• Συνταγματικά κατοχυρωμένος ο κρατισμός

    Του Βασίλη Τσικνάκου*

    t

    Η απόρριψη της πρότασης της αντιπολίτευσης για την αναθεώρηση του άρθρου 106 του Συντάγματος πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, με τη συζήτηση να περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο γύρω από την ίδρυση ή μη, ιδιωτικών πανεπιστημίων – σημαντικότατο δεν αντιλέγω. Ένα άρθρο όμως, το όποιο σύμφωνα με το φιλελεύθερο καθηγητή Γιώργο Μπήτρο «άνοιξε το κουτί της Πανδώρας» για τον εκτροχιασμό της ελληνικής οικονομίας. Για όσους δεν το γνωρίζουν στην πρώτη πρόταση της πρώτης παραγράφου ορίζεται ότι «Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Kράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Xώρα…». Η ωμή και συνεχής παρέμβαση του κράτους στην οικονομική ζωή λοιπόν, ο κρατισμός, είναι συνταγματικά κατοχυρωμένος από το 1975!!!

    Η πολυνομία και οι συνεχείς τους τροποποιήσεις, οι ρυθμίσεις, οι παρεμβάσεις, αποτυπώνοντας το πνεύμα του Συντάγματος, είναι στην καθημερινότητα όλων. Στο όνομα της «προστασίας» σελίδες κανονιστικών διατάξεων και υποχρεώσεων, χωρίς καμία ουσία και νόημα, σπαταλούν χρόνο και χρήμα από τις επιχειρήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσφατη νέα τροποποίηση των Κανόνων ΔΙ.Ε.Π.Π.Υ. (Διακίνησης και Εμπορίας Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών), αυτού που κάποτε ονομάζαμε Αγορανομικός Κώδικας. Είναι αλήθεια βέβαια ότι ο νέος νόμος που βρίσκεται σε ισχύ από το 2013, είναι πολύ καλύτερος του παλαιότερου – κατόπιν συστάσεως και των δανειστών – αφού ανάμεσα στ’ άλλα απάλειψε όλες τις παλιές διατάξεις περί κανόνων αγορανομικής κοστολόγησης. Οι παλιότεροι θα θυμούνται τις αλήστου μνήμης εποχές όπου ήταν υποχρεωτική η υποβολή τιμοκαταλόγων στο Υπουργείο Εμπορίου, συνοδευόμενοι από αναλυτικά κοστολόγια για να τεκμαίρεται η όποια αύξηση τιμών και τα οποία συνοδευόμενα από τον απαραίτητο αριθμό πρωτοκόλλου, κατέληγαν σε κάποιο αραχνιασμένο ντουλάπι, μιας και ήταν άσκοπη και κυρίως αδύνατη η όποια αξιοποίηση τους. Όλα αυτά βέβαια με πρόσχημα την προστασία του καταναλωτή.

    Παρά τις όποιες βελτιώσεις όμως, η πολιτεία εξακολουθεί να ορίζει απόλυτα όχι μόνο το πλαίσιο, αλλά και τις διαδικασίες μέσα στις οποίες πραγματοποιείται η εμπορική δραστηριότητα στη χώρα. Σε μία αντιστοιχία με την ορθόδοξη ελληνική δοξολογία, μέσα στις 180 περίπου σελίδες του νόμου, φαίνεται ξεκάθαρα η ιδιότυπη τριαδικότητα του ελληνικού κράτους. Αυτές του πατερούλη, του παντογνώστη, του τιμωρού.

    Παρακολουθώντας από κοντά λόγω επαγγέλματος τα αγορανομικά ζητήματα τα τελευταία δεκαπέντε περίπου χρόνια, διαπιστώνω ότι κάθε καινούργιος υπουργός, ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης, θέλοντας να προβάλει έναν φιλολαϊκό χαρακτήρα, τροποποιεί ή αναθεωρεί την υπάρχουσα κάθε φορά νομοθεσία ανακυκλώνοντας όμως πάντα την ίδια πατερναλιστική φιλοσοφία. Αυτό όμως που ουδείς φαίνεται να αντιλαμβάνεται, είναι ότι δεν χρειάζονται σελίδες νόμων παρά μόνο συνειδητοποιημένοι καταναλωτές και ελεύθερο επιχειρείν. Άλλωστε ένα πολύ μεγάλο μέρος των υποχρεωτικών εμπορικών πρακτικών καλύπτεται από το κοινοτικό πλαίσιο. Οι μόνες υποχρεώσεις που απομένουν στην πολιτεία είναι η ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού ούτως ώστε να επιτελεί με επιτυχία το έργο της, η απλοποίηση όλων των διαδικασιών και η διασφάλιση της σωστής ενημέρωσης των πολιτών. Και βέβαια επιτέλους να τροποποιήσει ή να καταργήσει το περιβόητο άρθρο 106.

    Καταναλωτές που θα επιβραβεύουν ή θα αποδοκιμάζουν επιχειρηματικές και εμπορικές πρακτικές και επιχειρήσεις που θα ανταγωνίζονται για να καλύψουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες των πελατών τους, χρειάζεται η χώρα για να λειτουργήσει σωστά η αγορά. Μέχρι τότε θα ζούμε διάφορες κωμικοτραγικές καταστάσεις όπως τότε που ο συμπαθής Κίμων Κουλούρης, κυνηγούσε την ακρίβεια και την αισχροκέρδεια από πάγκο σε πάγκο στις λαϊκές αγορές..

     

    *Ο κ. Βασίλης Τσικνάκος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 19 Φεβρουαρίου 2019

  • On Brain Drain

    Του Γιώργου Αγγελόπουλου*

    yiorgos angelopoulos

    Έτσι ονομάζεται ο εφιάλτης που ανακαλύψαμε εδώ και έξι – εφτά χρόνια, ο φόβος κι ο τρόμος κάθε οικογένειας, η ασθένεια που ψάχνουν να θεραπεύσουν δεξιοί κι αριστεροί, αυτό που βασανίζει μια ολόκληρη κοινωνία μαζί με όλα τ’άλλα προβλήματα που της φόρτωσε η κρίση.

    Προφανώς, μας φαίνεται άσχημο από εθνική σκοπιά. Είναι όμως έτσι; Ας βγάλουμε λίγο από την εξίσωση τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι νεομετανάστες και οι άνθρωποί τους από τον αποχωρισμό με τον οποίο καλούνται να ζήσουν. Για μας τους απ’ έξω τι γίνεται; Για τη χώρα; Έχουμε απώλεια ανθρωπίνου κεφαλαίου, ισχυρίζονται οι περισσότεροι. Είμαστε σίγουροι; Ας το δούμε λίγο.

    Δεχόμαστε, γενικώς, ότι η ανώτατη εκπαίδευση είναι μια επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Δίνουμε πόρους σε ένα σύστημα παραγωγής γνώσης και δεξιοτήτων και από το σύστημα αυτό παίρνουμε υψηλά καταρτισμένους ειδικούς. Οι ειδικοί αυτοί μας δίνουν πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που δεν θα είχαμε αλλιώς: σε καλύτερη υγεία, καλύτερη εκπαίδευση, ποιοτικά τρόφιμα, υψηλή τεχνολογία και πολλά άλλα.

    Εδώ, όμως, δεν συνέβη αυτό. Εδώ το κράτος έχει μονοπώλιο στην ανώτατη εκπαίδευση και η δημιουργία σχολών και πτυχιούχων είναι αποτέλεσμα του κεντρικού σχεδιασμού του. Τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια το κράτος έκρινε πως τα πανεπιστήμια δεν είναι μια δραστηριότητα πολλαπλασιασμού ανθρωπίνου κεφαλαίου αλλά ένα μέσο εγχώριας αναδιανομής πλούτου. Τα πανεπιστήμια που φύτρωσαν με το νόμο Αρσένη και ένθεν είχαν δευτερεύοντα σκοπό να πολλαπλασιάσουν το ανθρώπινο κεφάλαιο της κοινωνίας. Ο βασικός τους στόχος ήταν να βοηθήσουν τα σαντουιτσάδικα και τους ιδιοκτήτες ακινήτων του Αγρινίου, της Λαμίας, της Τρίπολης και άλλων μικρών πόλεων της επαρχίας. Και το κατάφεραν! Οι πολλοί αρχικά υπαμοιβόμενοι και τώρα άνεργοι πτυχιούχοι ήταν μια απλή εξωτερικότητα αυτού του ιδιαίτερου τρόπου αναδιανομής.

    Για να επιστρέψουμε πιο πάνω, το ανθρώπινο κεφάλαιο πήγαινε ελαφρώς χαμένο. Το κράτος, μετά το σχεδιαστικό του έγκλημα, επανόρθωσε χειροτερεύοντας την κατάσταση. Άνοιξε διορισμούς ανθρώπων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης εκεί που θα έπρεπε να δουλεύουν απόφοιτοι λυκείου: στο στρατό, στις δημοτικές αστυνομίες και σε άλλες θέσεις χαμηλής ειδίκευσης. Μια ολόκληρη κοινωνία ξόδεψε πόρους για να αποκτήσουν χιλιάδες νέες και νέοι πανεπιστημιακή ειδίκευση ώστε τώρα να κόβουν κλήσεις για παράνομα τραπεζοκαθίσματα.

    Οι άνθρωποι με τις πανεπιστημιακές δεξιότητες που τώρα κλαίμε που φύγαν, λίμναζαν. Είτε πάρκαραν τις δεξιότητές τους σε κρατικές αργομισθίες, είτε περιμένοντας μια δουλειά «αντάξια των προσόντων τους» ζούσαν από το περίσσευμα των πληθωρισμένων γονικών μισθοσυντάξεων, είτε βρισκόμενοι στην ελληνική αγορά εργασίας απασχολούνταν με χαμηλές αμοιβές εργασίες στη ρηχή ελληνική επιχείρηση. Μια σπίθα χρειαζόταν και ήρθε. Αν εξαιρέσουμε όσους τυχερούς –ή άτυχους, θέμα οπτικής– πρόλαβαν να παρκάρουν στο δημόσιο, οι υπόλοιποι έχασαν, έστω σαθρή, τη γη κάτω από τα πόδια τους. Οι «χλιδάνεργοι» είδαν το εισοδηματικό περίσσευμα των γονιών τους να εξατμίζεται κι όσοι δούλευαν σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τις είδαν να κλείνουν. Και έτσι αρχίσαμε να παίρνουμε τα συνεχή ευρωπαϊκά πρωταθλήματα νεανικής ανεργίας.

    Αυτό είναι το κεφάλαιο που, σύμφωνα με πολλούς, χάθηκε. Ας αλλάξουμε λίγο την οπτική μας. Αυτό το κεφάλαιο δε χάθηκε: ελευθερώθηκε!

    Συγκρίνετέ το με ένα χρηματικό κεφάλαιο που τόσα χρόνια έμενε φυλαγμένο στον απορροφητήρα και ξαφνικά τοποθετήθηκε σε μια επένδυση υψηλής απόδοσης. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, αντί να μένουν εδώ κάνοντας δουλειές του ποδαριού για ένα ψευδοπατριωτικό «γαμώτο», μετανάστευσαν σε χώρες που τους δίνονται ευκαιρίες να εργαστούν, να προσφέρουν τις δεξιότητές τους και να αναζητήσουν τον δικό τους δρόμο για την προσωπική ευτυχία. Και, τελικά, τι είναι καλύτερο ακόμα και για μας, όσους μείναμε εδώ; Μια πτυχιούχος που κόβει κλήσεις σε παράνομους πάγκους λαϊκής ή μια πτυχιούχος που δουλεύει στο αντικείμενό της σε μια επιχείρηση στη Γερμανία; Εγώ προτιμώ το δεύτερο.

    Στις περισσότερες χώρες που έχουν πάει οι μορφωμένοι νεομετανάστες μας, αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι πολίτες, χαίρουν ίσων δικαιωμάτων με τους ντόπιους και έρχονται σε επαφή με θεσμούς και περιβάλλοντα που εξηγούν γιατί οι χώρες μετανάστευσης υψηλής ειδίκευσης δυναμικού είναι εκείνες και όχι η δική μας.

    Αλλά και το δικό μας κέρδος ήδη διαφανεί. Είτε επιστρέφοντας πίσω με εμπειρίες και κεφάλαια, είτε επηρεάζοντας τους δικούς τους κύκλους μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, οι φίλοι που έφυγαν τα τελευταία χρόνια συνεχίζουν να εμπλουτίζουν την ελληνική κοινωνία όσο εμπλουτίζουν κι εκείνες στις οποίες ζουν. Ο κόσμος είναι πιο μικρός και η Ευρώπη, στην οποία βρίσκονται οι περισσότεροι, είναι η νέα μας μεγάλη πατρίδα.

    Αυτό που μέσα από τη στενή εθνική μας οπτική λέγεται brain drain, αν ανοίξουμε τα μάτια και το δούμε ως Ευρωπαίοι πολίτες είναι ένα μεγάλο brain gain.

     

    *Ο κ. Γιώργος Αγγελόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 14 Φεβρουαρίου 2019

  • Λίγες σκέψεις για τη Δημόσια Υγεία

    Του Νίκου Χαραλάμπους

    Τα τελευταία χρόνια, στενό συγγενικό μου πρόσωπο είχε μια σοβαρή περιπέτεια υγείας που με έφερε σε πλήρη επαφή με το ελληνικό σύστημα υγείας σε όλες του τις πλευρές: Δημόσια νοσοκομεία, ιδιωτικές κλινικές, παραϊατρικά επαγγέλματα, αυτεπάγγελτους γιατρούς.

    Διεξοδική ανάλυση ενός θέματος όπως η υγεία δεν μπορεί να γίνει σε ένα άρθρο. Αλλά καταθέτω επιγραμματικά κάποια βιωματικά συμπεράσματα που ίσως φανούν χρήσιμα στους αναγνώστες:

    1. Η Υγεία είναι το πιο πολύπλοκο πολιτικό ζήτημα σήμερα. Για ποιο λόγο; Επειδή οι άνθρωποι δεν είναι απλώς σώματα, κόκαλα, μύες, όργανα. Είναι μυαλά και διάνοιες. Και οι διάνοιες μπορεί να ξεπεράσουν το περιορισμένο δυναμικό ενός σώματος. Σώζεις έναν νέο στα 20, 30 ή 40 έτη του και δέκα χρόνια μετά συμβάλει σε κάτι που μπορεί να έχει θετικές επιπτώσεις σε χιλιάδες ή εκατομμύρια συνανθρώπους του.

    2. Δεν υπάρχει μια λύση για την Υγεία. Από μόνο του το κράτος ή η αγορά ή ο εθελοντικός τομέας, δεν μπορεί να δώσει τις λύσεις που θέλουμε. Αν το Κράτος αναλάβει την υγεία αποκλειστικά, θα χρεοκοπήσει και θα καταστρέψει την ποιότητα υπηρεσιών. Αν η αγορά αναλάβει την υγεία, πολλοί άνθρωποι που δεν έχουν τα μέσα θα χαθούν. Το μεγάλο πρόβλημα της αγοράς στην υγεία είναι πως οι αγορές είναι ασταθή δυναμικά συστήματα ενώ οι άνθρωποι θέλουν σταθερότητα στην υγεία τους. Τα πιο πετυχημένα συστήματα υγείας θα είναι αυτά που θα συνδυάσουν τις δυνατότητες κράτους, αγοράς και εθελοντικού τομέα για να πετύχουν το καλύτερο και φθηνότερο αποτέλεσμα.

    3. Η διάθεση του κόσμου να προσέξει τον δικό του άνθρωπο όσο περισσότερο μπορεί, δεν έχει όρια. Υπάρχει τεράστια ζήτηση για ιατρικές υπηρεσίες. Η ζήτηση αυτή απευθύνεται είτε στο δημόσιο σύστημα είτε στο ιδιωτικό είτε στους αυτεπάγγελτους γιατρούς.

    4. Τη μεγαλύτερη ανισότητα στη συμπεριφορά προσωπικού τη συνάντησα στα δημόσια νοσοκομεία. Εκεί βρίσκεις, από τη μια, ηρωικές παρουσίες και, από την άλλη, προκλητικά αδιάφορες. Στα ιδιωτικά, η συμπεριφορά ήταν περισσότερο ομοιόμορφη.

    5. Παρά τις αδιάφορες παρουσίες, η συντριπτική πλειοψηφία του ιατρικού προσωπικού στο δημόσιο σύστημα υγείας θέλει πραγματικά να προσφέρει στον ασθενή. Αλλά τα χέρια τους εκεί είναι τις περισσότερες φορές δεμένα.

    6. Οι δύο σημαντικότερες κακοδαιμονίες του δημοσίου συστήματος υγείας είναι κατά τη γνώμη μου η γραφειοκρατία και η δαιμονοποίηση της εμπορευματοποίησης. Το πρώτο αφαιρεί ευελιξία και πρωτοβουλία από τους εργαζόμενους και τα στελέχη της δημόσιας υγείας, ενώ το δεύτερο αφαιρεί πόρους.

    7. Την ίδια στιγμή που υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν χρήματα για να θεραπευτούν ή να πάρουν ένα φάρμακο, υπάρχουν και άνθρωποι που έχουν τα μέσα να πληρώσουν για καλύτερες υπηρεσίες. Όμως, η απαγόρευση της κερδοφορίας και η απαγόρευση της πρωτοβουλίας δεν επιτρέπει στους δεύτερους να χρηματοδοτήσουν εμμέσως τους πρώτους μέσα από το δημόσιο σύστημα. Η κατάσταση φέρνει ισοπέδωση προς τα κάτω. Ιατρικοί οργανισμοί δεν μπορούν να χρεώσουν παραπάνω, για επιπλέον υπηρεσίες, να δανειστούν και να επενδύσουν.

    8. Επομένως, έχει αναπτυχθεί μια σκιώδης αγορά που λειτουργεί στους χώρους του δημοσίου συστήματος (ράντζα, τηλεοράσεις, στρώματα, αποκλειστικές) που συμπληρώνει όσο μπορεί τα κενά αλλά έχει μάθει και αυτό να λειτουργεί με τη γνωστή περιορισμένη βραχυπρόθεσμη ελληνική νοοτροπία.

    9.Το αίτημα για ιατρικό τουρισμό έχει γίνει κλισέ και τετριμμένο, αλλά κρύβει το βασικό αίτημα για απελευθέρωση του τομέα της υγείας από τη μιζέρια του «λειτουργήματος».

    Είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε είτε όχι η παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης υπόκειται στους νόμους της αγοράς. Μπορεί να γίνει ποιοτικό εμπόρευμα και μπορούμε να έχουμε ένα δημόσιο σύστημα που να μην αφήνει κανέναν ακάλυπτο.

    Το συγγενικό μου πρόσωπο δεν ανάρρωσε από την περιπέτειά του αλλά τουλάχιστον έχω την ευχαρίστηση να πληρώνω και να προσφέρω ό,τι καλύτερο μπορώ για να είναι η ζωή του άνετη και αξιοπρεπής. Και πιστεύω πως με περισσότερους πόρους αυτοί και αυτές που πληρώνω θα έχουν την δυνατότητα να προσέξουν κάποιον που δεν έχει να πληρώνει. Αυτό είναι πολύ πιο δίκαιη αναδιανομή από την φορολογία και την τυφλή χρηματοδότηση του γραφειοκρατικού συγκεντρωτικού και σκληρωτικού συστήματος υγείας που έχουμε σήμερα.

    *Ο Νίκος Χαραλαμπους είναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 4 Φεβρουαρίου 2019

  • Πολίτες δύο ταχυτήτων

    Του Άρη Κωνσταντινίδη*

    Συχνά ακούμε από τους εργατοπατέρες της Αριστεράς να μιλούν απαξιωτικά για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους και τις τελείως διαφορετικές εργασιακές συνθήκες που επικρατούν στον ιδιωτικό τομέα, σε στυλ «ας διεκδικήσουν και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι ό,τι και οι δημόσιοι».

    Γίνεται όμως να λειτουργήσουν η οικονομία και η κοινωνία γενικότερα με τόσο προνομιακές συνθήκες εργασίας για όλους; Θα απαντήσω μέσα από ένα αληθινό παράδειγμα:

    – Τι να σου πω, Άρη παιδί μου, ηλικιωμένος άνθρωπος βρέθηκα να ζω με 500 ευρώ το μήνα. Τα φάρμακα να υπολογίσεις μόνο φτάνει.

    – Σας καταλαβαίνω, κύριε Χαράλαμπε, και ιδίως γιατί είστε ζευγάρι. Πώς να τα βγάλετε πέρα δύο άνθρωποι;

    – Η Σούλα λες; Η γυναίκα μου ευτυχώς παίρνει σύνταξη δικιά της.

    – Αλήθεια; Δεν θυμάμαι την κυρία Σουλα να εργάζεται και σας ξέρω από παιδί.

    – Μα η Σούλα βγήκε στη σύνταξη πριν γεννηθείς. Εργάστηκε στο δημόσιο και τότε, την δεκαετία του ’70 βγήκε ένας νόμος που έλεγε, πως αν μία γυναίκα κλείσει 15 χρόνια εργασίας και κάνει ένα παιδί, μπορεί να βγει. Ε, το 72 κάναμε τον φίλο σου τον Γιωργάκη. Την άτιμη, 36 χρονών πήρε σύνταξη (γέλια)! Και το πιο σημαντικό; Πήρε και εφάπαξ (τρανταχτά γέλια)! Μ’ αυτό το εφάπαξ και κάτι οικονομίες των γονιών της αγόρασε τότε το σπίτι που μέναμε. Βέβαια, στην αρχή έπαιρνε πολύ λίγα χρήματα, ένα επιδοματάκι να πούμε, αλλά αργότερα, τις δεκαετίες ’80 και ’90 όλο και τσίμπαγε αυξησούλες. Κι έτσι έφτασε να εισπράττει το ’90 που βγήκα στη σύνταξη εγώ, τα ίδια με μένα, που βγήκα με 30 χρόνια εργασίας. Και δεν πήρα και εφάπαξ. Αλλά βλέπεις εγώ δεν δούλεψα στο δημόσιο, είχα μαγαζί σαν και σένα, όπως ξέρεις…
    Έφυγε ο κυρ-Χαράλαμπος κι εγώ έμεινα να σκέφτομαι. Αυτή η γυναίκα -υγεία να ‘χει- βγήκε στη σύνταξη στα 36(!), πήρε και εφάπαξ(!), εργάστηκε μόνο 15 χρόνια(!). Και έκλεισε σήμερα 45 χρόνια συνταξιούχος!

    Ενώ εγώ, βρέθηκα σήμερα στα 48 μου, να έχω κλείσει 25 χρόνια ενσήμων, να πληρώνω ένα κάρο λεφτά στον ΕΦΚΑ και να μη γνωρίζω ούτε πότε θα βγω στη σύνταξη, ούτε πόσα λεφτά θα πάρω! Γιατί;

    Σήμερα πήρα μιαν απάντηση. Και λέγεται κυρία Σούλα!

    *Ο Άρης Κωνσταντινίδης είναι μέλος της μόνιμης γενικής συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal την 25 Ιανουαρίου 2019.

  • Πόσα εκατομμύρια έχει το δισεκατομμύριο;

    Του Άντη Ζέρβα

    Πριν από λίγο καιρό βρέθηκα σε μια διαδικτυακή συζήτηση, βασισμένη σε μια φαινομενικά απλή ιδέα: αν για να αποκτήσει κάποιος δίπλωμα οδήγησης χρειάζεται να περάσει εξετάσεις, δεν θα έπρεπε να περνάει εξετάσεις και για να αποκτήσει την ιδιότητα του ψηφοφόρου;

    Μάλιστα, ως παράδειγμα χρησιμοποιήθηκε η εξωφρενική εικόνα μιας σατιρικής τηλεοπτικής εκπομπής, στην οποία πολίτες καλούνταν να απαντήσουν στην ερώτηση: «Πόσα εκατομμύρια έχει ένα δισεκατομμύριο;» και στην οποία οι περισσότεροι αποτύγχαναν να απαντήσουν. «Αν κάποιος δεν ξέρει πόσα εκατομμύρια έχει ένα δισεκατομμύριο, σε περίοδο οικονομικής κρίσης», αναρωτήθηκαν κάποιοι, «θα έπρεπε να συναποφασίζει με την ψήφο του; Θα επιτρεπόταν να οδηγεί αν δεν γνώριζε τον ΚΟΚ;».

    Με νωπό το παράδειγμα ανθρώπων που πιστεύουν ότι μπορεί κάποιος να έχει 600 τρις, το ερώτημα μοιάζει λογικό και είναι πιθανό ήδη κάποιοι να το βρήκαν καλή ιδέα, αλλά ούτε λογικό είναι – ούτε κατά διάνοια – ούτε καλή ιδέα.

    Θα μπορούσε να καταρριφθεί με τον εύκολο τρόπο: Αν κάποιος έχει υποχρέωση να πληρώνει φόρους χωρίς να περνάει εξετάσεις για τον υπολογισμό ποσοστών, τότε έχει δικαίωμα και να ψηφίζει, χωρίς να ξέρει πόσα εκατομμύρια έχει το δισεκατομμύριο.

    Θα μπορούσε να καταρριφθεί με την αποτύπωση της πραγματικότητας: Μια βόλτα με το αυτοκίνητο σε μια μεγάλη ή μικρή πόλη, θα μας έδειχνε ότι ο ΚΟΚ παραβιάζεται συστηματικά – για να μην μιλήσουμε για τα ρεκόρ τροχαίων ατυχημάτων στη χώρα. Οι εξετάσεις δεν εμποδίζουν τις παραβάσεις.

    Θα μπορούσε να καταρριφθεί με την αποτύπωση μιας δεύτερης πραγματικότητας: βάσει νόμου, όλοι οι Έλληνες φοιτούν στο σχολείο για 9 χρόνια, συνεπώς έχουν ήδη διδαχθεί τουλάχιστο τα στοιχειώδη και έχουν πιστοποιηθεί για αυτό με εξετάσεις, πριν αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου.

    Ωστόσο, αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μια τέτοια συζήτηση, είναι το πού μπορούν να οδηγήσουν τέτοιες ιδέες. Για παράδειγμα, πόσο ισχυρό θα ήταν το κίνητρο για μία πολιτική παράταξη να ελέγξει τα αποτελέσματα, ώστε να περνάνε τις εξετάσεις μόνο οι δυνητικοί ψηφοφόροι της; Ποια κυβέρνηση θα μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να ελέγχει τη σύνθεση του εκλογικού σώματος πριν καν πάει στην κάλπη;

    Ας υποθέσουμε ότι βρισκόταν ένας αδιάβλητος τρόπος να ξεπεραστεί το παραπάνω. Ποιος θα κρίνει ποιο έλλειμα γνώσης είναι ικανό να αφαιρέσει από έναν άνθρωπο το θεμελιώδες δικαίωμα να αποφασίζει για τη δική του ζωή; Ποιος δείκτης ευφυίας θα στερήσει από έναν άνθρωπο τη δυνατότητα να συμμετέχει στα κοινά; Ποια νομιμοποίηση θα έχει μία κυβέρνηση εκλεγμένη από «έξυπνους» και «γνώστες» στα μάτια ενός ανθρώπου που του έχει αφαιρεθεί το θεμελιώδες δημοκρατικό του δικαίωμα; Οι εγκυκλοπαιδικές γνώσεις είναι το μόνο προσόν που πρέπει να έχει ένας ψηφοφόρος για να πάρει αποφάσεις; Το ήθος του, η εντιμότητά του, το ενδιαφέρον του για τους κοινωνικούς θεσμούς δεν θα έχουν θέση; Αν μετράμε το ένα, γιατί να μην μετράμε και τα άλλα; Και πώς θα τα μετρήσουμε;

    Φυσικά, το μεγάλο λάθος σε ένα τέτοιο σκεπτικό ξεκινάει από το θεμελιώδες σφάλμα ότι κάποιος με την ψήφο του στις εκλογές αποφασίζει για ένα ή δύο θέματα, με ένα ή δύο κριτήρια. Το μεγάλο πλεονέκτημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, είναι ακριβώς ότι η ψήφος είναι μια ανάθεση εντολής σε κάποιον να συμμετέχει σε αποφάσεις – ούτε καν να αποφασίζει μόνος του – και όχι λήψη απόφασης. Και αυτό είναι που κάνει την πολιτική διαδικασία προτιμότερη και πιο λειτουργική μακροπρόθεσμα, από τη λήψη αποφάσεων με δημοψηφίσματα.

    Ωστόσο, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι, εκ του αποτελέσματος, οι αποφάσεις που έχουμε πάρει ως πολίτες ιδιαίτερα τα τελευταία δέκα χρόνια, ελέγχονται ως προς τον ορθολογισμό τους και προφανώς υπάρχει ένα σημαντικό πρόβλημα ανάλυσης της πραγματικότητας από πολλούς. Αυτό είναι όντως πρόβλημα. Η λύση του όμως δεν είναι ο περιορισμός όσων συμμετέχουν – το αντίθετο.

    Τα τελευταία 200 χρόνια, οι δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες άκμασαν και γνώρισαν πρωτοφανή επίπεδα ελευθερίας και ευημερίας, εμπλουτίζοντας με μικρά ή μεγάλα βήματα τα εκλογικά σώματά τους όλο και περισσότερο. Οι περιορισμοί αντίθετα, έφεραν παντού ολέθρια αποτελέσματα.

    Αν το πρόβλημα είναι το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και η μειωμένη ικανότητα λήψης ορθολογικών αποφάσεων, τότε η λύση βρίσκεται στην καλύτερη παιδεία, στην ενθάρρυνση της γνώσης, στην ανάδειξη της αξίας της μάθησης. Αν κάποιος δεν ξέρει πόσα εκατομμύρια έχει το δισεκατομμύριο, θα πρέπει να μάθει ότι έχει χίλια. Κάθε φορά, σε κάθε μέτρηση.

    Αυτή είναι η μόνη απάντηση και όχι ο περιορισμός ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων.

    *ο Άντη Ζέρβας είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal την 8η Ιανουαρίου 2019

  • Γιατί οι Φιλελεύθεροι αντιπολιτεύονται… τους Πολίτες

    Του Μάκη Κεβρεκίδη

    James Freeman Clarke: “Ο πολιτικός σκέφτεται τις επόμενες εκλογές ενώ ο ηγέτης την επόμενη γενιά!”

    Πολλοί φιλελεύθεροι τυχαίνει να κατανοούν τα οικονομικά ή και τα ζητήματα κοινωνικών ελευθεριών σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι άλλοι πολίτες ή πολλοί μη-φιλελεύθεροι πολιτικοί. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι φιλελεύθεροι είναι πιο ευφυείς από τους υπόλοιπους αλλά επειδή έτυχε να έχουν κάποιες διαφορετικές εμπειρίες και ερεθίσματα. Για παράδειγμα, σε πολλές περιπτώσεις ένα μεγάλο μέρος αυτών των εμπειριών προέρχεται από τις σπουδές τους ή και την εργασία τους στο εξωτερικό.

    Με άλλα λόγια, έτυχε να αποκτήσουν ένα μέτρο σύγκρισης με την ελληνική πραγματικότητα. Έτυχε, π.χ. να δούνε και να βιώσουν από πρώτο χέρι πως για να μειωθούν οι τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών προς όφελος των καταναλωτών δεν χρειάζεται να υπάρξουν εύθραυστες “συμφωνίες κυρίων” μεταξύ επιχειρήσεων και κυβέρνησης. Έτυχε να δούνε πως για να αυξηθεί η απασχόληση δεν είναι απαραίτητο να επιδοτούνται θέσεις εργασίας ή να γίνονται προσλήψεις στο δημόσιο. Είδανε ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι και μάλιστα πολύ πιο αποτελεσματικοί, ώστε να επιτευχθούν όλα αυτά. Αυτή είναι η μόνη διαφορά.

    Αυτές οι εμπειρίες και γνώσεις λοιπόν, τους μετέτρεψαν σε φιλελεύθερους. Καθώς η πλειοψηφία των φιλελεύθερων προέρχεται από τα σπλάχνα της ελληνικής κοινωνίας, τη μεσαία και τη μικροαστική τάξη, οι φιλελεύθεροι επιθυμούν διακαώς να προσφέρουν στους πιο αδύναμους. Εξού και πολλοί επέλεξαν να ασχοληθούν με τα κοινά. Προς μεγάλη τους απογοήτευση όμως διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε διευρυμένη εκλογική βάση η οποία να αφουγκράζεται τις ιδέες τους. Η συντριπτική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος δεν μοιράζεται με αυτούς τις ίδιες εμπειρίες και ερεθίσματα, εξού και η φιλοσοφία τους συχνά αντιμετωπίζεται ως εξωπραγματική, ανεφάρμοστη, συγκεχυμένη και με αρκετή “βοήθεια” από το υφιστάμενο κρατιστικό και κρατικοδίαιτο πολιτικό και οικονομικό σύστημα, ακόμα και ως δολοπλόκα και συνωμοσιακή!

    Γύρω στο 2007 – 2008 λοιπόν, κάποιοι φιλελεύθεροι αποφάσισαν να αλλάξουν τις πολιτικές πρακτικές τους. Έτσι, αντί αποκλειστικά να προσπαθούν να αυξήσουν τα μέλη και τους ψηφοφόρους τους επέλεξαν να ακολουθήσουν έναν πολύ πιο δύσκολο δρόμο. Επέλεξαν να δημιουργήσουν φιλελεύθερους πολίτες! Αυτό είναι ένα εγχείρημα που στους περισσότερους ακούγεται τρελό και ακατόρθωτο καθώς παραδοσιακά για να μπορέσει κάποιος να αλλάξει επιτυχώς τις συνειδήσεις και να επηρεάσει τις αντιλήψεις μιας μεγάλης επί του συνόλου πληθυσμιακής ομάδας απαιτείται η πρόσβαση στην κεντρικά σχεδιαζόμενη δημόσια παιδεία αλλά και στα ΜΜΕ. Οι φιλελεύθεροι, πέραν του ό,τι απεχθάνονται τον κεντρικό σχεδιασμό, δεν είχαν στη διάθεσή τους τίποτα από τα δύο.

    Τα εργαλεία λοιπόν που κατά κανόνα χρησιμοποίησαν προς επίτευξη αυτού του στόχου είναι πρωτίστως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δευτερευόντως φορείς όπως το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕ.ΦΙ.Μ.) και διάφορες εκδηλώσεις. Και πώς μεταδίδεις τις ιδέες σου σε ένα κοινό το οποίο ήδη διακατέχεται από παγιωμένες και διαφορετικές αντιλήψεις και σε αντιμετωπίζει εχθρικά και με καχυποψία; Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω του γκρεμίσματος των ιδεών του κάθε πολίτη, μέσω της ευθείας σύγκρουσης μαζί του έπειτα από ατελείωτες ώρες συζήτησης και επιχειρηματολογίας. Αν και εφόσον ο πολίτης κρίνει ότι ενδεχομένως κάποιες από τις αναλήψεις του στηρίζονται σε λανθασμένες πληροφορίες ή και σε διαστρεβλωμένη κατανόηση της πραγματικότητας, τότε ίσως υπάρχει μια ευκαιρία να γεμίσει αυτό το κενό με την φιλελεύθερη ιδεολογία.

    Ουσιαστικά, οι φιλελεύθεροι καθημερινά αντιπολιτευόμαστε τους ίδιους τους πολίτες και τις παγιωμένες αντιλήψεις τους. Είναι μια επίπονη, επίμονη, διαχρονική και δύσκολη προσπάθεια. Παρόλα αυτά, δέκα χρόνια μετά, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η προσπάθεια αυτή στέφθηκε επιτυχώς. Σήμερα, μια πολύ μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, ασχέτως με την τελική του εκλογική επιλογή, αυτοχαρακτηρίζονται ως φιλελεύθεροι σε πολλά οικονομικά ή και κοινωνικά ζητήματα. Φυσικά, ο δρόμος για τον φιλελευθερισμό είναι ακόμα μακρύς, αλλά έχουν τεθεί οι σωστές βάσεις. Συνεχίζουμε ακάθεκτοι!

    *Ο κ. Μάκης Κεβρεκίδης είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal την 24 Ιανουαρίου 2019.

     

  • Σημασία δεν έχει τι λες, αλλά τι ακούν οι άλλοι

    Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη*

    Στο πρωτοποριακό του έργο για την πολιτική επικοινωνία και γλώσσα των εκλογικών αναμετρήσεων The People`s Choice: How The Voter Makes Up His Mind in a Presidential Election (1944), ο Paul Lazarsfeld και οι συνεργάτες του – έχοντας μελετήσει τη φιλοσοφία και τις προεκλογικές τακτικές διαφόρων κρατών, λαών και πολιτισμών στο θέμα της επικοινωνίας του πολιτικού μηνύματος – καταλήγουν για τους ψηφοφόρους:

    «Οι πραγματικοί αμφισβητίες του συστήματος, οι ανοιχτόμυαλοι, αυτοί που καταβάλλουν ειλικρινή προσπάθεια να ζυγίσουν τα υπέρ και τα κατά των επιχειρημάτων των πολιτικών για να αντλήσουν συμπεράσματα για το καλό της πατρίδας, ζουν μόνο στα προπαγανδιστικά κείμενα, στα σχολικά εγχειρίδια αγωγής του πολίτη, στις ταινίες και στο μυαλό μερικών ιδεολόγων. Στην πραγματική ζωή, τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν ελάχιστοι…»

    Οι προεκλογικές εκστρατείες άρχισαν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας από τη στιγμή που οι άνθρωποι μετατόπισαν το ενδιαφέρον τους από τα παραδοσιακά, προκατ κόμματα – τα sur mesure δημιουργήματα ενός αρχηγού που μιλάει από το βάθρο – και στράφηκαν σε ομάδες και συστήματα. Η μορφή, η παρουσία και οι δυνατότητες ενός κεντρικού πρωταγωνιστή αποτελούσαν πάντα θέμα επιβεβαίωσης ή αποδοκιμασίας από τους ψηφοφόρους αλλά το παιχνίδι της επιρροής εμπλουτίζουν σήμερα δυνάμεις που ξεκινούν από και καταλήγουν σε ανθρωποδίκτυα. Με την απομυθοποίηση «ανδρός σοφού» ήρθε και ο κατακερματισμός του πολιτικού μηνύματος που τώρα χρειάζεται να είναι φτιαγμένο με τρόπο που να απαντά στις πολλαπλές ανάγκες μιας κοινωνίας που συνήθισε στην άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων της, στην αυτοματοποιημένη αντίδραση των σλόγκαν, στην ανθρωποφαγία, στις γρήγορες εναλλαγές των εικόνων και στην μασημένη τροφή.

    Η ικανότητα σωστής διαχείρισης της πληροφορίας επομένως, αφορά στον βαθμό που το μήνυμα θα περάσει επιτυχώς ή θα απορριφθεί από ένα ήδη επιβαρυμένο με αντιφατικά μηνύματα πληθυσμό. Από την άλλη, η επικοινωνία δεν βασίζεται μόνο στη χρήση λόγου αλλά και στο κατά πόσο ο αποδέκτης ενός μηνύματος αντιλαμβάνεται ότι είναι μέρος της κουλτούρας που αντιπροσωπεύει ο πολιτικός, ακολουθώντας την βασική αρχή του ότι «σημασία δεν έχει τι λες, αλλά τι ακούν οι άλλοι», με έμφαση στην χρήση της συναισθηματικής νοημοσύνης στην πολιτική. Όλα αυτά ως διαδικασίες φτιάχνουν μια σύγχρονη μορφή τέχνης.

    Στην Ελλάδα, η παραπάνω πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή με τον πιο αργό και αμφισβητούμενο τρόπο. Αν τα κόμματα και οι εκπρόσωποί τους είναι αδύνατο να αναλυθούν στο μυαλό των ψηφοφόρων με τρόπο που να αποδίδει απόλυτη ισορροπία και δικαιοσύνη σε προθέσεις, το πολιτικό μήνυμα στην χώρα μας είναι εξ ορισμού συμπαγές, δεν αντανακλά πάντα την ποικιλομορφία του εκλογικού σώματος και φτιαγμένο για να αποθαρρύνει κόσμο αντί να επηρεάζει τους ψηφοφόρους προς την κατεύθυνση της παράταξης ενώ ενισχύει περισσότερο τον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία από τις συνεργασίες και τη διεύρυνση, λες και απευθύνεται σε οπαδούς και κολεκτίβες που δεν έχουν πραγματική επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο.

    Έτσι κρατάει το εκλογικό σώμα σε ένα καθεστώς διαρκών αλληλοσυγκρούσεων που ωφελούν τη διατήρηση του συστήματος, φτιάχνει τεμπέλικες εκστρατείες και καταλήγει να βάζει τους καλύτερους υποψηφίους του να απολογούνται για τις αστοχίες του συνόλου. Τελικά, ο καθένας διατηρεί το μαγαζί του, με τις εκλογές να είναι ένα παιχνίδι από το οποίο ως πολίτες βγαίνουμε χαμένοι, συνήθως επειδή «δεν καταλάβαμε καλά».

    *Η  κ. Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Κοινωνική Ψυχολόγος, Σύμβουλος Ομάδων σε θέματα Διομαδικών Διεργασιών, μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας και υποψήφια δημοτική σύμβουλος με την Δύναμη Πολιτών-Βασίλης Λαμπρινός για το Ηράκλειο Κρήτης.

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 23 Ιανουαρίου 2019

  • Το σπασμένο παράθυρο

    Του Γιάννη Παπαδόπουλου*

    Σύμφωνα με την πλάνη του σπασμένου παραθύρου του Φρεντερίκ Μπαστιά πολλά φαινόμενα έχουν δύο όψεις: την ορατή και την αόρατη. Έτσι, όταν ένα παιδί σπάσει με την μπάλα του το τζάμι του φούρνου της γειτονιάς, ενώ φαινομενικά ο τζαμάς της γειτονιάς αποκτά δουλειά και η οικονομία κινείται, αυτό που δεν φαίνεται είναι πως ο κηδεμόνας του παιδιού, πληρώνοντας το σπασμένο τζάμι, χάνει την ευκαιρία να κινήσει την οικονομία με έναν τρόπο πιο επωφελή γι αυτόν, π.χ. με το να αγοράσει ένα παιχνίδι για το παιδί του.

    Ποια η σχέση αυτής της πλάνης με την υπόθεση του πλαστογραφημένου πτυχίου της ΣΤ’ Δημοτικού; Η ορατή – και πραγματικά συγκινητική – πλευρά είναι η ταλαιπωρημένη γυναίκα με τις μεγάλες ανάγκες, η οποία παρανόμησε για να κρατήσει τα παιδιά της εκτός ιδρύματος. Η αόρατη πλευρά είναι η ιστορία του ανθρώπου που, ενώ σύμφωνα με τα κριτήρια της προκήρυξης, έπρεπε να διοριστεί, δεν διορίστηκε. Υποθέτοντας πως όλοι όσοι κάνουν αίτηση για μια θέση καθαριστή έχουν μεγάλες ανάγκες και πως, όπως τα χρήματα του κηδεμόνα, έτσι και οι θέσεις στο δημόσιο είναι περιορισμένες, τα παιδιά του «αόρατου καθαριστή» μπορεί να κατέληξαν αυτά σε ίδρυμα, ή, χάνοντας δύο χρόνια ασφάλισης μέχρι να επαναπροκηρυχθεί αντίστοιχη θέση, ο αόρατος καθαριστής μπορεί να μην κατάφερε να μαζέψει τα ένσημα για να βγει στην σύνταξη.

    Αυτό βέβαια, ίσως να μην αναιρεί το γεγονός πως το πτυχίο δημοτικού δεν είναι ουσιαστικό κριτήριο για μια απλή δουλειά όπως αυτή του καθαριστή, αλλά πρέπει κάποια στιγμή να αρχίσουμε να λαμβάνουμε υπόψη μας  και τα δικαιώματα του αόρατου ατόμου: του ατόμου που πέθανε επειδή δεν τηλεφώνησε σε πολιτικό για να εγχειριστεί αυτός στην θέση κάποιου άλλου, ή της νεαρής μητέρας που καθυστέρησε να πάει στη δουλειά της για να κάνει παράκαμψη και να κατέβει το πεζοδρόμιο με το καροτσάκι του μωρού από επικίνδυνο σημείο για να πάει αυτός που πάρκαρε μπροστά στην ράμπα πιο γρήγορα στην δουλειά του.

    Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς προς την καθαρίστρια, τον υπάλληλο του ΕΚΑΒ και όποιον άλλον παρανόμησε για να συμμορφωθεί με ανούσια τυπικά κριτήρια.

     

    *Ο Γιάννης Παπαδόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Φιλελεύθερος” στις 21 Ιανουαρίου 2019.

     

  • Φιλελευθερισμός, Ελιτισμός και Λαϊκισμός

    Του Νίκου Χαραλάμπους

    Το δίπολο Ελιτισμού-Λαϊκισμού φιγουράρει στον δημόσιο διάλογο και στην επικαιρότητα σε πολλά μέτωπα. Η αντίδραση του «λαού» στις «ελίτ» και η περιφρόνηση των «ελίτ» απέναντι στον «λαό» απασχολεί διανοούμενους και πολιτικούς. Το δίπολο αυτό έχει διχάσει τον φιλελεύθερο χώρο με την ισχύ αλυσοπρίονου.

    Τι πρέπει να κάνουν οι φιλελεύθεροι;

    Οι ιδέες τους για μια οικονομία της αγοράς έχουν επικρατήσει. Οι ιδέες τους για ατομικά δικαιώματα κερδίζουν διαρκώς έδαφος. Άρα θα περίμενε κάποιος να θέλουν να διατηρήσουν το status quo. Από την άλλη μεριά, οι ωφελημένοι των τελευταίων δεκαετιών βάζουν στεγανά. Περιχαρακώνουν τα προνόμιά τους με διάφορες δικαιολογίες. Αυτοί που ωφελήθηκαν από τον ανταγωνισμό, δεν τον θέλουν. Άρα οι φιλελεύθεροι θα πρέπει να πάνε με τον «λαό»; Ακόμα κι αν ο «λαός» θέλει να σηκώσει τοίχους στα σύνορα και δεν θελήσει να ανεχτεί κάτι το διαφορετικό;

    Σε αυτή την πολυδιάστατη πραγματικότητα, ο φιλελευθερισμός μπορεί και πρέπει να στέκεται μακριά και από τον λαϊκισμό και τον ελιτισμό. Φιλελεύθερος που ρέπει προς τη μια ή την άλλη κατηγορία χάνει μέρος της ιδεολογίας του.

    Ο ελιτιστής θα εξυψώσει και θα δεχτεί ό,τι έχει να πει ένας καθηγητής πανεπιστημίου και θα απαξιώσει εξαρχής ό,τι έχει να πει ένας μηχανικός αυτοκινήτου ή μια κομμώτρια. Ο λαϊκιστής πράττει, λέει και σκέφτεται το αντίθετο. Απαξιώνει τον καθηγητή πανεπιστημίου ως αποκομμένο από τη ζωή και κολακεύει τον μηχανικό αυτοκινήτου και την κομμώτρια, ανεξάρτητα με το τι λένε. Ο φιλελεύθερος κρίνει τα λεγόμενα και τις ιδέες του καθενός. Αν υποστηρίζεις το πρωτείο του ατόμου, ακούς προσεκτικά και τον καθηγητή πανεπιστημίου και τον μηχανικό και την κομμώτρια και κρίνεις όσο ορθολογικά μπορείς αυτό που έχει να πει ο καθένας και καθεμία.

    Μόνο με την προσήλωση στις αρχές του και στην παράδοσή του, ο φιλελευθερισμός μπορεί να αποφύγει τις ιδεολογικές παγίδες και του ελιτισμού και του λαϊκισμού.

    *ο Νίκος Χαραλάμπους είναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Φιλελεύθερος την 3η Ιανουαρίου 2019

  • Τέχνη, φόροι, ψήφοι

    Του Γιάννη Παπαδόπουλου*

    Καθώς γράφω αυτό το άρθρο είμαι στο αεροπλάνο και επιστρέφω από επαγγελματικό ταξίδι στην Ιταλία. Στο περιθώριο των εργασιών εκεί, επισκέφτηκα για πρώτη φορά το Βατικανό και η επίγευση από την επίσκεψη έχει μια… χαρμολύπη.

    Από τη μια, θαύμασα από κοντά κάποια από τα εντυπωσιακότερα αρχιτεκτονικά και καλλιτεχνικά θαύματα όλων των εποχών. Όμως, ακόμα και την ώρα που τα περιεργαζόμουν με το στόμα ανοιχτό, δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι την αθέατη πλευρά: τα άτομα των οποίων οι κόποι συγκεντρώθηκαν από βασιλείς και ιερείς υπό τη μορφή φόρων, αναγκαστικών εισφορών και αεριτζίδικων υποσχέσεων  (βλέπε συγχωροχάρτι) για να χτιστούν αυτά τα αρχιτεκτονικά και καλλιτεχνικά θαύματα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά η ειρωνεία ότι τα πιο πολλά από αυτά φτιάχτηκαν για να τιμήσουν μια θρησκεία που κηρύττει την εγκράτεια, την εθελοντική διανομή του πλούτου, την ελεημοσύνη κτλ, δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα.

    Οπότε, από τη μία σκέφτομαι: πόσο φτωχότερος θα ήταν ο κόσμος αν δεν είχε συσσωρευτεί αυτός ο πλούτος και δεν είχε διοχετευτεί στην τέχνη;

    Από την άλλη αναρωτιέμαι: πόσα άτομα έζησαν μια πιο φτωχική ζωή για να διακοσμήσει ο Μιχαήλ Άγγελος την Καπέλα Σιστίνα; Πόσοι άνθρωποι δεν ταξίδεψαν ποτέ για να χρηματοδοτηθούν τα 200 χρόνια κατασκευής του ναού του Αγίου Πέτρου;

    Στο δεύτερο ερώτημα δεν έχω απάντηση: η τέχνη δύσκολα κοστολογείται και η αξία της θυσίας δύσκολα υπολογίζεται.  Στο  πρώτο, όμως, νομίζω πως έχω.

    Ο Ernst Gombrich στο «Χρονικό της Τέχνης» ακολουθεί την διαχρονική εξέλιξη των θεμάτων και των τεχνοτροπιών της τέχνης. Περίπου στη μέση του 19ου αιώνα εντοπίζει μια αλλαγή που μεταμορφώνει την τέχνη: τον τρόπο χρηματοδότησης. Ενώ μέχρι τότε ο καλλιτέχνης έψαχνε να γίνει «πελάτης» (cliens) σε κάποιον «πατρόνα» (patronus) ο οποίος θα χρηματοδοτούσε την τέχνη του, για διάφορους λόγους η προσφορά πατρόνων μειώνεται.

    Το άγχος επιβίωσης του καλλιτέχνη αυξάνει κατακόρυφα, αλλά, ταυτόχρονα, απελευθερώνεται: ο καλλιτέχνης δεν είναι πλέον εγκλωβισμένος σε θρησκευτικά θέματα, ούτε είναι υποχρεωμένος να ικανοποιήσει την κάθε απαίτηση του πατρόνα (στο έργο του Jan van Eyck “ Madonna with Canon Joris van der Paele”, ο πατρόνας εμφανίζεται στο… πλάι της Βρεφοκρατούσας!). Έτσι η σύγχρονη τέχνη γεννιέται και από μέθοδος αποθέωσης του πατρόνα και των ιδεών / θέλω του, μεταμορφώνεται σε πολυμορφικό τρόπο έκφρασης, κριτικής, εκπαίδευσης, διαμαρτυρίας, αυτοαναφορικότητας, στοχασμού κτλ.

    Επομένως, ο κόσμος μάλλον δεν φτωχαίνει όταν ο κάθε άνθρωπος αφήνεται να χρησιμοποιήσει τα χρήματά του όπως θέλει. Απλώς, επειδή το κάθε άτομο  έχει διαφορετικές ανάγκες και επιθυμίες, τα χρήματα δεν χρησιμοποιούνται για να χρηματοδοτήσουν έργα μονοσήμαντα, που ανήκουν σε λίγους και είναι συγκεντρωμένα σε λίγα μέρη. Αντιθέτως, διαχέονται  και δημιουργούν  ένα διάσπαρτο στο χώρο, πολύ-ιδιοκτησιακό μωσαϊκό έργων διαφορετικών θεματικών, σκοπών και μορφής.

    Λίγη ώρα έχει μείνει ως την προσγείωση και μια τελευταία ερώτηση με απασχολεί: μήπως και σήμερα γίνεται κάτι το αντίστοιχο; Μήπως και σήμερα κάποιοι συγκεντρώνουν τους κόπους μας για να επιδιώξουν δικούς τους, συγκεντρωτικούς, μονοθεματικούς, μη-ανταποδοτικούς σκοπούς, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τα ανύπαρκτα χαμόγελα συνταξιούχων που θα ήθελαν να πάρουν ένα δώρο παραπάνω στα εγγόνια τους  ή την αμηχανία των μισθωτών που δουλεύουν ατελείωτες ώρες χωρίς να μπορούν να προσφέρουν στην οικογένειά τους μία έξοδο για φαγητό;

    Αυτή την απάντηση οφείλουμε να τη δώσουμε ο καθένας μόνος, και ίσως αυτή η απάντηση να πρέπει να είναι το βασικό κριτήριο που θα καθοδηγήσει την ψήφο μας.

    Εγώ, πάντως, έχω απαντήσει: ο κόπος μας μαζεύεται με αυξανόμενη λαιμαργία, καλύπτεται με έναν μανδύα δήθεν υποστήριξης των αδυνάμων που στην πραγματικότητα είναι σύστημα εξάρτησης των αδυνάτων από διάφορους πατρόνες, χρησιμοποιείται ανερυθρίαστα για ιδιωτικούς σκοπούς των διαχειριστών, και, δυστυχώς, ο κόπος μας δεν θα γίνει ποτέ Καπέλα Σιστίνα και Άγιος Πέτρος. Δηλαδή, δεν θα γίνει ποτέ έργο που ναι μεν στέρησε πολλά από πολλά άτομα, αλλά τουλάχιστον προσέφερε δουλειά σε πολλές νεότερες γενιές και στιγμές ευχαρίστησης σε αμέτρητους επισκέπτες. Δυστυχώς, οι κόποι μας θα γίνουν μόνο Καρανίκες, Πετσίτες, άχρηστες κρατικές δομές και ορδές πληρωμένων κομματοσκυλοtweets…  Και έχω καλύτερα σχέδια για τους κόπους μου. Καλή προσγείωση (ή μήπως απογείωση;)!

     

    *o Γιάννης Παπαδόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

     

    Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Liberal στις 2 Ιανουαρίου 2019