερα σχέδια για τους κόπους μου. Καλή προσγείωση (ή μήπως απογείωση;)!

     

    *o Γιάννης Παπαδόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 2 Ιανουαρίου 2019

  • Αντιρατσιστικός νόμος ή γιατί οι μεταξωτοί νόμοι θέλουν και μεταξωτά δικαστικά συστήματα

    Του Γιάννη Παπαδόπουλου*

    Πολύς λόγος γίνεται για τις δύο μηνύσεις που έχει καταθέσει το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι εναντίον του Γιάννη Ζουγανέλη, επειδή «αντιπαραβάλει ρατσιστικά τους Έλληνες μετανάστες στο εξωτερικό με τους μετανάστες στην Ελλάδα», και εναντίον του αρθρογράφου Τηλέμαχου Χορμοβίτη, επειδή οι τελευταίες δύο παράγραφοι ενός άρθρου του «συνιστούν μέσω διαδικτύου υποκίνηση, πρόκληση,[ …] κατά ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση την ταυτότητα φύλου», δηλαδή για λόγο που δεν μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς ούτε ο μηνυτής. Τι είναι, όμως, τελικά αυτός ο νόμος 4285/2014 και γιατί τόσος ντόρος;

    Θεωρητικά, ο νόμος αυτός προσπαθεί να εξισορροπήσει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης με την αρχή της βλάβης, δηλαδή να εξισορροπήσει το δικαίωμα ενός ανθρώπου να εκφράζεται ελεύθερα με το δικαίωμα ενός άλλου ανθρώπου να μην υφίσταται απρόκλητη βία από την έκφραση αυτή. Ο νόμος προσπαθεί να το πετύχει αυτό καταδικάζοντας οποιονδήποτε: α) υποκινεί δημόσια σε πράξεις που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος, βία κατά προσώπου / ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, κτλ, ή β) που κακόβουλα αρνείται αναγνωρισμένα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (π.χ. γενοκτονίες).

    Το πρόβλημα, βέβαια, είναι πώς ο νόμος καταδικάζει προθέσεις και επαφίεται στην δικαστή να κρίνει αν ο εναγόμενος υποκινεί σε πράξεις. Είναι, δηλαδή, σαν να καταδικαστεί κάποιος ως ηθικός αυτουργός σε δολοφονία επειδή έγραψε σε ένα σάιτ ότι το να σκοτώνεις είναι ηθικό, ακόμα και αν κανείς δεν σκότωσε τελικά κανέναν! Φανταστείτε και την κερκόπορτα που αφήνει ανοικτή σε εγκληματίες να ισχυριστούν ότι δεν το ήθελαν, αλλά ο τάδε μουσικός και ο δείνα δημοσιογράφος τους παρέσυραν με τα λόγια τους!

    Το πραγματικό πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι αυτό. Τα δικαστήρια και οι δικαστές, θέλω να πιστεύω, έχουν συνήθως την ικανότητα να διακρίνουν τι συνιστά υποκίνηση και τι όχι, και μπορούν να προσαρμόσουν την ποινή στον πραγματικό αντίκτυπο που είχε ένα γραπτό κείμενο.

    Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι η διαχρονική αδυναμία του ελληνικού δικαστικού συστήματος να εξετάσει τις υποθέσεις άμεσα και η αδυναμία του να τιμωρήσει τους κατά συρροή δικομανείς. Ως αποτέλεσμα, νόμοι όπως ο 4285 που έχουν σχεδιαστεί για να προστατέψουν ευάλωτες ομάδες από βλάβη, να χρησιμοποιούνται τελικά ως εκδικητικά / σαδιστικά εργαλεία για να προκαλέσουν βλάβη σε άτομα που απλώς εξέφρασαν μια γνώμη, σε άτομα που απλώς έκαναν ένα λάθος ή μια ατυχή διατύπωση, ή σε άτομα που είχαν σκοπό να βλάψουν, αλλά έχουν το δικαίωμα η τιμωρία τους να είναι ανάλογη του ατοπήματός τους και όχι να διασυρθούν επί μακρόν χάνοντας υπόληψη, δουλειά, χρόνο, χρήμα, φίλους κτλ για κάτι για το οποίο μπορεί και να έχουν μετανιώσει στο ενδιάμεσο.

    Ακόμα χειρότερη είναι η αθέατη πλευρά, δηλαδή, τι θα μπορούσαν να πετύχουν οι μηνυτές αν προτιμούσαν μιαν άλλη οδό. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον κ. Ζουγανέλη.

    Ο κ. Ζουγανέλης προέβη σε μία αξιολόγηση: οι Έλληνες μετανάστες ήταν πιο σεβαστικοί από τους μετανάστες που φιλοξενούμε τώρα στην Ελλάδα. Η αξιολόγηση αυτή κατά πάσα περίπτωση είναι λάθος: πολλές εφημερίδες έχουν κατά καιρούς δημοσιεύσει πίνακες από τις ΗΠΑ , όπου οι Έλληνες μετανάστες στις αρχές του προηγούμενου αιώνα αρίστευαν σε εγκληματικές πράξεις, με μεγάλη, μάλιστα, διαφορά από τον δεύτερο.

    Ένας φορέας όπως το Παρατηρητήριο θα μπορούσε να συγκεντρώσει, να αξιολογήσει και να χρησιμοποιήσει τέτοιες πηγές για να κλείνει το στόμα του κάθε κ. Ζουγανέλη κάθε φορά που θα το άνοιγε, εκπαιδεύοντας ταυτόχρονα και την κοινή γνώμη.

    Θα μπορούσε, επίσης, πολύ απλά να του πει ότι δεν μπορεί να συγκρίνει μετανάστες-φοιτητές με πρόσφυγες και να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις και το κύρος του ως Παρατηρητήριο για να του εξηγήσει το γιατί, εκπαιδεύοντας πάλι την κοινή γνώμη και ενισχύοντας το προφίλ του ως φορέας διαμεσολάβησης για τα δικαιώματα ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

    Θα μπορούσε επίσης, πολύ απλά, να του πει ότι, στους 100 μετανάστες θα υπάρχουν και δύο αγροίκοι και καλό θα ήταν να μην γενικεύουμε από τόσο μικρά ποσοστά. Εγώ, για παράδειγμα, ως παλαιός φοιτητής εξωτερικού, θα μπορούσα να του πω ότι είχα έναν Έλληνα συμφοιτητή ο οποίος για επώνυμο στις εταιρείες ηλεκτρισμού δήλωνε το Denplirono (μάλιστα τους το έκανε και spelling για να το γράψουν σωστά!) και τους φέσωνε. Τι σημαίνει αυτό, πώς είμαστε έθνος μπαταξήδων; (…χμμμ!! Μάλλον ατυχές το παράδειγμά μου!)

    Προς τι λοιπόν οι ατεκμηρίωτες μηνύσεις όταν υπάρχουν τόσες επιλογές που δεν ταλαιπωρούν κανένα και έχουν και μεγάλη προστιθέμενη αξία που μπορεί να ενισχύσει το προφίλ και τους σκοπούς φορέων που έχουνε αναλάβει να προασπιστούν τα δικαιώματα κάποιων ευάλωτων ομάδων; Η απάντηση δική σας! Εγώ απλώς θα παραφράσω τον Αριστοτέλη και θα πω πως στα ανοργάνωτα κράτη κυβερνούν οι άνθρωποι και όχι οι νόμοι.

     

    *Ο Γιάννης Παπαδόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 12 Ιανουαρίου 2019

  • Οι 14 σελίδες που θα εμπνεύσουν ένα νέο της κρίσης

    Του Ηλία Παρασκευόπουλου*

    Το δοκίμιο του Βενιαμίν Φραγκλίνου “Ο Δρόμος προς τον Πλούτο” προσφέρει μια οπτική για την οικονομική ζωή των ανθρώπων, την οποία νομίζω ιδανική να αφουγκραστεί η γενιά μας δεδομένης της ιστορικής στιγμής. Αναδεικνύει τις αξίες της φιλοπονίας, της προσήλωσης και της λιτότητας.

    “Without pain there is no gain”, λέει ο Φραγκλίνος. Φιλοπονία είναι να κάνεις ό,τι μπορείς σήμερα γιατί δε ξέρεις αν θα μπορείς αύριο. Είναι να μην τεμπελιάζεις γιατί αυτό φθείρει τον άνθρωπο και σπαταλά τον χρόνο. Αλληγορικά, είναι περισσότερο φθαρμένο ένα κλειδί που σκουριάζει λόγω μη χρήσης παρά εκείνο που χρησιμοποιείται, αλλά γυαλίζει. Επίσης, η σπατάλη του χρόνου κρίνεται ως ασωτία, καθώς, ενώ είναι πολύτιμος και περιορισμένος πόρος, ξοδεύεται ανόητα.

    Ως πρόσθετο στοιχείο της οικονομικής μας ζωής προτείνει την στοχοπροσήλωση. Η παραγωγικότητα και δημιουργία ενός νέου ανθρώπου χρειάζονται κατεύθυνση για να ευοδώσουν. Μα και προσοχή και σταθερότητα, ώστε με ασφάλεια και πλάνο να οδηγηθούμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα, την προκοπή.

    Η αξία της λιτότητας συνίσταται στην ικανότητα εξοικονόμησης χρημάτων, καθώς δεν είναι μόνο η απόκτηση αυτών σημαντική. Για παράδειγμα, τα χρυσά εισοδήματα της Ισπανίας από το Νέο Κόσμο δεν έκαναν πλούσια τη χώρα, αφού ξόδευε υπερβολικά.

    Η αντίληψη του Φραγκλίνου μπορεί να ερμηνευτεί στη σημερινή οικονομική ζωή των νέων στην Ελλάδα. Μας λέει να φιλοπονήσουμε στις σπουδές μας μελετώντας καλά και τελειώνοντας σύντομα. Να δουλέψουμε ή να ασχοληθούμε με τον εθελοντισμό. Να αξιοποιήσουμε τον χρόνο επενδύοντας επάνω μας με το διάβασμα ενός καλού βιβλίου ή ξεκινώντας μια νέα γλώσσα. Να μην κάτσουμε άπραγα αλλά να φιλοδοξήσουμε. Να σκεφτούμε με πλάνο τι θέλουμε να πετύχουμε και να το προχωρήσουμε. Αλλά και να γνωρίζουμε, να ρυθμίζουμε τα έξοδά μας, δηλαδή να μην αγοράζουμε το ακριβότερο προϊόν Α αν το Β είναι το ίδιο εξυπηρετικό. Εν τέλει, επιχειρηματολογεί ώστε να πάψουμε απλώς να ελπίζουμε για το μέλλον, αλλά να αδράξουμε την κατάσταση στα χέρια μας. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε κανέναν να κάνει πράγματα για εμάς. Μόνο στο χέρι μας είναι όλα.

    Σε έναν βίο σύμφωνο με την παραπάνω αντίληψη μπορούμε να αναμένουμε την αύξηση του πλούτου και την πρόοδο, τόσο για κάθε νέο ξεχωριστά όσο και ως ελληνική κοινωνία.

     

    *ο Ηλίας Παρασκευόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της
    Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    * Το δοκίμιο του Βενιαμίν Φραγκλίνου “Ο Δρόμος προς τον Πλούτο” υπάρχει
    ελεύθερο στο διαδίκτυο σε ελληνική μετάφραση, μπορείτε να το βρείτε σε
    μηχανή αναζήτησης.

     

    Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Φιλελεύθερος στις 8 Ιανουαρίου 2019.

  • Περί εγχώριας διαφθοράς και «κακών ξένων»

    Του Άρη Κωνσταντινίδη*

    Ο κυρΛευτέρης είχε χρόνια να φανεί απ΄το μαγαζί. Γέρασε ο άνθρωπος, πήρε τη σύνταξή του και έμεινε μόνιμα στον τόπο του, την Κρήτη. Τον ήξερα πολύ καλά από τότε που εργαζόμουν (για ένα διάστημα) στο μαγαζί του μακαρίτη του θείου μου για να μάθω τη δουλειά. Ήταν καθημερινός πελάτης. Υδραυλικός και μάλιστα διορισμένος σε μόνιμη θέση στην ΕΥΔΑΠ. Κάθε πρωί πήγαινε στην εταιρία του και εκείνη του ανέθετε να επισκευάσει όποια βλάβη προέκυπτε στα δίκτυά της. Ερχόταν στο μαγαζί του θείου, αγόραζε τα υλικά που θα χρειαζόταν και πήγαινε στην εργασία του.

    Το πράγμα δεν ήταν όμως τόσο απλό. Ο ΚυρΛευτέρης ήθελε εκτός απο τον κανονικό τρεχούμενο μισθό του, να βγαζει “κάτι τις” και από τα υλικά. Έλεγε του θείου να του υπολογίζει ένα ποσόν περίπου 30% για πάρτυ του. Πώς γινόταν αυτό? Πολύ απλά: Έκοβε ο θείος το τιμολόγιο με τα υλικά που ψώνιζε ο υδραυλικός αλλά τα φούσκωνε στην τιμή. Αν κόστιζαν ας πούμε με σημερινές τιμές 1.000 ευρώ, εκείνος έκοβε τιμολόγιο 1.300. Έτσι ο Λευτέρης πλήρωνε 1.000 και όταν επέστρεφε στην εταιρία του εισέπραττε 1.300. Του θείου βέβαια δεν του πολυάρεσε αυτό διότι δεν συνέφερε και πολύ. Δηλαδή ναι μεν τον ήθελε τον συγκεκριμένο πελάτη (και μάλιστα πάρα πολύ μιας και ήταν τόσο σταθερός και με πολύ καλούς τζίρους) αλλά έπρεπε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με τον επιπλέον ΦΠΑ. Ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει φόρο Και για τη μίζα του Λευτέρη.

    Όμως όλοι οι ξύπνιοι επιχειρηματίες της εποχής έβρισκαν εύκολα τη λύση (ιδίως όταν το θύμα θα ήταν το Κράτος). Έτσι και ο θείος. Λέει του Λευτέρη, όταν το ποσόν είναι 1.000 ευρώ και εσύ θες και 300 για σένα, τότε θα γράφουμε στο τιμολόγιο 1450 ευρώ αντί για 1.300. Εσύ θα μου πληρώνεις 1.150, θα ειπράττεις 1.450 και θα είμαστε όλοι καλυμμένοι και ωραίοι. Ο υδραυλικός δεν ειχε αντίρρηση, ήταν βλέπεις λογικός άνθρωπος. Καταλάβαινε και το δίκιο του θείου. Και κάπως έτσι, κάθε φορά που αγόραζε ένα υλικό, το δημόσιο πλήρωνε και ενα περίπου 50% επιπλέον για τη μίζα του υπαλλήλου. Εγώ δεν ήμουν ούτε 20 χρονών τότε, αλλά πάντα έμπαινα στον πειρασμό να υπολογίσω. Και έβλεπα ότι ο Λευτέρης κάθε μήνα έβγαζε τουλάχιστον άλλον έναν μισθό (και παραπάνω μάλλον) στο έτσι, μαύρα και απατεωνίστικα.

    Σήμερα πέρασε από το μαγαζί για να αγοράσει κάτι να μαστορέψει στο σπίτι της κόρης του που τον φιλοξενεί στην Αθήνα για λίγες μέρες.

    -Άστα Άρη, μου λέει. Ζούμε μέρες καταστροφής! Μου περιόρισαν οι αλήτες τη σύνταξη και τα βγάζω δύσκολα πέρα. Αυτά τα λαμόγια οι ξένοι φταίνε! Θέλουν να μας ρημάξουν και δυστυχώς η κυβέρνηση (που εγώ την πίστεψα και την ψήφισα) τους κάνει τα χατήρια αντί να τους κόψει τον βήχα. Εκείνα τα χρόνια ζούσαμε καλά. Γιατί τότε υπήρχε και ένας ηγέτης ικανός. Υπήρχε ένας Παπανδρέου! Δεν τους έπαιρνε να του κουνηθούν εκείνου. Ενώ τώρα, μας πήρε και μας σήκωσε! Εγώ πίστεψα πραγματικά στον Τσίπρα, αλλά δυστυχώς μας πρόδωσε κι αυτός!

    Σκέφτηκα να απαντήσω, να του θυμίσω τις παλιές καλές μέρες, τότε που έκλεβε και με τα δύο χέρια, τότε που έκανε καθημερινά απάτες εις βάρος του δημοσίου. Τις οποίες πληρώνει και εκείνος σήμερα σε έναν βαθμό κι ας μην το αντιλαμβάνεται. Και μαζί με εκείνον όλοι μας. Απάτες που γνώριζε άριστα ο “Ηγέτης” αλλα τις άφηνε ελεύθερες να καταστρέφουν τον τόπο. Αλλά δεν είπα τίποτε τελικά. Ήξερα πως εκείνος δεν θα άλλαζε άποψη. Ότι συνεχίζει να τα υπολογίζει όλα όπως και τότε: Με βάση μόνο το προσωπικό του συμφέρον! Πώς το λέει ο λαός;

    “Ο λύκος κι αν εγέρασε κι αν άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του.” Ε, αυτό!”

     

    * Ο Άρης Κωνσταντινίδης είναι μέλος της μόνιμης γενικής συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 6 Ιανουαρίου 2019

  • Η Φιλελεύθερη ματιά στην κοινωνική πρόνοια

    Του Πέτρου-Ιωάννη Παρασκευόπουλου*

    Όποτε συναντά κανείς το ζήτημα της φτώχειας οφείλει να το αντιμετωπίζει με την ενσυναίσθηση του τί σημαίνει να είναι κανείς αποκλεισμένος. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία η Ελλάδα έχει περίπου 3.8 εκατομμύρια ανθρώπους που βιώνουν τέτοιες συνθήκες. Παράλληλα, αν και σύμφωνα με το capital.gr για το 2018 αναμένεται μεγάλη μείωση, κατά 3.9% του ΑΕΠ στις δαπάνες που έχουν να κάνουν με συντάξεις (από 17.3% του ΑΕΠ, στο 13.4%), εξακολουθούν να αποτελούν τη μερίδα του λέοντος ως προς τις συνολικές κοινωνικές δαπάνες. Τέλος, το 2016 οι συντάξεις μαζί με τα επιδόματα φτάσανε το 27% του ΑΕΠ με βάση τα στοιχεία του ΟΑΣΑ, το ίδιο ακριβώς μερίδιο με τη Σουηδία, με πολύ διαφορετικά αποτελέσματα σε ότι αφορά τα επίπεδα φτώχειας πάρα-ταύτα…

    Για τους φιλελευθέρους δεν είναι μονάχα ηθική προτεραιότητα να μειωθούν δραστικά οι φόροι και οι ασφαλιστικές εισφορές προκειμένου να ανασάνει η οικονομία, αλλά να αλλάξει ριζοσπαστικά η φιλοσοφία με την οποία αντιλαμβανόμαστε την κοινωνική πρόνοια.

    Είναι ένα ζήτημα το οποίο έχει επηρεάσει άμεσα ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού αλλά υπάρχει η καινοτόμα λύση του βασικού εισοδήματος για όλους (γνωστό και ως universal basic income) που προτείνει η Φιλελεύθερη Συμμαχία. Αναμφίβολα πρόκειται για μία πρόταση η οποία απαιτεί σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο αλλά επιλύει πολλαπλά δομικά προβλήματα της δημόσιας διοίκησης καθώς και κοινωνικού σχεδιασμού.

    Σε επίπεδο αξιών είναι αδύνατο να απολαύσει κανείς τις φυσικές του ελευθερίες όταν βρίσκεται απομονωμένη/ος από τα κοινωνικά δρώμενα, ενώ ακόμα και αν έχει εξαιρετικές δυνατότητες αδυνατεί να αναζητήσει περαιτέρω εκπαίδευση ή να πάρει κάποιο επιχειρηματικό ρίσκο. Είναι μία αρχή την οποία μοιράζονται σε διαφορετικό βαθμό τόσο οι κλασικοί φιλελεύθεροι  όσο και οι σοσιαλ-φιλελεύθεροι.

    Εφ’ όσον σε μία ελεύθερη αγορά είναι απαραίτητο να υπάρχει στήριξη των αδυνάτων τόσο μέσω ιδιωτικών πρωτοβουλιών όσο και του κράτους, οφείλουμε να το πράξουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να μεγιστοποιείται κάθε ευρώ το οποίο ξοδεύουμε. Χρειάζεται μηδενική γραφειοκρατία, αβεβαιότητα ή αναμονές, καθώς και ελάχιστο λειτουργικό κόστος σε υπαλλήλους. Αυτή τη στιγμή από τα 170 χιλιάδες περίπου επιδόματα που καταβάλλονται κάθε έτος (χώρια οι συντάξεις), μόλις τα 30 λεπτά ανά ευρώ περίπου φτάνουν στον άνθρωπο που τα δικαιούται. Αντίστοιχα στην Δανία λαμβάνουν γύρω στα 70 λεπτά ανά κορόνα. Μπορούμε να τα πάμε καλύτερα ακόμα και σε σχέση με τους Δανούς.

    Το να λαμβάνει κανείς επιδόματα δεν συνάδει με κάποια ψυχική απόλαυση όπως ισχυρίζονται πολλοί. Ελάχιστοι απολαμβάνουν το στίγμα του «επιδοματία». Χρειάζεται συνεχής ενημέρωση, υπομονή σε ουρές, αλλά ακόμα και τύχη προκειμένου να ανταποκρίνεται η κατάσταση του αιτηθέντος με τους εκάστοτε όρους των προγραμμάτων που στήνουν οι κυβερνήσεις. Όσοι έχουν οποιαδήποτε περιουσιακό στοιχείο στο όνομά τους ανεξαρτήτως πραγματικού εισοδήματος, γνωρίζουν ακριβώς σε τί αναφέρομαι. Η βοήθεια συνεπώς είναι προσωρινή, οπότε ο κύκλος της πείνας συνεχίζεται και η οικονομία εξακολουθεί να συρρικνώνεται. Ιστορικά οι κυβερνήσεις, δεξιές και αριστερές, ανέκαθεν μοίραζαν φοροαπαλλαγές και επιδόματα σε κοινωνικές ομάδες πριν τις εκλογές προκειμένου να καλύψουν τις διάφορες ατασθαλίες τους.

    Αντιθέτως, η έννοια του βασικού εισοδήματος που λαμβάνει σιγά σιγά μεγαλύτερη διάσταση ανά τον κόσμο (τουλάχιστον σε επίπεδο πιλοτικών ερευνών) παρακάμπτει αυτά τα ηθικά καθώς και πρακτικά προβλήματα. Η λογική ακολουθία των παραπάνω μας οδηγεί σε μία λύση η οποία οφείλει να δίνει τα απαραίτητα για την επιβίωση ενός ανθρώπου ανάλογα με την ηλικία, χωρίς να ασχολείται το κράτος με τις επιμέρους συνθήκες στις οποίες βρίσκεται. Ένα βασικό εισόδημα για όλους λοιπόν στη θέση του αφορολόγητου, των επιδομάτων και κρατικών συντάξεων είναι αυτό το οποίο θα εξετάσουμε και στη συνέχεια.

     

    * ο Πέτρος Παρασκευόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 25 Δεκεμβρίου 2018

  • Ταξικό μίσος μια ακόμα ήττα της..

    Του Νίκου Σμαραγδή*

    Ο πρωθυπουργός Κος Α. Τσίπρας ζήτησε από τους Έλληνες σε πρόσφατη ομιλία του στα Καλάβρυτα «να σηκώσουν ανάστημα απέναντι σε αυτούς που θέλουν να σπείρουν ξανά το μίσος, τη διχόνοια, τον ρατσισμό». Με μια πρώτη ανάγνωση κανείς σώφρων άνθρωπος δεν μπορεί να διαφωνήσει με αυτή του την προτροπή. Είναι όμως απόλυτα ειλικρινής; Για όποιον θυμάται τις δηλώσεις που έκανε ο Κος Α. Τσίπρας στο παρελθόν η δήλωσή του αυτή απλά προστίθεται στην λίστα των αντιφατικών δηλώσεων που έχει κάνει ο ίδιος και μέλη του συμπλέγματος ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ σε διαφορετικές στιγμές της περιπετειώδους πολιτικής τους σταδιοδρομίας. Ο Κος Τσίπρας καιροσκοπικά εγκαλεί το μίσος μόνο όταν τον εξυπηρετεί – ενώ ταυτόχρονα το τροφοδοτεί και το αναπαραγάγει σε κάθε ευκαιρία που αυτό θα του δώσει πόντους στο πολιτικό του ακροατήριο.

    Σε πρόσφατο tweet από τον επίσημο λογαριασμό του, μας είπε «ακροδεξιοί & εθνικιστές έχουν το δικό τους σχέδιο που είναι σαφές και διαχρονικό.Διαίρεση της κοινωνίας, στοχοποίηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, καλλιέργεια του φόβου, επίκληση ενός εθνικού μεγαλείου, το οποίο δε χωράει κανέναν άλλο πέρα από τους εκλεκτούς» Μα καλά τι μας θυμίζουν όλα αυτά αν όχι τον ίδιο και τα πεπραγμένα του; Πραγματικά χρειάζεται τρομερό πολιτικό θράσος και μια κοινωνία η οποία εκπαιδεύτηκε μεθοδικά στην ανοχή στον παραλογισμό, το μίσος και την παραβατικότητα για να γίνει πιστευτός ο λόγος του. Πώς άλλωστε να γίνει  όταν ο ίδιος και το κόμμα του επί σειρά ετών δίχασαν με τις ενέργειες και δηλώσεις τους και έσπειραν το σπόρο του «ταξικού μίσους» σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δραστηριότητας;

    Δεν γίνεται να πάρει κανείς στα σοβαρά τον Κο Τσίπρα όταν ο ίδιος ανέχεται τον τραμπουκισμό ως μέσο πολιτικής αντιπαράθεσης, είτε τον λόγο της μισαλλοδοξίας και του καφενειακού μίσους όπως εκφράζεται στα σχόλια που κάνει συστηματικά κορυφαίος του υπουργός o Κος Πολάκης. Όταν ανέχεται o υπουργός Οικονομικών να λέει από το βήμα της Βουλής των Ελλήνων και απευθυνόμενος στην αξιωματική αντιπολίτευση «Από τη μεταπολίτευση κλείνατε το μάτι σε μεγάλους και όχι και τόσο μεγάλους εργολάβους και βιομήχανους, αυτό ήταν ταξική αγάπη; Και όταν κάνουμε αναδιανομή είναι ταξικό μίσος;» Και όποιος δεν το κατάλαβε καλά τι εννοούσε ο σύντροφος Ευκλείδης το ξεκαθάρισε ο Γιώργος Κυρίτσης βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, με άρθρο του στην «Αυγή» όπου και υποστήριξε πως το κόμμα του ψηφίστηκε για να μετακυλήσει τα οικονομικά βάρη στους «μενουμευρωπαίους». Είναι πασιφανές πως το αριστερό «ταξικό» μίσος τυγχάνει διαφορετικής ερμηνείας από το δεξιό μίσος για τον Κο πρωθυπουργό.

    Η μεγάλη βέβαια αποτυχία του Κου Τσίπρα δεν είναι πως πλέον δεν πείθει ούτε τους δικούς του, αλλά πως ακόμα και στην περίπτωση της λαϊκίστικης παροχολογίας που χειρίζεται με μαεστρία, τα επίσημα στατιστικά τον εκθέτουν ανεπανόρθωτα. Συγκεκριμένα η μείωση στους μισθούς των χαμηλόμισθων στην περίοδο της διακυβέρνησης του είναι από τα 913 στα 717 ευρώ (-27%). Η περιβόητη ευκλείδεια αναδιανομή πήγε περίπατο μαζί με όλες τις φαντασιώσεις περί της επανάστασης που θα έκανε τις αγορές να χορεύουν και την Ευρώπη να αλλάζει. Το μόνο που μας άφησαν ως παρακαταθήκη οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι η φτωχοποίηση μεγάλου μέρους της μεσαίας τάξης, ένα τεράστιο χρέος και μια κοινωνία έτοιμη να εκραγεί. Αυτό ίσως και να εξηγεί την προσφυγή τους στις διχαστικές πρακτικές σε μια τελευταία προσπάθεια δημιουργίας εμφύλιο-πολεμικού κλίματος που θα αποτρέψει την επερχόμενη εκλογική τους συντριβή.

    Και μπορεί οι σύμβουλοι του Κου Τσίπρα να τον έπεισαν για την ορθότητα του επιχειρήματος του Χένρυ Άνταμς πως «Η πολιτική στην πράξη, άσχετα με το πού ασκείται, είναι πάντα η συστηματική οργάνωση του μίσους». Αλλά αν είχε διαβάσει Ονορέ ντε Μπαλζάκ θα γνώριζε πως «Το μίσος είναι η κακία των μικρών ανθρώπων» και στην δική του περίπτωση το ταξικό του μίσος δεν μπορεί παρά να είναι μια ακόμα ήττα της αριστερής ιδεολογικής του ουτοπίας..

     

    *Ο Νίκος Σμαραγδής είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας 

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 22 Δεκεμβρίου 2018