• Ο χουλιγκανισμός ως καριέρα

    *Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη

    Δέσποινα Λιμνιωτάκη

    Η προκλητική συμπεριφορά μεταξύ οπαδών αθλητικών ομάδων που οδηγεί σε εκτεταμένα επεισόδια, βία ή και στην τέλεση εγκληματικών πράξεων, είναι ένα από τα δυσκολότερα στην διαχείρισή τους θέματα της Κοινωνικής Ψυχολογίας, με μικρή ερευνητική δραστηριότητα σε σχέση με άλλες διεργασίες. Κι αυτό, επειδή ο περισσότερος κόσμος που δεν ασχολείται επιστημονικά με την παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς λανθασμένα το κατατάσσει στα χαώδη κεφάλαια της ψυχολογίας της Μάζας ή της απεξατομικευμένης εμπειρίας (deindividuation), εκείνης δηλαδή της ψυχικής κατάστασης κατά την διάρκεια της οποίας ένα άτομο «χάνει» την προσωπική του ταυτότητα και βυθίζεται προσωρινά στην τυφλή υποταγή των όσων προστάζει το θυμικό και η στιγμή, η ιδεολογική πίστη του αγώνα και η παρόρμηση της παρέας των ομοϊδεατών του.

    Τίποτα όμως από τα παραπάνω δεν ισχύει απόλυτα για το φαινόμενο του χουλιγκανισμού το οποίο έχει βαθιές κοινωνικές καταβολές ενώ γεννιέται, αναπτύσσεται και ενίοτε κοιμάται (αλλά δεν πεθαίνει) εκτός γηπέδου και περιχώρων: είναι μια ενορχηστρωμένη διαστρωμάτωση πληθυσμού, ένας μικρόκοσμος που παρουσιάζει τις ομοιότητες οποιασδήποτε άλλης κοινότητας ανθρώπων, της οποίας τα συμπτώματα είναι πολύ δύσκολο να καταπολεμήσεις, επειδή κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι η επίσημη πολιτεία με όλους τους φορείς της θα στρεφόταν εναντίον της ίδιας της σάρκας που την τρέφει. Ο χουλιγκανισμός δεν είναι απόστημα, είναι παραφυάδα του συστήματος. Και ως τέτοια, προστατεύεται επιμελώς.

    Οι περισσότερες προσπάθειες για τον περιορισμό της βίας στα γήπεδα κάνουν ακριβώς αυτό: προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το σύμπτωμα της ασθένειας αφού αυτό εκδηλωθεί δηλαδή, βολικά, λειτουργούν (αν λειτουργήσουν) εκ των υστέρων. Πρόκειται για ένα σύνολο εξαγγελιών που κανείς δεν μπορεί να ελέγξει αν μεταβολίζονται σε πράξη, κάθε πότε και για πόσο διάστημα. Ουδέποτε όμως εξετάζουν το ιερό τοτέμ της ανθρωπογεωγραφίας πίσω από την βία. Ακόμα κι αν ισχυριστούν ότι το πράττουν, οι περισσότεροι συντάσσουν μια μηντιακού βεληνεκούς έκθεση του ποιοι είναι ικανοί για τέτοιες συμπεριφορές.

    Οι εκθέσεις μιλούν για χαμηλού οικονομικοκοινωνικού επιπέδου άτομα, με βεβαρημένο οικογενειακό ιστορικό, ελλιπούς ακαδημαϊκής και κοινωνικής μόρφωσης, βασανισμένοι από πολλαπλές εξαρτήσεις και η αλήθεια είναι ότι όντως μπορεί να συναντήσει κανείς τέτοιες περιπτώσεις στη βάση της χουλιγκανικής πυραμίδας, σε αυτούς ας πούμε που βαράνε. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται στην κορυφή της, εκεί όπου συναντάμε μια εντελώς διαφορετική κάστα ανθρώπων που ζουν από την εφαρμογή επικίνδυνων πρακτικών: πρόκειται για καριέρα που δεν μπορεί να διαχειριστεί ο οποιοσδήποτε. Έτσι, όταν η επιθετική συμπεριφορά μέσα κι έξω από τα γήπεδα τελικά οδηγήσει σε έγκλημα, το σύστημα μπορεί να συλλάβει τους ενόχους της συγκεκριμένης πράξης (έχουν και οι χούλιγκανς τους αυτοφοράκηδές τους) αλλά ποτέ η τιμωρία δεν φτάνει στα κεντρικά γραφεία, σε κάποιες περιπτώσεις επειδή, εντάξει, δεν μπορείς να συλλάβεις και τον εαυτό σου.

    Ο χουλιγκανισμός ως συμπεριφορά δεν είναι τόσο ανεξέλεγκτος όσο αφήνεται να πιστέψει κανείς. Σε κάποιες περιπτώσεις, πρόκειται για χορογραφία που έχει ως στόχο τον εκφοβισμό και την απόδειξη της «υπεροχής» της ομάδας, αλλά δεν στοχεύει σε δολοφονίες ανθρώπων.

    Εξελίσσεται σε προκαθορισμένο χρόνο και χώρο, αναδεικνύει την ποδοσφαιρική ταυτότητα των μελών του και δίνει την ψευδαίσθηση της συμμετοχής σε ένα κόσμο που σε ακούει και σε αποδέχεται. Αυτές όμως οι παρατηρήσεις της Κοινωνικής Ψυχολογίας δείχνουν και ότι – όταν πράγματι υπάρξει θάνατος – τότε αυτός δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως «αποτέλεσμα συμπλοκής οπαδών».

    Έρευνες της δεκαετίας του ’90 έδειξαν πώς η βία στα γήπεδα, ιδιαίτερα στην Βρετανία, εξελίχθηκε από νωρίς ως κοινωνικός αγώνας της εργατικής τάξης, δηλαδή ως πολιτική αντίδραση.  Γι’ αυτό το λόγο, οι προσπάθειες κυβερνήσεων να κατευνάσουν τη βία έχουν συνδεθεί με την εναντίωση στα ιδανικά συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, αντίληψη που μπορεί να οδηγήσει σε δυσαρέσκεια και αναταραχή μεγαλύτερου βεληνεκούς, εξού και αποφεύγεται από τους πολιτικούς, οι οποίοι την βγάζουν καθαρή με αερολογίες, ευχολόγια και «μαχαίρια στο κόκκαλο».  Συνοπτικές διαδικασίες, πάμε παρακάτω, δεν είναι ώρα να χάνουμε ψηφοφόρους. Το να κάνεις κάτι για την βία και το να φαίνεται ότι κάνεις κάτι, δεν είναι τα ίδια πράγματα.

    Είναι πολύ εύκολο να απαξιώσουμε τις πιθανές παρεμβάσεις σε ένα τέτοιο σοβαρό πρόβλημα με το να πούμε για άλλη μια φορά ότι πρόκειται για «θέμα παιδείας». Όλα είναι θέμα παιδείας έτσι ή αλλιώς και τα γενικόλογα δεν αποτελούν λύση. Δυστυχώς, η εξωτερική πίεση με τη μορφή καταστολής ή τιμωρίας που ασκείται από τις αρχές, δεν είναι ικανή από μόνη της να περιορίσει το φαινόμενο. Οι ποδοσφαιρικές ομάδες αδυνατούν να αναλάβουν την ευθύνη της συμπεριφοράς των οπαδών τους και των μηνυμάτων που εκπέμπουν προς το κοινό τους, αλλά εκεί μέσα βρίσκεται το μυστικό.

    *Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Liberal στις 14 Ιανουαρίου 2020

  • Αμβλώσεις, Δημόσιοι χώροι και Ελευθερία του Λόγου

    *Του Μάνου Πιτροπάκη

    Μάνος Πιτροπάκης

    Πολλές συζητήσεις προκάλεσε η πρόσφατη τοποθέτηση, επ’ αμοιβή, αφισών, με μηνύματα που παροτρύνουν τις γυναίκες να μην προβαίνουν σε αμβλώσεις, σε χώρους του Μετρό, κι η επακόλουθη απόσυρσή τους μετά την, αναμενόμενη, δημόσια κατακραυγή, με εντολή του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών. Το γεγονός αυτό άνοιξε τη συζήτηση για πολλά θέματα, μεταξύ άλλων και για την ελευθερία του λόγου.

    Καταρχάς, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι το μήνυμα της αφίσας με βρίσκει πλήρως αντίθετο. Ένα έμβρυο δεν είναι “αγέννητο παιδί” κι η εκ του πονηρού προσπάθεια να περάσει υπογείως το παραπλανητικό μήνυμα ότι κάνοντας μια άμβλωση σκοτώνεις ένα παιδί, μου προκαλεί εμετό από την αηδία.

    Από εκεί και πέρα, το μήνυμα της αφίσας δεν είναι, και πρέπει να συνεχίσει να μην είναι, ποινικά επιλήψιμο. Το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση είναι ο χώρος όπου ανέβηκε ένα τέτοιο μήνυμα. Αν η αφίσα είχε ανέβει σε οποιοδήποτε χώρο που ανήκει σε μη κρατική οντότητα, προφανώς θα σχολιαζόταν το ίδιο επικριτικά το μήνυμά της αλλά, σε τελική ανάλυση, η ανάρτησή της θα είχε γίνει σε έναν ιδιωτικής ιδιοκτησίας χώρο, μέσω μιας εμπορικής  συμφωνίας δύο ελεύθερα συναλλασσόμενων μερών, δηλαδή, των χριστιανικών σωματείων που δημιούργησαν την επίμαχη καμπάνια και του ιδιοκτήτη π.χ μιας υπαίθριας διαφημιστικής πινακίδας ή μιας εφημερίδας. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, μιλάμε για διαφήμιση που προβλήθηκε σε χώρο ιδιοκτησίας μιας κρατικής οντότητας, της ΣΤΑΣΥ, της οποίας μάλιστα η λειτουργία επιδοτείται κάθε χρόνο από τον κρατικό προϋπολογισμό, δηλαδή από τον κάθε φορολογούμενο, ανεξαρτήτως του φύλου του και της θέσης του για τις αμβλώσεις. Να υπενθυμίσουμε σε αυτό το σημείο ότι παρόμοιο ζήτημα είχε  προκύψει με αφίσες που είχαν αναρτηθεί στο Μετρό τον Σεπτέμβριο του 2018, πάλι επ’ αμοιβή, από ομάδα vegan, οι οποίες απεικόνιζαν ζώα δίπλα σε μηνύματα όπως “Δες ποιον έφαγες σήμερα”.

    Τι θα πρέπει να κάνουμε σε αυτή την περίπτωση; Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει κάποια εύκολη λύση όταν μιλάμε για χώρους που ανήκουν στο κράτος, όπως τους σταθμούς του Μετρό, οι οποίοι ταυτόχρονα ανήκουν σε όλους και πληρώνονται και χρησιμοποιούνται από όλους. Σε αυτό το σημείο, να διευκρινίσω ότι μιλώντας για χώρους που ανήκουν στο κράτος, εννοώ εν γένει υποδομές του κι όχι χώρους όπως οι πλατείες και τα πεζοδρόμια, όπου ο καθένας έχει δικαίωμα να προβάλει τις ιδέες του μέσω συγκεντρώσεων κι ομιλιών. Εκ των πραγμάτων, ο καθένας μας έχει διαφορετικές αντιλήψεις κι ηθικές αξίες οι οποίες, πολλές φορές, δεν μπορούν να συγκεραστούν αλλά θα πρέπει, με κάποιο τρόπο, να παίρνονται υπόψιν στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Οπότε, μια λύση εφικτή κι αποδεκτή είναι οι δημόσιοι οργανισμοί να έχουν κώδικες δεοντολογίας που θα είναι ανοιχτοί σε δημόσια διαβούλευση και θα έχουν παρουσιαστεί στο κοινό, ώστε η πολιτική τους να κινείται σε πλαίσια εντός του κράτους δικαίου και με σεβασμό στα ατομικά δικαιώματα, όπως, εδώ, το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα της γυναίκας στην άμβλωση, το οποίο είναι αναπόσπαστο μέρος της αυτοδιάθεσης του σώματός της. Ένας τέτοιος κώδικας, εν συντομία και κατά την άποψή μου, δε θα επέτρεπε να προβάλλονται διαφημίσεις που άπτονται θεμάτων ηθικής, όπως οι αμβλώσεις κι η κρεατοφαγία, καθώς και πολιτικές διαφημίσεις.

    Προχωρώντας, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι εντείνεται τον τελευταίο χρόνο η προσπάθεια από διάφορους, εκκλησιαστικούς και μη, φορείς να διαδοθεί η ιδέα ότι ένα έμβρυο είναι ένας κανονικός άνθρωπος και, κατά συνέπεια, η άμβλωση αποτελεί δολοφονία. Η καθιέρωση από την Εκκλησία της Ελλάδος “Μέρας Αγέννητου Παιδιού” (sic) και το πρόσφατο πρωτοσέλιδο αθλητικής (!) εφημερίδας με περιεχόμενο παρόμοιο της επίμαχης αφίσας (με το οποίο, μάλιστα, συμφώνησε δημόσια ο Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων κ. Γεωργιάδης) δείχνουν ότι γίνεται μία συντονισμένη προσπάθεια να επιστρέψουμε σε ιδέες, αρχικά, κι έπειτα, αν ευοδωθεί κάπως αυτή η προσπάθεια, σε νομικά πλαίσια πρωτύτερα του 1986, οπότε και νομιμοποιήθηκε η άμβλωση στην Ελλάδα. Είναι πραγματικά συγκινητικό το πόσο χρόνο, κόπο και χρήμα αφιερώνουν στο να προστατεύσουν τις γυναίκες από τις αμβλώσεις και, συνεπώς τα “αγέννητα παιδιά”, οπότε θα τους συνιστούσα να σταματήσουν να αντιδρούν στην εισαγωγή του μαθήματος της Σεξουαλικής Αγωγής στα σχολεία, ώστε να μπορούν να μάθουν, μεταξύ άλλων, περί αντισύλληψης τα έφηβα παιδιά και να μην διαπαιδαγωγούνται πάνω στο σημαντικότατο αυτό θέμα από “γνωστούς” και ερωτικού περιεχομένου ταινίες. Επίσης, να μην προωθούν τις ιδέες τους χρησιμοποιώντας ψευδή στοιχεία και, αν τους περισσεύει λίγος χρόνος μέσα στην τιτάνια αυτή τους προσπάθεια, ν’ ασχοληθούν λίγο με το υπάρχον νομικό πλαίσιο το οποίο καθυστερεί υπερβολικά κι αδικαιολόγητα την υιοθεσία γεννημένων κι ορφανών παιδιών από ετερόφυλα ζευγάρια και την απαγορεύει στα ομόφυλα…

    Αντί επιλόγου, θα πρέπει να πούμε ότι, όσο απεχθής κι αν είναι η προσπάθεια να ταυτιστεί η άμβλωση με τη δολοφονία, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για περιορισμό της πρόσβασης της γυναίκας σε αυτή, οι υποστηρικτές τέτοιων ιδεών έχουν το απεριόριστο δικαίωμα να την εκφράζουν σε οποιοδήποτε ιδιωτικό χώρο τους το επιτρέπει, καθώς και σε πλατείες και πεζοδρόμια. Όχι, όμως, σε διαφημιστικές πινακίδες του Μετρό, το οποίο εν μέρει έχουν πληρώσει γυναίκες που έχουν προβεί ή θα προβούν σε άμβλωση.

    *Ο Μάνος Πιτροπάκης είναι Μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο marketnews.gr στις 16 Ιανουαρίου 2020

  • Πόση εκπαιδευτική ελευθερία αντέχουμε;

    *Του Κώστα Παπουτσάκη

    Πότε ένα εκπαιδευτικό σύστημα είναι ανταγωνιστικό; Μια πιθανή απάντηση στο ερώτημα αυτό θα ήταν ότι ένα εκπαιδευτικό σύστημα γίνεται ανταγωνιστικό, όταν καταφέρνει να ικανοποιήσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό τις επιθυμίες και τις εκπαιδευτικές ανάγκες του μαθητικού και σπουδαστικού πληθυσμού.

    Όταν, απαλλαγμένο από γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, δε φοβάται να δώσει πνοή σε καινοτόμες εκπαιδευτικές πολιτικές, όπως π.χ. η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων και πρότυπων σχολείων. Αφουγκραζόμενη το αίτημα της κοινωνίας για εκπαιδευτική ανταγωνιστικότητα, η σημερινή κυβέρνηση υποσχέθηκε προεκλογικά ότι θα ξεμπερδέψει με εκπαιδευτικές αδυναμίες και παθογένειες. Δεσμεύτηκε ότι θα παλέψει για σχολεία και πανεπιστήμια που θα κατέχουν μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας. Δυστυχώς, όμως, αυτό το κοινωνικά επιθυμητό και προεκλογικά υποσχόμενο χωλαίνει στο πεδίο εφαρμογής του. Αν και προεκλογικά παραγγείλαμε παιδεία της αριστείας, εξακολουθεί να καταφτάνει στο πιάτο μας μια παιδεία του παραλόγου. Και για να γίνει κατανοητό τι εννοώ, θα αναφέρω ένα παράδειγμα από το χώρο της σημερινής εκπαιδευτικής πραγματικότητας.

    Τις τελευταίες μέρες πληροφορήθηκα ότι στα δημόσια ΙΕΚ (με αντικείμενο εκπαιδευτικής κατάρτισης στα επαγγέλματα υγείας) κοινοποιήθηκε έγγραφο που απαγορεύει να υπάρχει κενή ημέρα διδασκαλίας. Η εντολή δόθηκε από το Υπουργείο Υγείας και συγκεκριμένα από τον υφυπουργό Υγείας κ. Βασίλη Κοντοζαμάνη, μια που ναι μεν τα συγκεκριμένα ΙΕΚ εποπτεύονται από το Υπουργείο Παιδείας ως προς την ύλη των μαθημάτων, υπάγονται όμως, στο Υπουργείο Υγείας. Η ισχύς της νέας διαταγής ξεκινά με την έναρξη του εαρινού εξαμήνου των σπουδών. Ενώ, λοιπόν, μέχρι τώρα υπήρχε μια κενή ημέρα μαθημάτων, αυτή καταργείται και οι διδακτικές ημέρες από 4 γίνονται 5. Οι σπουδαστές θα αναγκαστούν να μεταφέρουν μία ή δύο ώρες μαθημάτων -που έτσι κι αλλιώς τις κάλυπταν- σε νέα ημέρα. Πρόκειται για ένα μέτρο που εγείρει την αγανάκτηση σπουδαστών και καθηγητών αφού ανατρέπει την καθημερινότητά τους και θα τους αναγκάσει να σπαταλούν ένα ολόκληρο πρωινό μόνο για μια ή δύο ώρες μαθημάτων. Πολλοί σπουδαστές των Δ.ΙΕΚ είναι παράλληλα και εργαζόμενοι και μια τέτοια ανατροπή του προγράμματος στο χρονικό μέσο της φοίτησής τους, θα τους δυσκολέψει να συνταιριάξουν την εργασία με τις σπουδές τους. Τι θα γίνει στην περίπτωση που η μέχρι τώρα κενή ημέρα διδασκαλίας είναι αφιερωμένη σε άλλες ήδη προγραμματισμένες δραστηριότητες σπουδαστών και καθηγητών; Με πόση ευκολία θα συντελεστεί η ανατροπή του υπάρχοντος ωρολογίου προγράμματος; Και γιατί, σε τελική ανάλυση, να χρειάζεται να γίνει αυτή η ανατροπή;

    Δυστυχώς, αυτό το γεγονός δείχνει πως η χάραξη της σημερινής εκπαιδευτικής πολιτικής εξακολουθεί να γίνεται με τρόπο ανορθολογικό. Ένα καινοτόμο Υπουργείο δε θα χάρασσε πολιτικές μέσω κοινοποίησης εγγράφων. Θα παραχωρούσε στους σπουδαστές και τους καθηγητές την αυτονομία να καθορίσουν οι ίδιοι τον τρόπο κατανομής των διδακτικών ωρών ανά τις ημέρες της εβδομάδας. Θα τους άφηνε να αποφασίσουν οι ίδιοι αν βολεύονται με 3 ή 4 ή 5 διδακτικές ημέρες. Κι αν κάτι τέτοιο φαντάζει ρηξικέλευθο για την ελληνική κοινωνία, ας αναρωτηθούμε αν πράγματι θέλουμε να φτάσουμε στο επίπεδο άλλων ευρωπαϊκών κοινωνιών που έχουν καταφέρει θαύματα με την εκπαιδευτική τους πολιτική. Θέλουμε π.χ. μια πολυτυπία σχολείων στην Ελλάδα; Θέλουμε αυτόνομα δημόσια σχολεία; Θέλουμε επιχορηγούμενα από το κράτος ιδιωτικά σχολεία; Θέλουμε να παραχωρήσουμε σε ομάδες εκπαιδευτικών την ελευθερία να ιδρύσουν τους δικούς τους τύπους σχολείων; Αν θέλουμε όλα αυτά να βρουν θέση στο πρόγραμμα της σημερινής κυβέρνησης, άστοχες εκπαιδευτικές παρεμβάσεις, σαν αυτή του κυρίου Κοντοζαμάνη, θα πρέπει να μπουν στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας.

    Το εαρινό εξάμηνο σπουδών στα Δ.ΙΕΚ ξεκινά σε ένα μήνα. Μέχρι τότε υπάρχει χρόνος για να ανακληθεί η απόφαση τροποποίησης των προγραμμάτων τους. Μη στερήσετε από τους σπουδαστές των Δ.ΙΕΚ, κ. Κοντοζαμάνη, τον αέρα της πολύτιμης εκπαιδευτικής ελευθερίας τους. Εξάλλου, μπορούν να τον διεκδικήσουν και μόνοι τους. Με μαχητικούς αγώνες.

    *Ο Κώστας Παπουτσάκης είναι Μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Liberal στις 8 Ιανουαρίου 2020

  • Μετρώντας αντίστροφα, φορολογικές υποχρεώσεις, για την νέα χρονιά

    Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη*

    Δέσποινα Λιμνιωτάκη

    Είναι εκείνη η εποχή του χρόνου, ο μήνας που υποτίθεται ότι κάνουμε τον προσωπικό μας απολογισμό για τη χρονιά που φεύγει, σχεδιάζοντας τη χρονιά που σε λίγες μέρες έρχεται. Μόνο που έχουμε από καιρό πάψει να αναφερόμαστε σε επαγγελματικές κατακτήσεις ή προσωπικές κορυφές, η ζωή αξιολογείται μήνα-με-τον-μήνα σε σχέση με το άγχος του να καλύψουμε τις φορολογικές μας υποχρεώσεις.

    Φτιάχνουμε μια λίστα σαν τον Άι Βασίλη και την τσεκάρουμε διπλά για να μην αφήσουμε κανένα λογαριασμό παραπονεμένο. Και μπορεί οι γκουρού του ευ ζην να μας ενθαρρύνουν να μάθουμε να ζούμε με λιγότερα, φωνάζοντας ότι less is more – αν μπορούμε ας κάνουμε κι αλλιώς – αλλά αυτή την πρακτική της μικρότερης δυνατής επιβάρυνσης δεν έχει μάθει να την εφαρμόζει το κράτος ποτέ.

    Βρίσκεται εκεί, σε όλη του την μεγαλοπρέπεια, με τον ΕΝΦΙΑ, τις δόσεις ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών, τα τέλη κυκλοφορίας, τον ΕΦΚΑ, τα ΦΠΑ, τους μισθούς και τα δώρα προς τους άλλους να μας υπενθυμίζουν ότι ζούμε μια ζωή που δεν μας ανήκει ούτε στο ελάχιστο, ότι έχουμε πιστωθεί από ένα κουβά χωρίς πάτο που θα πρέπει αδιαμαρτύρητα να γεμίζουμε. Και κοίτα να δεις που υπάρχει μια διεστραμμένη ικανοποίηση στο να τσεκάρεις κάθε μήνα τα ποσά που έχεις εκ-πληρώσει ενώ επιπλέον ευχαριστείς τα καλά σου άστρα που κατόρθωσες να μείνεις όρθιος και παραγωγικός μέχρι την τελευταία καταβολή: «Βγάλαμε κι αυτό τον μήνα», αναστενάζεις, «έχει ο θεός για τον επόμενο!» Καλή χρονιά και σε σας.

    Κάθε φορά που γίνεται λόγος για την ανάπτυξη που θα έρθει με τη μορφή επενδύσεων από έξω προς τα μέσα, η οργή ξεχειλίζει από κάθε πόρο του δέρματός μου και όχι μόνο επειδή το επενδυτικό περιβάλλον είναι εχθρικό προς οποιαδήποτε απόπειρα αλλά επειδή η χώρα είναι καταρχάς εχθρική προς αυτούς που ζουν και προσπαθούν εντός συνόρων. Είναι εχθρική επειδή έχει καταδικάσει τις πιο δημιουργικές ηλικίες να τσεκάρουν αν τους μένουν 99 ευρώ στο τέλος κάθε μήνα να φτιάξουν το κατοστάρικο που θα πρέπει εν συνεχεία να ακουμπήσουν στο κράτος.

    Είναι εχθρική επειδή τολμάει να μιλάει για brain drain έχοντας στραγγίξει τους επαγγελματίες της από κάθε ίχνος αξιοπρέπειας στον τρόπο που αυτοί εργάζονται και ανεβαίνουν τα σκαλιά της εξέλιξής τους, ροκανίζοντας τα σκαλοπάτια, φτιάχνοντας ταβάνι ως προς το που μπορείς να φτάσεις, πόσα μπορείς να κερδίσεις καθαρά, πόσα μπορείς να διεκδικήσεις στη δουλειά και στη ζωή σου. Είναι εχθρική επειδή δεν αφήνει χώρο στην πρωτοβουλία – πόση πρωτοβουλία χωράει στο να πρέπει να υπολογίσεις το κράτος-συμμέτοχο πριν πεις το ναι σε κάποιο καινούριο ξεκίνημα; Είναι εχθρική επειδή έχει δαιμονοποιήσει το κέρδος και το ξόδεμα χρημάτων για τον εαυτό σου, γι’ αυτά που λαχταράει η ψυχή σου με τρόπο που να αισθάνεσαι ότι δεν επιβιώνεις πια αλλά ότι μπορείς και ζεις.

    Είναι εχθρική γιατί δεν μπορείς να μετρήσεις αντίστροφα τις καλές και τις κακές σου στιγμές, δεν μπορείς να λειτουργήσεις αυτοαναφορικά, είναι πολυτέλεια. Μπορείς μόνο να δουλεύεις για το κράτος και καλός πατριώτης είναι αυτός που, αν και άφησε την Ελλάδα για πιο οικονομικά ελεύθερες πολιτείες, εντούτοις φρόντισε να αφήσει πίσω του και φορολογικό αποτύπωμα.

    Η χώρα είναι ο Εμπενίζερ Σκρουτζ από το παραμύθι του Ντίκενς, αυτός που απαιτεί να κάνεις διαρκώς ταμείο, ασταμάτητα, ανάλγητα, καθολικά, χωρίς ενοχές. Και πρόκειται για εφιάλτη που μετά από τόσα χρόνια εγκράτειας έχουμε συνηθίσει, ενώ τον βαπτίσαμε πρόσφατα «κανονικότητα». Φοβάμαι πως, για το 2020, το καλό φάντασμα του μέλλοντος που συνετίζει τον ήρωα και τον κάνει να αλλάξει πολιτική, δεν διαφαίνεται πουθενά.

    * Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Liberal στις 16 Δεκεμβρίου 2019

  • Ένα γηρασμένο σύστημα Υγείας

    Του Γιώργου Αγγελόπουλου*

    yiorgos angelopoulos

    Λόγω της ασθένειας της μητέρας μου έζησα ένα τετράμηνο μέσα σε κρατικά νοσοκομεία. Νοσοκομεία με λαμπρούς γιατρούς, νοσηλευτές με υψηλό αίσθημα προσφοράς και διοικητικούς υπαλλήλους που βοηθούσαν ώστε να γίνουν γρήγορα όσα περνούσαν από το χέρι τους.

    Όλοι οι παραπάνω σπαταλούσαν εκατοντάδες εργατοώρες μηνιαία σε άσκοπες εργασίες. Οι γιατροί κάθονταν πολλές –απλήρωτες– ώρες παραπάνω για να διεκπεραιώσουν χειρωνακτικά ένα σωρό χαρτούρας που θα μπορούσε να παράγεται αυτόματα. Οι γιατροί θεραπεύουν και μετά είναι υποχρεωμένοι να καθαρογράφουν. Προβλήματα που έχει λύσει η τεχνολογία, τα επαναφέρει η γραφειοκρατία.

    Τα νοσοκομεία του εθνικού συστήματος υγείας δεν επικοινωνούν μεταξύ τους! Πολλές φορές δεν επικοινωνούν καν οι κλινικές του ίδιου νοσοκομείου. Όλα γίνονται από ασθενείς ή συνοδούς τους που τρέχουν από το ένα νοσοκομείο στο άλλο με γνωματεύσεις, απεικονιστικές εξετάσεις και φιαλίδια με αίμα. Το GDPR σε ένα τέτοιο σύστημα έχει απλώς μετατρέψει μια σειρά από απλές διαδικασίες σε πολύωρες εργασίες που πρέπει να γίνονται αυτοπροσώπως.

    Τα κλαδικά σωματεία ιατρών και νοσηλευτών κρατικών νοσοκομείων ζητούν προσλήψεις και χρήματα. Σωστά. Τα ίδια σωματεία όμως, αγνοούν τη σπατάλη ανθρώπινων πόρων που συμβαίνει γύρω τους. Σπατάλη που αν αντιμετωπιζόταν θα μπορούσε να αυξήσει την ποιότητα και την ποσότητα των υπηρεσιών υγείας. Χωρίς επιπλέον πόρους.

    Με σωστή διοίκηση. Χα!

    Δεν είναι διαφορετικό το κρατικό νοσοκομείο από άλλους κρατικούς οργανισμούς. Και είναι αξιοπερίεργη η οργή όσων περιμένουν το φέουδο να πάψει να χρησιμοποιείται ως τέτοιο από την κάθε κυβέρνηση. Σε κρατικά νοσοκομεία, μια χαρά αρμόζουν οι απόστρατοι, οι νηπιαγωγοί και όλοι οι υπόλοιποι μη καταρτισμένοι διοικητές. Η δουλειά τους δεν είναι η ομαλή παροχή υπηρεσιών υγείας, είναι η επανεκλογή του εκάστοτε κόμματος μέσω εξυπηρετήσεων: υπεργολαβιών, διορισμών, ακόμα και ανεύρεσης κλίνης ή προτεραιότητας στην εφημερία.

    Το ελληνικό νοσοκομείο δεν είναι προβληματικό γιατί εργάζονται εκεί ανεπαρκείς γιατροί, αδιάφοροι νοσηλευτές και τεμπέληδες διοικητικοί.
    Είναι προβληματικό γιατί είναι κρατικό.

    *Ο Γιώργος Αγγελόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Liberal στις 10 Δεκεμβρίου 2019

  • Περισσότερες φωτοτυπίες, λιγότερη γνώση

    Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη*

    Δέσποινα Λιμνιωτάκη

    Στη δουλειά μου συναντώ εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων οι οποίοι μου δίνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα για το σχολείο από αυτή που συνήθως συζητάμε δημόσια. Η εικόνα αφορά στη σχέση εκπαιδευτικών-γονέων, μια εναλλάξ σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου, ένα σύνδρομο Στοκχόλμης από το οποίο υποτίθεται ότι επιδιώκουμε να ξεφύγουμε αλλά δεν θέλουμε κιόλας: οι Έλληνες είναι τρομερά επιφυλακτικοί απέναντι στις αλλαγές και επιπλέον επιθυμούν να ρίχνουν το φταίξιμο για τα ναυάγια της ζωής τους σε κάποιους άλλους. Συνεπώς αν τα σχολεία υποφέρουν, αν η αξιολόγηση της επίδοσης των μαθητών είναι χαμηλή, φταίει το σύστημα αλλά ένα άλλο σύστημα που δεν πιστεύουν ότι τους εμπεριέχει. Η συζήτηση ανάμεσα σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς είναι τέτοια που δεν ξέρεις τελικά από πού αρχίζει και που τελειώνει το πρόβλημα του ότι τα παιδιά μας αποστηθίζουν αλλά δεν μαθαίνουν, εισάγονται στα πανεπιστήμια χωρίς να αποκτούν ποτέ κριτική σκέψη, αντίληψη επί οικονομικών θεμάτων και βαθιά συναίσθηση του κοινωνικού γίγνεσθαι. Τι να τα κάνουν όλα τα παραπάνω; Σε τι μπορούν να τους χρησιμεύσουν άλλωστε;

    Η σχολική ζωή ξεκινάει με την παραγγελία ενός πακέτου από χαρτί φωτοτυπικού για κάθε παιδί και από εκείνη τη στιγμή, καλός δάσκαλος ορίζεται αυτός που θα φωτοτυπήσει τις περισσότερες ασκήσεις προς επίλυση.  Νεωτερισμοί όπως το να βάλεις λιγότερη εργασία για το σπίτι – αφού η περισσότερη δουλειά γίνεται στο σχολείο – να χρησιμοποιήσεις βιωματικές μεθόδους παρουσίασης ενός γνωστικού αντικειμένου, να βάλεις τα θρανία στην άκρη, να επεκτείνεις την τάξη σου πέρα από τα στενά όρια των τεσσάρων τοίχων ενός σχολικού συγκροτήματος, χαρακτηρίζονται ως μοντερνιές που κινδυνεύουν να σε στείλουν στο πειθαρχικό συμβούλιο.  Κι αν ο πρωθυπουργός της χώρας αποφάσισε να εισάγει την σεξουαλική αγωγή και την ένταξη των προσφυγόπουλων στα σχολεία (εύχομαι καλή επιτυχία σε αυτούς που θα τα παρουσιάσουν, καθώς είναι βέβαιο ότι θα συναντήσουν την απόλυτη εναντίωση των συλλόγων γονέων), ίσως θα έπρεπε να πληροφορηθεί πρώτα το πώς κάποιοι δάσκαλοι που αποφάσισαν απλά και ανθρώπινα να μιλήσουν για θέματα ταμπού, κατέληξαν στα δικαστήρια από διαμαρτυρόμενους γονείς.  Προχωρώντας στις βαθμίδες εκπαίδευσης, οι γονείς επιθυμούν για τα παιδιά τους γρήγορη πιστοποίηση (βλέπε ξένες γλώσσες) για «να φεύγουν από την μέση μαθήματα», επειδή γνώση είναι ο κατάλογος αναγνώρισης του ΑΣΕΠ. Τελικά, για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, χρειάζεσαι ατέλειωτες φροντιστηριακές εργατοώρες που δημιουργούν ταλαιπωρημένα παιδιά που κοιμούνται όρθια στην κυριολεξία από την κούραση, ενώ σε αυτές τις ηλικίες έρχεται και η πρώτη γνωριμία με τις ψυχοδραστικές ουσίες και το ντιβάνι του επαγγελματία ψυχικής υγείας.

    Υπάρχει μια ειρωνεία στο να αναστενάζουμε διαβάζοντας την κατάταξη των ελληνοπαίδων στο πρόγραμμα PISA κουνώντας το κεφάλι αποδοκιμαστικά, αφού όλοι συμμετέχουμε οικειοθελώς σε αυτό το γαϊτανάκι κατάντιας του εκπαιδευτικού συστήματος, από το νηπιαγωγείο μέχρι το Λύκειο και από τις λίστες υλικών που τρέχουν αλαφιασμένοι οι γονείς να αγοράσουν μέχρι τις συζητήσεις για τις ντίβες των ιδιαίτερων μαθημάτων που πρέπει να αγωνιστείς για να «κλείσεις» εγκαίρως, οι οποίοι αμείβονται χαριστικά με τριάντα ευρώ την ώρα για να στείλουν το μονάκριβό μας παιδί στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.  Κοντολογίς, δεν επιθυμούμε Programmes for International Student Assessments, όσο υπάρχει η υποψία ότι για να σκοράρουμε σε ψηλές θέσεις θα πρέπει να αλλάξουμε, να αξιολογηθούμε μεταξύ μας, να κάνουμε αυτοκριτική, να ξεπεράσουμε το στερεότυπο ότι ο μαθητής που αξίζει είναι ο μαθητής που περνάει σε ελληνικό πανεπιστήμιο και όχι αυτός του οποίου οι γονείς θα πρέπει να πληρώσουν δίδακτρα σε κάποιο ιδιωτικό ίδρυμα εκπαίδευσης. Κι ακόμα, δεν το επιθυμούμε επειδή ούτε οι ίδιοι δεν έχουμε κριτική σκέψη και αναλυτική διάθεση, είμαστε σε μεγάλο ποσοστό οικονομικά αναλφάβητοι, δεν μπορούμε να συναινέσουμε σε βασικά ζητήματα που αφορούν στις εκπαιδευτικές διαδικασίες και η φιλοδοξίες μας φτάνουν μέχρι τον κήπο του γείτονα που είναι πάντα πιο πράσινος από τον δικό μας.  Από όλη αυτή την ιστορία, ίσως το μόνο θλιβερό είναι που εστιάζουμε στα παιδιά που δεν φταίνε σε τίποτα και όχι στους πραγματικούς φταίχτες για τον πάτο που έχει πιάσει, δηλαδή στους εαυτούς μας.

    * Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Liberal στις 9 Δεκεμβρίου 2019

  • Ένα πλάνο για τα ασυνόδευτα προσφυγόπουλα

    Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη*

    Δέσποινα Λιμνιωτάκη

    Για τις ανάγκες αυτής της συζήτησης, ας συμφωνήσουμε καταρχάς ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις, κι ακόμα, ότι δεν υπάρχουν γνωστές ή δοκιμασμένες λύσεις για το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα, που ξεδιπλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, πανευρωπαϊκά με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Υπάρχουν γενικές οδηγίες, πολιτικές γραμμές και νομικό πλαίσιο για την διαχείρισή του αλλά αυτό που απουσιάζει τουλάχιστον στη χώρα μας, είναι η χάραξη ενός σχεδίου που θα αντιμετωπίζει ολόπλευρα ένα ζήτημα εν εξελίξει και θα απαντά στις ανάγκες του πληθυσμού που δεχόμαστε και φιλοξενούμε, με τρόπο που να αποδεικνύει ότι έχουμε τον έλεγχο της κατάστασης.

    Όταν, λοιπόν, κάνουμε λόγο για ανήλικα παιδιά, η ανάγκη της γρήγορης και έγκυρης παρέμβασης γίνεται επιτακτικότερη. Γι’ αυτό το λόγο, καμία συζήτηση που δεν εστιάζει στο πολιτικό περιεχόμενο αλλά στοχεύει στην αισθητικοποίηση του θέματος, δεν θα έπρεπε να μας απασχολεί. Ούτε εμάς, ούτε βεβαίως τον πρωθυπουργό που κάνει τηλεοπτικές ανακοινώσεις προσώπων αλλά ουδέποτε οργανώνει μια συζήτηση για να εκπαιδεύσει τον τηλεθεατή να σκέφτεται την ουσία και όχι τον φορέα υλοποίησης ενός προγράμματος: ουδόλως μας ενδιαφέρει πώς ονομάζεται ένα project ή ποιοι θα το τρέξουν, θέλουμε να μάθουμε τα συγκεκριμένα βήματα για το πώς η κυβέρνηση σκέφτεται να το προσεγγίσει.

    Μελετώντας το θέμα με τα ασυνόδευτα προσφυγόπουλα επιβεβαιώνω ότι αυτό είναι πολυπλοκότερο από όσες λειψές προσπάθειες έχουμε κάνει μέχρι σήμερα, αφού τα παιδιά χρειάζονται περιβάλλοντα αγάπης, ασφάλειας και αποδοχής, έχουν κοινωνικοσυναισθηματικές ανάγκες περισσότερες από αυτό που έχουμε δημιουργήσει μέσα στις ανθρώπινες κοινότητές μας και η εμπειρία τους πρέπει να έχει θετικό πρόσημο, τη στιγμή που ούτε κατά διάνοια γνωρίζουμε τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στις δομές φιλοξενίας αλλά υποψιαζόμαστε τα χειρότερα. Οι δήμοι και οι περιφέρειες της χώρας καλούνται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο ενώ στελεχώνονται από ανεκπαίδευτο προσωπικό με διάθεση εκτελεστικής μόνο εξουσίας (δηλαδή περιμένουν οδηγίες, δεν κάνουν μια προεργασία για τη συνδιαμόρφωση του τοπίου, πράγμα που θα απαιτούσε την αγαστή συνεργασία κοινωνικών και επιστημονικών φορέων, εκπαιδευτικού προσωπικού και επαγγελματιών ψυχικής υγείας). Το θέμα δεν είναι τόσο απλό, όσο το «να βρεις που θα μείνουν» τα παιδιά. Είναι καιρός να περάσουμε και σε ένα επόμενο στάδιο, αυτό των προσπαθειών ενσωμάτωσής τους στις τοπικές κοινωνίες.

    Εδώ και χρόνια το Συμβούλιο της Ευρώπης και άλλοι ευρωπαϊκοί και διεθνείς οργανισμοί έχουν δώσει κατευθυντήριες γραμμές για το πώς οι απλοί πολίτες και οι κυβερνήσεις μπορούν να επιτύχουν το παραπάνω, μέσα από σκληρή δουλειά που εμπεριέχει (επαν)εκπαίδευση προσωπικού, καταγραφή των διαθέσιμων πόρων και υλικών σε κάθε κοινότητα, επαγγελματική εξειδίκευση και δημιουργία κέντρων βοήθειας (διαμεσολάβηση, ανάθεση παιδιών σε προσωπικό που γνωρίζει το πώς να τα φροντίσει, παρουσία περισσότερων μεταφραστών, αναβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών κ.λ.π).

    Σαφώς έχουν γίνει οργανωμένες προσπάθειες (βλέπε το παράδειγμα της Κρήτης) αλλά καθώς οι αριθμοί αυξάνονται ή οι ανάγκες πληθαίνουν, απαιτείται αυτοματοποίηση διαδικασιών – να γίνουν η πρόληψη και η πρόνοια δεύτερη φύση μας.

    Φοβάμαι ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να μπει μέσα στην κουλτούρα λειτουργίας και δράσης μας σύντομα, αφενός επειδή το ακροατήριο αφήνεται στο να βουλιάξει μέσα σε ένα ωκεανό παραπληροφόρησης και δεισιδαιμονιών, αφετέρου επειδή τα κεντρικά μηνύματα που φτάνουν στα αυτιά μας περιγράφουν μια top-down κατάσταση, μια «λύση» που θα εφαρμοστεί από πάνω προς τα κάτω. Μια τέτοια προσέγγιση δεν είναι μόνο λάθος αλλά και ψέμα: η διαχείριση του προσφυγικού-μεταναστευτικού είναι υπόθεση όλων μας. Η πρώτη προτεραιότητα είναι να μάθουμε λοιπόν όλοι το σχέδιο, να μιλήσουμε ανοιχτά γι αυτό, να υπάρξουν πολλοί μικρότεροι «συντονιστές» του. Ας περπατήσουμε το επόμενο βήμα μαζί, αρκετά με τις παραπολιτικές ανακοινώσεις που μας κρατάνε καρφωμένους σε μια ατέλειωτη αφετηρία.

    * Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Liberal στις 02 Δεκεμβρίου 2019

  • Η σωστή συζήτηση για τα νοσοκομεία

    Του Μάνου Πιτροπάκη*

    Μάνος Πιτροπάκης

    Tην εβδομάδα που πέρασε, η επικαιρότητα κυριαρχήθηκε από την ανακοίνωση των ονομάτων των νέων διοικητών των δημοσίων νοσοκομείων ανά την επικράτεια από το Υπουργείο Υγείας. Ο λόγος που συνέβη αυτό είναι ότι τα βιογραφικά αρκετών εξ αυτών ήταν περισσότερο πρέποντα για θέσεις πολιτευτών της Νέας Δημοκρατίας και λιγότερο για τις θέσεις, οι οποίες τους ανατέθηκαν. Αιχμή του δόρατος ήταν η τοποθέτηση του συνταξιούχου εκπαιδευτικού, κ. Κ. Πατέρα, στη θέση διοικητή του Νοσοκομείου Καρδίτσας. Μια θέση, για την οποία οι κωμικοτραγικοί κατά την ταπεινή μου άποψη, Ανεξάρτητοι Έλληνες, είχαν θεωρήσει ότι δεν είχε τα απαραίτητα προσόντα, όπως ανέφεραν σε επίσημη δήλωσή τους τον Ιούνιο του 2016 σχετικά με την αποχώρησή του από το κόμμα τους!

    Για την ιστορία, ο κ. Πατέρας παραιτήθηκε την επόμενη ημέρα. Έμειναν, όμως, στη θέση τους αρκετοί ακόμα, οι οποίοι βάσει των βιογραφικών τους, θα όφειλαν να πράξουν το ίδιο. Βέβαια, όπως δηλώνει το Υπουργείο Υγείας, όλοι οι νέοι διοικητές θα κληθούν να υπογράψουν συμβόλαιο αποδοτικότητας και, βάσει μετρήσιμων δεικτών, θα αξιολογούνται κάθε 3 μήνες και σε περίπτωση που κριθούν ανεπαρκείς, θα απολύονται χωρίς αποζημίωση. Αναμφίβολα, το συμβόλαιο αποδοτικότητας βρίσκεται στη σωστή κατεύθυνση. Θα απέδιδε, αν συνδυαζόταν με μια ανοιχτή διαδικασία επιλογής, σε αντίθεση με την κλειστή που ακολουθήθηκε, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ποια ήταν τα βιογραφικά αυτών που δεν επελέγησαν. Μετά από όλα όσα δημοσιοποιήθηκαν, γνωρίζοντας πώς στελεχώνονται παρόμοιες διοικητικές θέσεις, γίνεται σαφές γιατί επιλέχθηκε η κλειστή, αντί της ανοιχτής. Αυτονόητη, βάσει όλων των παραπάνω, θα έπρεπε να ήταν η άμεση παραίτηση του αρμόδιου Υπουργού κ. Κικίλια, όμως μέχρι σήμερα, κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί. Φαίνεται ότι η αριστεία είναι πιο εύκολο να γίνει σύνθημα παρά πράξη…

    Όλα αυτά, όμως, δεν είναι η σωστή συζήτηση. Δηλαδή, μεταξύ άλλων, πολιτική (βλέπε κομματική) επιλογή επικεφαλής, μονιμότητα η οποία εμποδίζει την απόλυση των μη αποδοτικών εργαζομένων κάθε βαθμίδας, ελάχιστη ψηφιοποίηση και χρήση νέων τεχνολογιών, σταθερή χρηματοδότηση χωρίς σχεδόν καθόλου λογοδοσία, ώστε να γίνεται αποτελεσματικότερη αξιολόγηση της μονάδας.

    Ποια είναι η φιλελεύθερη πρόταση για αυτό; Η πλήρης οικονομική και διοικητική ανεξαρτησία των νοσοκομείων. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Τα έσοδα θα προέρχονται από πληρωμές για κάθε άτομο στο οποίο θα παράσχει υπηρεσίες, από τον ασφαλιστικό φορέα που το καλύπτει, είτε δημόσιο (π.χ. ΕΦΚΑ) είτε ιδιωτικό (π.χ. μία ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία) και όχι μέσω σταθερής ετήσιας κρατικής χρηματοδότησης. Με πρόβλεψη κάλυψης δαπανών από το κράτος για υπηρεσίες που παρέχονται σε ανασφάλιστους οικονομικά αδύναμους συμπολίτες μας, ώστε κανείς να μην αποκλείεται από την παροχή υπηρεσιών υγείας λόγω οικονομικών δυσκολιών. Αυτό σημαίνει ότι το κάθε δημόσιο νοσοκομείο, παρότι θα διατηρεί το δημόσιο χαρακτήρα του, θα λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, δηλαδή, με διοικητές επαγγελματίες υγείας που θα αναζητά από την αγορά και θα προσλαμβάνονται με συμβόλαιο ορισμένου χρόνου και με σαφώς ορισμένους και μετρήσιμους στόχους. Με εργαζόμενους, οι οποίοι ανάλογα με την απόδοσή τους θα ανταμείβονται και θα προάγονται ή θα αποχωρούν, αν κρίνονται ανεπαρκείς. Με οικονομικό κίνητρο να παρέχουν καλύτερες υπηρεσίες, αφού πλέον τα έσοδα του νοσοκομείου και συνεπώς οι αμοιβές όλων των εργαζομένων του θα είναι σε άμεση συνάρτηση με το πόσοι ασθενείς θα το επιλέγουν. Με το ίδιο οικονομικό κίνητρο για την καλύτερη δυνατή διαχείριση των πόρων του και το βέλτιστο σχεδιασμό των προμηθειών του, χρησιμοποιώντας στο έπακρο τη σύγχρονη τεχνολογία. Χωρίς την παροιμιώδη ελληνική γραφειοκρατία σε κάθε απλή και σύνθετη διαδικασία.

    Προφανώς, τέτοιες θεμελιώδεις αλλαγές δεν μπορούν να εφαρμοστούν από τη μία μέρα στην άλλη. Προϋποθέτουν σοβαρή διαβούλευση, προσεκτικό σχεδιασμό του σχετικού νομικού πλαισίου και πλήρη εξέταση των οικονομικών παραμέτρων. Παραδείγματα εφαρμογής παρόμοιων σχεδίων υπάρχουν αρκετά, τόσο σε χώρες εντός όσο κι εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τις οποίες μπορούν να αντληθούν ιδέες. Ο τρόπος λειτουργίας των δημόσιων νοσοκομείων, με διοικητές-”βύσματα” κι ελλείψεις σε βασικά είδη και προσωπικό λόγω της άθλιας οικονομικής κατάστασης του κράτους, δε μας αξίζει σαν χώρα και, το κυριότερο, βλάπτει σοβαρά την υγεία μας!

    *Ο Μάνος Πιτροπάκης είναι Μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Liberal στις 02 Δεκεμβρίου 2019

  • Στιβαρή σεξουαλική αγωγή στα σχολεία

    Του Γρηγόρη Βαλλιανάτου*

    Γρηγόρης Βαλλιανάτος

    Το στίγμα, για μας που από τις αρχές των ‘80s ασχολούμαστε και επιζούμε με τον ιό HIV, είναι το πρώτο και κύριο θέμα που μας απασχολεί.

    Γενιές ανθρώπων που ζουν τη ζωή τους με έναν ιό σε καταστολή, με φάρμακα που μοιράζονται στους οροθετικούς από το κράτος, ζουν με τον κυρίαρχο φόβο τού να μάθει κάποιος δικός τους ή η γειτονιά ή όλος ο κόσμος πως ζουν με τον ιό. Ακόμα και κούραση από την καθημερινή λήψη φαρμάκων καταγράφεται, αλλά το γεγονός πως δύο φορές το ανώτατο δικαστήριο, ο Άρειος Πάγος, δικαίωσε εργοδότη που απέλυσε εργαζόμενο με HIV για διατάραξη εργασιακής ειρήνης (sic), χτίζει έναν τοίχο φόβου και αβεβαιότητας στη ζωή μας, που δύσκολα αντιμετωπίζεται. Το νέο σκάνδαλο ΚΕΕΛΠΝΟ, ΕΟΔΥ πλέον, με τα αντιδραστήρια που για 4 χρόνια δεν υπήρχαν για να εξετάζεται το αίμα μας τακτικά, προκειμένου να ελέγχουμε τη δράση των φαρμάκων στον οργανισμό μας, για κάποιον ελεεινό λόγο, η τελευταία σφραγίδα της αποκάλυψης είναι ρατσισμός εκ μέρους πολλών γιατρών ως προς την αντιμετώπιση των οροθετικών στη χώρα τους.

    Μια στιβαρή σεξουαλική αγωγή στα σχολεία και μια γρήγορη εξοικείωση με τα χάπια πριν και μετά το σεξ θα δημιουργήσουν τις συνθήκες για να πάψουμε να μιλάμε για τον απέραντο αυτό τρόμο στη ζωή των ανθρώπων τα τελευταία 40 χρόνια. Στη μνήμη των ανθρώπων που εξαερώθηκαν επειδή έψαχναν την αγάπη, αλλά και την ελπίδα μας για τη ζωή.

    *Ο Γρηγόρης Βαλλιανάτος είναι Αντιπρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Φιλελεύθερος” στις 29 Νοεμβρίου 2019

  • Άλλη μια χαμένη ευκαιρία να μιλήσουμε για την βία κατά των γυναικών

    Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη *

    Δέσποινα Λιμνιωτάκη

    Η 25η Νοεμβρίου είναι η Παγκόσμια Ημέρα Εξάλειψης της Βίας κατά των Γυναικών αλλά κάθε χρόνο επαναλαμβάνουμε το ίδιο συμβολικό μοτίβο εκδηλώσεων «ενημέρωσης» του πληθυσμού για ένα θέμα που ούτε γνωρίζουμε, ούτε αφιερώνουμε χρόνο να κατανοήσουμε. Τις περισσότερες φορές οι εκδηλώσεις ξεκινούν και ξεδιπλώνονται ως εξής: διάφοροι άνθρωποι που ουδέποτε συζητούν ανοιχτά τους μηχανισμούς με τους οποίους αναπαράγεται η βία – μηχανισμοί που συχνά ενυπάρχουν στις ίδιες τις «λύσεις» που αυτοί προτείνουν – προσπαθούν να ευαισθητοποιήσουν ένα πληθυσμό που έχει αποδείξει ότι κλείνει τα μάτια στα δράματα της διπλανής πόρτας, που κουβαλάει έμφυλα στερεότυπα αλλά, κυρίως, που αδυνατεί να κατανοήσει ότι η βία έχει λανθασμένα περιοριστεί ως θέμα στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής ενώ είναι κοινωνικό φαινόμενο με εκπαιδευτικές, νομικές και, τελικά, πολιτικές παραμέτρους.

    Οι γυναίκες γίνονται στόχος πολλών μορφών βίας που ξεκινάει από το σπίτι και την έννοια της «ιδιοκτησίας»: υπάρχει ο βουβός πόνος των γυναικών θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας και οι αόρατες γυναίκες που φροντίζουν ηλικιωμένους και δέχονται την βία των «αφεντικών» τους. Η βία μεταφέρεται στο εργασιακό περιβάλλον και στην κοινωνία μέσω της επιβολής κρατικής εξουσίας ως μέσο ελέγχου ενώ κορυφώνεται ως τρομοκρατική ενέργεια κατά την διάρκεια εμπόλεμων συρράξεων για την καταστολή ολόκληρων περιοχών (για παράδειγμα, κατά την διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία, η Mirsad Tokaca, σκηνοθέτης που ακολούθησε τα ίχνη των βιασμών γυναικών από στρατιώτες, ανακάλυψε ότι η σεξουαλική βία είχε περισσότερα κρούσματα στα στρατηγικής σημασίας σημεία της Βοσνίας).

    Οι γυναίκες είναι «φτηνότερες από τις σφαίρες» όπως σημείωνε στο παρελθόν από το Κονγκό ο γιατρός Denis Mukwege, που βοηθάει γυναίκες θύματα πρωτοφανούς βιαιότητας να μπορέσουν ξανά να σταθούν στα πόδια τους, κυριολεκτικά και μεταφορικά). Η γυναίκα γίνεται αντικείμενο οικονομικών συνδιαλλαγών – όχι μόνο σε τοπικό επίπεδο (πωλούνται ως σκλάβες) αλλά και σε διεθνές (καταναγκαστική πορνεία, trafficking). Η σεξουαλική εκμετάλλευση είναι μια από τις πιο προσοδοφόρες επιχειρήσεις στον πλανήτη. Σύμφωνα με μαρτυρίες των σωματείων που εργάζονται για να βοηθήσουν τα θύματα τέτοιων εγκλημάτων, συχνά η επίσημη πολιτεία χρησιμοποιεί τις ιστορίες των γυναικών για συναισθηματικό εντυπωσιασμό κατά τη διάρκεια μιας προεκλογικής εκστρατείας, ενώ, από την άλλη, εμπορεύεται τη σάρκα τους μέσα από κύκλους εμπορίας ανθρώπων που έχουν παρακλάδια που φτάνουν μέχρι τα ανώτατα κυβερνητικά κλιμάκια (πηγή: Lydia Cacho’s Slavery Inc.). Ο αριθμός των νεαρών γυναικών και κοριτσιών που εξαναγκάζονται σε γάμο, κλειτοριδεκτομή ή που καίγονται, βιάζονται και στραγγαλίζονται από τους συντρόφους και τους πατεράδες τους, ξεπερνάει τα 650 εκατομμύρια παγκοσμίως (πηγή: UNWomen).

    Όμως από πού ξεκινάει κανείς να ξετυλίγει το κουβάρι της βίας; Από τις ανθρώπινες κοινότητες, από τον τρόπο που μιλάμε μεταξύ μας, από τη θεματολογία που επιλέγουμε στον δημόσιο διάλογο, από την ειλικρίνεια, την τόλμη και το ρίσκο του να θίξουμε τα θέματα που πονάνε περισσότερο. Δεν είναι τα φυλλάδια, δεν είναι τα φωτισμένα κτίρια, ούτε τα hashtag των κοινωνικών δικτύων που θα ευαισθητοποιήσουν ενάντια στη βία.

    Είναι η συζήτηση για τη λανθασμένη έμφαση που δίνουμε στην προτροπή των γυναικών-θυμάτων να «μιλήσουν» γι’αυτά που τους συμβαίνουν και μετά να ξαναμιλήσουν και να μπουν σε κύκλους περιγραφής και εξοντωτικών λεπτομερειών για την εμπειρία τους μπροστά από όργανα εξουσίας, μια διαδικασία από την οποία καθόλου δεν έχουμε μετακινηθεί επί χρόνια, μια διαδικασία που επιμένει να τραυματίζει από την αρχή, που φέρει το στοιχείο της ντροπής και της υποταγής ξανά αλλά για την οποία επιμένουμε ότι λειτουργεί και φέρνει αποτελέσματα.

    Είναι η ελλιπής εκπαίδευση των φορέων που ασχολούνται με τη βία.

    Είναι η «ανωτερότητα» των γυναικών από προνομιούχα περιβάλλοντα που διοργανώνουν εκδηλώσεις για τη βία χωρίς να έχουν ούτε μια φορά βάλει τον εαυτό τους στη θέση της άλλης.

    Είναι τα συνθήματα τέτοια εποχή κάθε χρόνο που ζητούν να σταματήσει η βία αλλά η ταυτόχρονη αντίληψη που επικρατεί ότι η βία κατά των γυναικών είναι ζήτημα «χαμηλής πολιτικής βαρύτητας», σαν να μην συνδέεται με την οικονομία, με την έλλειψη εργασιακών ευκαιριών, με την παιδεία και την εκπαίδευση του λαού μας – πόσο χαμηλή πολιτική είναι τα παραπάνω;

    Είναι η ειρωνεία της στιγμής κατά την οποία μια γυναίκα θα βρει το κουράγιο να καταγγείλει τη βία του συντρόφου της έχοντας περάσει χρόνια ταλαιπωρίας μέσα σε γειτονιές ανθρώπων που δεν έβλεπαν τίποτα (πάλι δηλαδή αυτή πρέπει να πάρει το ρίσκο) και που δεν έχουν πειστεί ακριβώς για το ότι πρέπει να καταγγέλλεις ή να ανέχεσαι (κι αν δεν μιλούσες χρόνια τι σε κάνει τώρα ξαφνικά να τα ομολογείς;)

    Είναι που μιλάμε για τον βιασμό αλλά ποτέ για την σεξουαλική συμπεριφορά σε σημείο που, όταν σημειωθεί βιασμός, να τον μπερδεύουμε με τη συζήτηση για τις γυναίκες και τις υποτιθέμενες #metoo εμμονές τους.

    Άλλη μια ημέρα λοιπόν που θα φορέσουμε μπλουζάκια και χαμόγελα στο διαδίκτυο και μετά θα ξαναγυρίσουμε στην νωχελικότητα του δεν σε είδα-δεν σε ξέρω, αφού το έγκλημα κατά των γυναικών είναι ριζωμένο στον τρόπο που δεν καταλαβαίνουμε την συνυπευθυνότητα σε αυτή τη χώρα αλλά ενθαρρύνουμε τους ήδη πεσμένους στο χώμα, τους αδύναμους και τους ταπεινωμένους, «να μιλήσουν» ανοιχτά, να ξεχωρίσουν αυτά που δεν έχουμε οριοθετήσει αυστηρά, να αναγνωρίσουν το πρόσωπο του θύτη, δηλαδή να κάνουν αυτοί βήματα προόδου ενόσω οι υπόλοιποι κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας.

    * Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Liberal στις 24 Νοεμβρίου 2019