• Είμαστε όλοι διακινητές ψευδών ειδήσεων

    Υπάρχει μια επιδημία που εξελίσσεται παράλληλα με τον κορονοϊό: ένα infodemic παραπληροφόρησης και διασποράς παραπλανητικών ειδήσεων με τρόπο που βρίσκεται κάτω από το όριο ανίχνευσης από αλγόριθμους, ενώ κάνει όλους μας δυνητικούς διακινητές τέτοιου υλικού.  Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα ασχολούμαστε με τα fake news με σημαντικά αποτελέσματα ανάδειξης ψεύτικων ειδήσεων αλλά επειδή ο κόσμος και η τεχνολογία τρέχουν προς το ζοφερό μέλλον με ρυθμούς που δεν μπορεί κάποιος να ανταγωνιστεί εύκολα, έχουμε φτάσει στην επόμενη ημέρα των ειδήσεων που αν χαρακτηρίσουμε απλά ως «fake», έχουμε χάσει την ουσία του προβλήματος όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα.  Ψάχνουμε για κείμενα, όταν η παραπληροφόρηση έχει πάρει άλλες μορφές, αυτή των memes, της στρατευμένης γελοιογραφίας και των γρήγορων κλιπ από το TikTok που περνάνε μηνύματα με ανώδυνο για τους συνωμοσιολόγους τρόπο.  Και ψάχνουμε για κείμενα ελεύθερα στο διαδίκτυο, όταν ο νούμερο ένα σκοτεινός θάλαμος του επόμενου εφιάλτη απαντάται στο messenger και στα κρυπτογραφημένα (ή μήπως όχι) μηνύματα του What’s Up.

    Στο ξεκίνημα της πανδημίας του COVID19, μια σειρά από φωνητικά μηνύματα στην Γερμανία που έδιναν λανθασμένες πληροφορίες για το σοβαρό αυτό θέμα δημόσιας υγείας, έφτασαν σε τέτοιο επίπεδο κοινοποίησης και ευρείας «αποδοχής» από το κοινό, που η ίδια η κυβέρνηση χρειάστηκε να λάβει μέτρα για την καταπολέμησή τους.  Ομοίως, στην Βραζιλία του Μπολσονάρο, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες του What’s Up για να διαδώσει παραπλανητικές ειδήσεις, να καταστήσει αναξιόπιστη την αντιπολίτευση και να τη φιμώσει.  Στις χώρες που η δημοκρατία πλήττεται σοβαρά και η ελευθερία του λόγου οδηγεί σε εξόντωση αντιπάλων, οι κυβερνήσεις έχουν αναγάγει τη διαχείριση των κοινωνικών δικτύων προς όφελος της προπαγάνδας τους, σε τέχνη.  Το φαινόμενο όμως δεν είναι και τόσο πρόσφατο.  Οι εκλογές του 2016 στις Ηνωμένες Πολιτείες αφέθηκαν στα χέρια μιας ομάδας Ρώσων τρολ, η οποία – από το 2015 έως το 2017 – χρησιμοποίησε  10.4 εκκατομύρια tweet, 1,100 YouTube βίντεο, 116,000 αναρτήσεις Instagram και 61,500 πρωτότυπες Facebook αναρτήσεις για να διχάσει το κοινό της Αμερικής και να σπρώξει την υποψηφιότητα Trump.  Το Νοέμβριο του 2019, μια άλλη έρευνα αποκάλυψε ότι ακριβώς η ίδια διαδικασία είχε λάβει χώρα στην Πολωνία.

    Αν νομίζετε ότι τα παραπάνω post είχαν όλα τη μορφή κειμένων και μάλιστα σοβαρών και βαρύγδουπων, κάνετε λάθος από άγνοια: τα περισσότερα μηνύματα αποτελούσαν εύπεπτο, σχεδόν χιουμοριστικό υλικό.  Άλλες πάλι φορές επρόκειτο για τρυφερές εικόνες (τι σχέση έχουν τα ποσταρίσματα γατιών με τα fake news?  Απάντηση: η ευρεία αποδοχή και το like farming που προκύπτει από τα ποσταρίσματα με γατάκια και σκυλάκια, κάνει τους αποδέκτες τέτοιων αναρτήσεων πιο επιρρεπείς στην κατοπινή επιδοκιμασία και διακίνηση ψευδών ειδήσεων) και άλλοτε για σέξι γελοιογραφίες (ωραίες, χαζές γυναίκες που δεν καταλαβαίνουν από μέτρα προστασίας, χαχα, κάτσε να τα στείλω στους φίλους μου, στην ομάδα που έχουμε φτιάξει μεταξύ μας για να γελάμε.  Ουπς!  Μόλις έγινα διακινητής επικίνδυνου υλικού και ο ίδιος).

    Αυτό που δυσκολεύεται να καταλάβει ο απλός «κυνηγός» των ψευδών ειδήσεων, είναι το ότι οι διακινητές έχουν ραφινάρει τους τρόπους δράσης τους και έχουν συμπεριλάβει την ψυχολογία στην κατάρτιση στρατηγικών πλάνων επηρεασμού της εκλογικής συμπεριφοράς.  Το υλικό τους βρίσκεται εκεί αρχικά για να σε χαλαρώσει, να σε κάνει να αισθανθείς μια περίεργη οικειότητα, να σε κάνει να γελάσεις και να διακωμωδήσεις.  Και πάνω σε αυτή τη διακωμώδηση, στήνονται πολιτικές καριέρες.  Είναι πλέον κοινή παραδοχή σε όσους ασχολούμαστε με το θέμα, ότι ένας τεράστιος όγκος πληροφοριών διακινείται μέσω οπτικού υλικού (memes, γελοιογραφίες) που καταπίνεται αμάσητο επειδή δεν προϋποθέτει τη γνώση κάποιας γλώσσας ενώ ο εγκέφαλος επεξεργάζεται την πληροφορία με διαφορετικό τρόπο από ότι συμβαίνει όταν μεσολαβεί λεξιλόγιο.

    Όμως, αν και μεγάλο, δεν είναι μόνο αυτό το πρόβλημα.  Αν βάλεις στο παιχνίδι το γεγονός ότι κάποιοι ηγέτες χαρακτηρίζουν ως fake news οποιονδήποτε ισχυρισμό εναντίον τους (βλέπε Trump), τότε θα καταλάβεις πόσο δύσκολη είναι η πάταξη του φαινομένου που μόλις τώρα έχει αρχίσει να γίνεται αντιληπτό.  Αν λάβεις υπόψη σου το γεγονός ότι ο τύπος όλο και περισσότερο επιχορηγείται για να προβάλλει τα συμφέροντα μιας συγκεκριμένης κοινωνικοπολιτικής ομάδας, νομίζω ότι καταλαβαίνεις πόσο συνδυαστικά λειτουργούν κάποια πράγματα.  Αλλά το χειρότερο, είναι το παρακάτω: κάθε φορά που κοινοποιείς την κατάρριψη των ψευδών ειδήσεων, στην πραγματικότητα συμβάλλεις στην διαιώνιση της δυσπιστίας απέναντι στο περιεχόμενο του διαδικτύου, δηλαδή δημιουργείς περισσότερους καχύποπτους οι οποίοι αύριο-μεθαύριο θα είναι καχύποπτοι απέναντι σε οτιδήποτε διαβάσουν, ακούσουν ή μοιραστούν στον κυβερνοχώρο, ακόμα κι αν αυτό είναι επιστημονικά σωστό ή ορθολογικά ακριβές.

    Και τώρα θα με ρωτήσεις «τι να κάνω, να αφήσω να πλημμυρίσει το facebook με ψέμματα»;  Καταρχάς δεν είναι η δουλειά του μέσου χρήστη να κάνει τον ghostbuster.  Υπάρχουν ομάδες ελέγχου που κι αυτές χρειάζονται έλεγχο από ανεξάρτητη αρχή (σε μη ανεπτυγμένες χώρες αυτός που ποστάρει και αυτός που ελέγχει προέρχονται από το ίδιο pool συμφερόντων).

    Αλλά θα απαντήσω λεπτομερώς σε αυτό το ερώτημα, σε επόμενο επεισόδιο.  Σε αυτή τη φάση, ας θυμόμαστε ότι ένα meme δεν είναι ποτέ απλά ένα meme.

     

  • Ένας υπολογιστής δεν φέρνει την Άνοιξη (στην τηλεκπαίδευση)*

    Η χειρότερη τραγωδία για ένα ποιητή είναι να τον θαυμάζουν έχοντας παρεξηγήσει το έργο του υποτίθεται ότι έγραφε ο Ζαν Κοκτώ και μου αρέσει να σκέφτομαι ότι αυτό το απόφθεγμα μπορεί να βρει εφαρμογή σε πάρα πολλές περιπτώσεις του καθημερινού βίου των τελευταίων ετών, κατά τις οποίες εξυμνούμε ή αφορίζουμε αλλαγές και διαδικασίες με αποκλειστικό γνώμονα τον τρόπο που τα επεξεργάζεται ο εγκέφαλός μας, ίσως και η κοινωνική ομάδα μέσα στην οποία έτυχε να γεννηθούμε.  Ένα από αυτά τα «καινούρια μου καλάθια» είναι η τηλεκπαίδευση ή μάλλον αυτό που φαντάζεται κανείς ότι είναι «τηλεκπαίδευση», την οποία αναγκαστήκαμε όπως όπως να σφιχταγκαλιάσουμε – δεν γινόταν διαφορετικά – την περίοδο της καραντίνας ενώ ούτε κατά διάνοια υπήρξαμε προετοιμασμένοι γι’ αυτή.  Αυτό όμως δεν είναι ένα άρθρο για τις δυσκολίες στην επικοινωνία που συναντήσαμε κατά τους προηγούμενους μήνες αλλά για το θράσος κάποιων να πιστεύουν ότι η τηλεκπαίδευση καθαυτή είναι ένας υπολογιστής και μια γρήγορη ταχύτητα internet – αυτά αρκούν.  Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό το πιστεύουν, που από την Άνοιξη και πέρα όλα αφέθηκαν στο έλεός τους ενώ δεν έγινε καμία προσπάθεια να μελετήσουμε το πώς θα μπορούσαμε πραγματικά να μεταβούμε ομαλά από τα δια ζώσης μαθήματα σε ένα μοντέλο εξ αποστάσεως διδασκαλίας και μάθησης, με σοβαρότητα και παιδαγωγική ευθύνη.  Δεν έγινε δηλαδή καμία προσπάθεια να εκπαιδευτούμε στην τηλεκπαίδευση, ένα πεδίο που έχει το δικό του curriculum, τους δικούς του κανόνες, πρωτόκολλο και συνθήκες λειτουργίας.

    Αλλά το ανέκδοτο δεν σταματάει εδώ.  Ήδη ο όρος «τηλεκπαίδευση» έχει μπει στο καθημερινό μας λεξιλόγιο με τον χειρότερο τρόπο: προετοιμαζόμαστε για κάτι που δεν έχουμε γνωρίσει, που έχουμε υποτιμήσει σε δυσκολία, που δεν έχουμε ερευνήσει ποιοτικά (ένα από τα μεγαλύτερα σοκ που έπαθα όταν χρειάστηκε να φτάσουμε διαδικτυακά στους μαθητές μας ήταν η διάλυση της ψευδαίσθησης ότι «οι νέοι παίζουν την τεχνολογία στα δάκτυλά τους».  Τελικά οι νέοι μπορεί να παίζουν το τικ τοκ και τις πλατφόρμες γνωριμιών στα δάκτυλά τους αλλά, πιστέψτε με, χρειάζονται μάνιουαλ για τις διαδικτυακές εκπαιδευτικές πύλες, για να φτιάξουν λογαριασμό στο Skype ή το zoom και πολύ περισσότερο για να προσαρμοστούν στους κανόνες διαδικτυακής συμπεριφοράς, δηλαδή στο πότε ανοιγοκλείνω το προφίλ μου, πότε βάζω σιγή στο μικρόφωνο διατηρώντας κατά προτίμηση την κάμερα ανοιχτή στο μάθημα: τα ευτράπελα εκείνης της περιόδου γράφουν τόμους βιβλίων).  Σαν να μην έφτανε αυτό, η ευθύνη για την διδασκαλία των παραπάνω έπεσε στους δασκάλους και καθηγητές όλων των βαθμίδων, οι οποίοι είχαν να αντιμετωπίσουν ακριβώς τις ίδιες αγκυλώσεις που είχαν και οι μαθητές τους κι επιπλέον ένα ανελέητο κατηγορώ.  Στην «τηλεκπαίδευση» που ζήσαμε, ο τυφλός οδηγούσε τον αόμματο.  Παρά τα παραπάνω όμως, ο κόσμος και δη ο πολιτικός συνεχίζει να περνάει την εντύπωση ότι ο υπολογιστής από μόνος του ισούται με εκπαίδευση.

    Ένα από τα θέματα που γεννούν προβληματισμό είναι το γεγονός ότι παρά την ανάπτυξη των εργαλείων των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και Επικοινωνίας, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί και ερευνητές εκπαιδευτικού υλικού – ή τέλος πάντων αυτοί που κάνουν κουμάντο και σπρώχνουν τηλεκαταρτίσεις, βλέπε σκρόιλ ελικίκου –  στην Ελλάδα, προέρχονται από παραδοσιακά περιβάλλοντα και κουβαλούν τεχνικές και μεθόδους οι οποίες δεν συνάδουν με την ταχύτητα και τον τρόπο με τον οποίο μεταδίδεται η πληροφορία στην άλλη άκρη μιας οθόνης υπολογιστή.  Δεν αρκεί μόνο να υπάρχουν αυτά τα εργαλεία, η διαχείριση και ο έλεγχός τους αποτελούν θέματα υψίστης σημασίας όταν μιλάμε για εκπαίδευση, ενώ η ποιότητα, η σωστή χρήση τους και η προσαρμογή τους στις απαιτήσεις του σήμερα, χρειάζονται τον συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων μερών.  Το ερώτημα είναι το κατά πόσο τα παραπάνω εργαλεία  και άλλα τόσα που θα έχουμε στο μέλλον στα χέρια μας, είναι ικανά να διευκολύνουν επί της ουσίας την εκπαιδευτική διαδικασία ή αν απλώς πρόκειται για μέσα προβολής υλικού ή παρουσιάσεων από κάποιες ομάδες ανθρώπων.  Για πολλούς θεωρητικούς της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, η ουσία δεν είναι η απλή αναπαραγωγή του τι γίνεται μέσα σε κάποια ακαδημαϊκή αίθουσα ή η στείρα παρουσίαση ενός μαθήματος σε κάποιον μαθητή/φοιτητή ο οποίος βρίσκεται σε διαφορετικό χώρο από αυτόν που πραγματοποιείται η διάλεξη.  Αυτό που αναζητείται στη χρήση των εργαλείων είναι η δημιουργία μιας ολοκαίνουριας ολιστικής εμπειρίας για τους εκπαιδευόμενους οι οποίοι θα μπορέσουν να παρέμβουν δημιουργικά στο υλικό που τους δίνεται, θα μπορούν να αλληλεπιδρούν, να καλλιεργούν νέες δεξιότητες, να εκμεταλλεύονται τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που τους δίνονται στο μέγιστο δυνατό βαθμό, να αναπτύσσουν κριτική σκέψη και να γίνονται μέλη μιας ευρύτερης κοινότητας ομοϊδεατών.

    Από την άλλη μεριά, τα πλεονεκτήματα της τηλεκπαίδευσης αποδεικνύονται ταυτόχρονα και τα αδύνατά της σημεία: η αλληλεπίδραση, η ανάπτυξη της επικοινωνίας και η ομαδικότητα που εν δυνάμει καλλιεργεί, ανατρέπονται από τον ασύγχρονο χαρακτήρα της.  Η αποστολή μηνυμάτων σε ανύποπτο χρόνο από τους μαθητές και οι απαντήσεις-επεξηγήσεις στα μηνύματα από τους διδάσκοντες, μπορεί να οδηγήσουν σε ανισότητες στη συμμετοχή, σε δυσκολία στο συντονισμό της συζήτησης ή ακόμα και σε μια ανεξέλεγκτη φλυαρία που αποπροσανατολίζει το μαθητή από το εκπαιδευτικό του αντικείμενο.  Πολλοί καθηγητές κατά την διάρκεια της καραντίνας παραδέχτηκαν ότι οι διαφορές στην συμμετοχή κάποιων μαθητών είχαν να κάνουν με το πόσο «έσπρωχνε» από πίσω ο γονιός, δηλαδή με το πόσο συμμετείχε και αυτός σε κάτι που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να ενθαρρύνει την αυτενέργεια!

    Χρειάζεται χρόνος και προσπάθεια για να γυρίσουμε από τις παραδοσιακές, καλύτερα ελεγχόμενες μεθόδους διδασκαλίας – τις βασισμένες στο βιβλίο και την φυσική παρουσία – σε ένα χαμηλού κόστους βασισμένο εξ ολοκλήρου στο διαδίκτυο σύστημα, που να καλύπτει το μεγάλο αριθμό μαθητών που εξυπηρετούν αυτή τη στιγμή τα σχολικά και ακαδημαϊκά ιδρύματα, χωρίς να σχεδιάσουμε από την αρχή και να επαναπροσδιορίσουμε τις αρχές και τις μεθόδους που ορίζουν την εκπαίδευση και την επαγγελματική συμπεριφορά των λειτουργών της.  Είναι απαραίτητο για εκπαιδευτικούς και εκπαιδευόμενους, σχεδιαστές προγραμμάτων και συντονιστές, να εκπαιδευτούν από την αρχή πάνω σε μια φιλοσοφία που δεν θα στερείται τα οφέλη της σύγχρονης τεχνολογίας αλλά θα μπορεί να εκμεταλλευτεί δημιουργικά στο μέγιστο βαθμό τις ευκαιρίες που προσφέρει για γνώση και προσωπική ανάπτυξη.  Αλλά πριν γίνει αυτό, είναι απαραίτητο να ανοίξουμε εκείνη τη συζήτηση που όλοι αποφεύγουν να κάνουν.

    *Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

  • Οι μνηστήρες του Κέντρου*

    Καμιά κοινωνική ομάδα δεν είναι περισσότερο περιζήτητη στις τάξεις των στρατολόγων των κομμάτων από αυτή που προσδιορίζεται ως Κέντρο.  Το Κέντρο ανέκαθεν ασκούσε γοητεία σε ηγέτες και ψηφοφόρους, είναι το κομμάτι του παζλ που αποκαλύπτει όλη την ομορφιά ενός πολιτικού εγχειρήματος, το βασικό συστατικό μιας επιτυχημένης εκστρατείας.  Το να πάρεις το Κέντρο με το μέρος σου είναι πρακτικά η ένδειξη ότι έχεις βελτιωθεί στην επικοινωνία του πώς να κερδίζεις εκλογικές μάχες.  Τα μηνύματα που απευθύνονται σε κεντρώους ψηφοφόρους αποτελούν σπουδή στο πώς μια σειρά από θέσεις μπορούν να μεταφραστούν σε ένα ενιαίο, κατανοητό σύνολο – το τέλος της καταστροφικής επεξήγησης του τι θέλει να πει ο αρχηγός (ακολουθώ τον κανόνα που λέει ότι «αν πρέπει να το εξηγήσεις, είναι λάθος δοσμένο»).  Κατά περιόδους, τα κόμματα εξουσίας υπερήφανα ισχυρίζονται ότι έχουν το Κέντρο με το μέρος τους, άρα η αναζήτηση της καλύτερης δυνατής εκπροσώπησης οφείλει να τελειώσει εδώ και είναι αλήθεια ότι ενίοτε το Κέντρο μετακινείται για να χωρέσει.  Το γεγονός όμως ότι σε καιρούς νηνεμίας κερδίζει διαρκώς εξωσυστημικούς υποστηρικτές ενώ αναδεικνύει ανθρώπους που επιθυμούν να το διεκδικήσουν μακριά από τους μηχανισμούς της κεντρικής εξουσίας, δείχνει το πόσο η κρίσιμη μάζα που απεχθάνεται τις φωνασκίες και τις μεγάλες υποσχέσεις που φτάνουν μέχρι την κάλπη (μετά την απομάκρυνση από το ταμείο-κάλπη, ουδεμία υπόσχεση δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια) ζει, βασιλεύει και αξίζει μια αυτόνομη υποψηφιότητα.

    Αυτό σημαίνει βέβαια ότι η οποιαδήποτε προσπάθεια αποτελεί στοίχημα αναδιοργάνωσης και μελέτης της εκλογικής συμπεριφοράς, που χρειάζεται να απαντήσει στα εξής ερωτήματα:  α) ένας κεντρώος πολιτικός φορέας είναι θέμα ένωσης δυνάμεων ή εκ νέου ίδρυσης από το μηδέν, β) ευνοεί το σημερινό πολιτικό σκηνικό την κινηματική πολιτική ή με την Νέα Δημοκρατία επιστρέψαμε στα κόμματα μαζικής συμμετοχής και γ) συμμετέχουν σήμερα οι άνθρωποι σε κόμματα;  ‘Η μήπως «προσλαμβάνονται».  Στην προσπάθεια για ανασυγκρότηση του κεντρώου χώρου, η λέξη που παρουσιάζει την μεγαλύτερη προβληματική είναι η «ανασυγκρότηση»: αφενός το κέντρο δεν δίνει τα τελευταία χρόνια την εντύπωση ότι είναι πολιτικά συγκροτημένο με τρόπο που να λειτουργεί ως ο δεύτερος πόλος σε μια εκλογική αναμέτρηση.  Αφετέρου, η ανασυγκρότηση υπονοεί ότι μικρότερες πολιτικές ομάδες καλούνται να ενώσουν δυνάμεις αλλά υπάρχουν δομικές δυσκολίες στον τρόπο που γίνεται αυτό.  Τέλος, μέχρι σήμερα αρκετές προσπάθειες έχουν απαξιωθεί επικοινωνιακά από επαναλαμβανόμενες αποτυχίες του παρελθόντος οι οποίες δεν καταφέρνουν τελικά να βρουν τον δρόμο τους στις εκλογές.

    Υπάρχει και ένα άλλο θέμα που συχνά προσπερνιέται στην αναζήτηση του προσώπου που θα ενσαρκώσει καλύτερα το κεντρώο ιδεώδες: απουσιάζουν οι στρατιώτες που θα αναλάβουν την ευθύνη για τα αποτελέσματα μιας τέτοιας δουλειάς.  Απουσιάζει η δέσμευση σχεδόν από όλη την πολιτική ζωή του τόπου.  Και εκεί που κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η λέξη κλειδί στην πολιτική είναι η «ευελιξία», εγώ θα πω ότι υποφέρουμε από το αντίθετο: από το ξεχείλωμα των ιδανικών και των στόχων υπέρ της πρόσληψής μας σε μια θέση.  Ελλείψει εργασιακών θέσεων, ο πολιτικός στίβος μετετράπη σε career forum τέτοιο που να μην έχεις πια την εσωτερική ανάγκη να αλλάξεις τον κόσμο γύρω σου, μόνο την πρεμούρα να βρεις μια ενδιάμεση θεσούλα για να βολευτείς.

    Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην αληθινή πολιτική.

    Κατατάσσω τις δομικές δυσκολίες σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες:

    1. Στην αδυναμία σύνθεσης μιας νέας πολιτικής ομάδας η οποία να παρουσιάζει ομοιομορφία. Οι περισσότερες προσπάθειες σκοντάφτουν στον ερχομό κοντά ετερόκλητων στοιχείων που έχουν μεν καλές προθέσεις αλλά δεν έχουν υποστεί την ζύμωση εκείνη που θα τους οδηγήσει να γίνουν ομάδα.  Να θυμίσω ότι κατά το παρελθόν είχαμε ακούσει πολλά από ενώσεις «προσωπικοτήτων» και ελπίζω να αντιλαμβάνεστε ότι μια τέτοια αφετηρία δημιουργεί εξαρχής απόσταση με αυτούς που θα επιθυμούσαν να ενταχθούν στην προσπάθεια (για μένα η λέξη προσωπικότητα εκφράζει μια απώλεια ανθρώπινου δυναμικού και προτάσεων ενώ εκλαμβάνεται ως μια σειρά από υποψηφίους-άτομα και όχι ως ένα καλοδουλεμένο σύνολο) μέχρι τη συζήτηση λίγο πριν τις εκλογές για το αν θα πρέπει να κρατήσουμε ή να αποκλείσουμε συγκεκριμένο κόσμο που είναι καταγεγραμμένος στη συνείδηση των ψηφοφόρων με ένα συγκεκριμένο τρόπο.
    2. Στην απουσία εκλογικού μηχανισμού που θα κατασκευάσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η ομάδα αλλά και στην απουσία διαφοροποιημένης από τους υπόλοιπους πολιτικής ατζέντας που θα αποτελέσει την ταυτότητα του νέου σχηματισμού.
    3. Στις χρονικές στιγμές που ξεκινάει μια τέτοια συζήτηση και στις χρονικές στιγμές που εγκαταλείπεται – θεωρώ ότι η εγκατάλειψη της συζήτησης κάνει περισσότερη ζημιά στην υστεροφημία τέτοιων προσπαθειών από το να μην είχε ξεκινήσει κάτι ποτέ.
    4. Στην απουσία απάντησης του γιατί να ανασυγκροτηθεί ένα κέντρο που δεν έχει αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί αυτοτελώς ή διαχρονικά και χωρίς κλυδωνισμούς μέχρι σήμερα.

    Στο κομμάτι της επικοινωνίας μιας τέτοιας προσπάθειας θα έβαζα σίγουρα το ότι κατακερματισμένες ομάδες δυστυχώς δεν επιτυγχάνουν να πλασάρουν ξανά τον εαυτό τους ως κάτι διαφορετικό από αυτό που έχουν υποστεί, δηλαδή τον κατακερματισμό.

    Το δικό μου λοιπόν συμπέρασμα αφορά στην επανα-επινόηση του κέντρου, σε μια  προσπάθεια να διεκδικηθεί αυτό από μέσα προς τα έξω, από τους ανθρώπους του και τους ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν, όχι να επαναλάβουν.  Το επόμενο μεγάλο στοίχημα θα είναι η διεκδίκηση του σεβασμού του εκλογικού σώματος: όταν έχουν καταρρεύσει τα πάντα, το μοναδικό «νόμισμα με το οποίο θα μπορούμε να συναλλασσόμαστε θα είναι η εμπιστοσύνη.

     

    *Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

  • Βαθμοί πανελληνίων: είναι τόσο σημαντικοί;*

    Για άλλη μια χρονιά ανακοινώθηκαν οι βάσεις των Πανελληνίων και, για μια ακόμα χρονιά, παιδιά που πέρασαν σε σχολές με πολύ χαμηλό βαθμό δέχονται επίθεση επειδή «δεν θα είναι καλοί φοιτητές» και «δεν θα γίνουν καλοί επαγγελματίες» όταν τελειώσουν.

    Είναι όμως έτσι; Συνδέεται ο βαθμός των πανελληνίων με το πόσο καλός φοιτητής είναι κάποιος; Έχει πραγματικά άρρηκτη σχέση ο βαθμός των πανελληνίων ή του πτυχίου  με το πόσο καλός επαγγελματίας θα γίνει κανείς μετά την αποφοίτηση;

    Για να υποθέσουμε ότι υπάρχει σχέση, θα πρέπει αυτό που εξετάζουν οι πανελλήνιες, αυτό που εξετάζουν οι καθηγητές στα πανεπιστήμια και αυτό που ζητά η αγορά εργασίας είναι το ίδιο. Είναι;

    Ξεκινώντας από τις πανελλήνιες, σκοπός τους είναι  να μετρήσουν τον βαθμό κατάκτησης συγκεκριμένων γνώσεων και να κατατάξουν τους εξεταζόμενους σε σχέση με τους υπόλοιπους της ίδιας ηλικίας . Ταυτόχρονα, εξετάζουν το κατά πόσο μία μαθήτρια ή ένας μαθητής μπορεί ή είναι διατεθειμένη να αφήσει στην άκρη τις άλλες της ανάγκες και να ξοδέψει ατελείωτες ώρες προετοιμασίας στο να π.χ. αποστηθίσει και το κόμμα του βιβλίου της ιστορίας, έτσι ώστε να είναι όσο πιο κοντά γίνεται στο πρωτότυπο κείμενο.

    Περνώντας στο πανεπιστήμιο τα δεδομένα αλλάζουν. Σκοπός δεν είναι πια να κατακτήσει ο φοιτητής κάποιες γνώσεις, σκοπός είναι να κατανοήσει το πώς αυτή η γνώση δημιουργείται, υπό ποιες προϋποθέσεις αυτή η γνώση ισχύει, με ποιον τρόπο αλλάζει και, κάποιες φορές, και πώς εφαρμόζεται.

    Προχωρώντας δε σε υψηλότερα επίπεδα επιστημονικής γνώσης,  ο φοιτητής μπορεί να φτάσει στο σημείο να γνωρίζει τι γνωρίζει, τι δεν γνωρίζει, υπό ποιες προϋποθέσεις αυτό που γνωρίζει ισχύει, και μπορεί κάλλιστα να δοκιμάσει να μάθει κάτι που δεν ξέρει κανείς άλλος.

    Έτσι, ένας φοιτητής που δεν ήταν διατεθειμένος να ξεχάσει εξολοκλήρου τους φίλους του και τα χόμπι του κατά την προετοιμασία για τις πανελλήνιες, μπορεί να «ερωτευτεί»  ένα από τα δεκάδες αντικείμενα με τα οποία θα έρθει σε επαφή κατά την διάρκεια των σπουδών του, και τα οποία συχνά έχουν μικρή ή και καμία σχέση με τα μαθήματα που εξετάζονται στις πανελλήνιες,  και να γίνει ένας εξαίρετος ειδικός.

    Βγαίνοντας από το εκπαιδευτικό σύστημα οι απαιτήσεις αλλάζουν για μία ακόμα φορά. Αυτό που έχει σημασία τώρα δεν είναι ο βαθμός και τα συσσωρευμένα πτυχία και γνώσεις, αλλά η αξία που δημιουργείς ως επαγγελματίας για τους άλλους ανθρώπους και την κοινότητα. Είσαι καθηγητής που μπορείς να δημιουργήσεις σχέσεις με τους μαθητές σου και να τους εμπνεύσεις να μελετήσουν; Τι σημασία έχει αν τελείωσες το πανεπιστήμιο με πέντε; Είσαι χειρουργός και σε χαρακτηρίζει η ανθεκτικότητα, η αυτοπεποίθηση, η ικανότητα να παίρνεις δύσκολες αποφάσεις γρήγορα και ένα σταθερό χέρι; Λίγοι θα κοιτάξουν αν τελείωσες το τάδε ή το δείνα πανεπιστήμιο στην τάδε ή στη δείνα χώρα. Αιτείσαι δουλειά σε ένα ξενοδοχείο; Πιστεύεις πώς η ξενοδόχος ή ο πελάτης σου θα κοιτάξει το πτυχίο σου ή το χαμόγελό σου;

    Τελικά, ο βαθμός των πανελληνίων μπορεί να μην έχει τόση σημασία όση νομίζουμε. Αντιθέτως ίσως να μας αποπροσανατολίζει και να μην παρατηρούμε πράγματα που ίσως έπρεπε να παρατηρήσουμε: ότι πολλά παιδιά, αντί να τους δοθεί η ευκαιρία να δοκιμάσουν να σπουδάσουν αυτό που πιστεύουν ότι τους ταιριάζει, σπουδάζουν ότι τους τύχει ∙ ότι τα  μέρη όπου σπουδάζουν δεν έχουν κατάλληλα εργαστήρια και τακτικούς καθηγητές ∙ ότι πολλές δεξιότητες όπως η δημιουργικότητα και η ενσυναίσθηση μένουν εκτός πανελληνίων εξετάσεων και εξετάσεων γενικότερα.

    Ας σταματήσουμε, λοιπόν, να κακολογούμε τα παιδιά και ας κοιτάξουμε να προσπαθήσουμε να φτιάξουμε θεσμούς που θα τα βοηθήσουν να γνωρίσουν, να εκτιμήσουν, να δοκιμάσουν και να αναπτύξουν τα ταλέντα τους, ώστε να δημιουργήσουν τελικά αξία για τους εαυτούς τους, τους γύρω τους και την κοινωνία εν γένει.

    *ο κος Γιάννης Παπαδόπουλος είναι μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

  • Η αχαρτογράφητη μοναξιά*

    Στην αρχή ήταν απλά ένα σούσουρο, η αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, μια σειρά από ανησυχητικές διαπιστώσεις.  Μέχρι το 2010 λίγοι είχαν ασχοληθεί με ένα θέμα που λύγιζε δεκάδες ανθρώπους και ήταν υπεύθυνο για την επιβάρυνση όχι μόνο της ψυχικής αλλά της συνολικής τους υγείας.  Μετά ήρθε η επιβεβαίωση και το όνομα: η επιδημία της μοναξιάς, μία από τις πιο ενεργές σε συμπτώματα επιδημίες που μαστίζουν τον πλανήτη.  Η έλλειψη κοινωνικών επαφών, η αδυναμία σύναψης και συντήρησης σχέσεων αποδείχθηκε ότι δεν είναι μια ιδιορρυθμία, μια επιλογή ή τρόπος ζωής, όπως ίσως πίστευαν κάποιοι μέχρι τότε.  Πρόκειται για μια κατάσταση με σοβαρή επίδραση στον οργανισμό μας που μπορεί να γίνει υπεύθυνη ακόμα και για πρόωρο θάνατο.

    Σίγουρα υπάρχουν μοναχικοί άνθρωποι ή άνθρωποι που κάνουν δεκάδες μοναχικές δραστηριότητες και το απολαμβάνουν.  Η απομόνωση όμως που βασίζεται σε παράγοντες όπως η εγκατάλειψη, η απώλεια που αφήνει κάποιον πίσω, το σκούριασμα στις δεξιότητες που δεν μας επιτρέπει σε μεγαλύτερες ηλικίες να κάνουμε φίλους με τον τρόπο που κάναμε όταν ήμασταν παιδιά στο σχολείο, η σταδιακή αποξένωση από την κοινότητα, αυτή η εσωτερική ερημιά στην οποία μπορεί οποιοσδήποτε να προσγειωθεί απότομα στη ζωή, ιδιαίτερα μετά από ένα συμβάν (π.χ. διαζύγιο), όλα τα παραπάνω οδηγούν σε ένα ντόμινο από συμπεριφορές ή αντιδράσεις που επιβραδύνουν την υγιή ανάπτυξη και βάζουν σε κίνδυνο την επιβίωση.

    Κατά την διάρκεια της καραντίνας στην Ελλάδα αλλά και σε αρκετές χώρες του κόσμου, η κοινωνική ομάδα που παραμελήθηκε περισσότερο ως αποδέκτης συμβουλών ομαλής προσαρμογής και ενθάρρυνσης, ήταν οι άνθρωποι που ζούσαν μόνοι.  Άνθρωποι όλων των ηλικιών που μπορεί να απολάμβαναν τη ζωή  πριν τον κορονοϊό επειδή είχαν ένα καθημερινό πρόγραμμα από ασχολίες που δεν τους επέτρεπαν να βαρεθούν ή να αισθανθούν ευάλωτοι, ξαφνικά έχασαν τη ζωή κάτω από τα πόδια τους.  Όταν οι πόρτες έκλεισαν ερμητικά στις πόλεις που θέρισε ο κορονοϊός, τότε αρχίσαμε όλοι να σκεφτόμαστε την ύπαρξη μας και την ποιότητα που αυτή έχει.  Σε μερικούς ανθρώπους πήρε μήνες να ομολογήσουν ότι μοναδική τους συντροφιά έγινε τελικά η οθόνη και ίσως ένα κατοικίδιο.  Ο φόβος της ασθένειας, η αρρώστια καθαυτή, το ερώτημα «ποιος θα φροντίσει εμένα αν πάθω κάτι» ή «σε ποιον μπορώ να στραφώ πραγματικά και όχι εικονικά», «ποιοι είναι οι δικοί μου άνθρωποι – υπάρχουν αυτοί;» όλα τα παραπάνω συγκλόνισαν τα θεμέλια του κόσμου τους.  Άλλοι είχαν πρακτικές ανάγκες και, ναι, δημιουργήθηκε ένα κίνημα γειτόνων που φρόντισαν παροδικά τους μοναχικούς των διαμερισμάτων.  Οι νεότεροι ωστόσο, αυτοί που μπορούσαν να πάνε στο σούπερ μάρκετ αλλά δεν μπορούσαν να πάρουν κάποιον αγκαλιά, αυτοί που ήταν εγγεγραμμένοι σε δεκάδες πλατφόρμες γνωριμιών αλλά αισθάνθηκαν την ψυχή τους άδεια από ουσία και από συναίσθημα, γι’ αυτούς δεν γράφτηκε γραμμή.

    Ακούγεται ως ένα πρόβλημα δευτερευούσης σημασίας ή όπως το λένε στο χωριό μου first world problem.  Να υπενθυμίσω ωστόσο ότι είναι τόσο εκτενές και αφορά σε τόσους πολλούς ανθρώπους, που το 2018 η Βρετανία ανακοίνωσε ένα «Υπουργείο Μοναξιάς», αυτό δηλαδή το χαρτοφυλάκιο που θα αντιμετώπιζε μέσω μιας σειράς προγραμμάτων και παρεμβάσεων το θέμα της αποξένωσης και των συνεπειών της.  Ακολούθησαν και άλλες χώρες με παρόμοιες προτάσεις ενώ η μοναξιά αναγνωρίζεται ως προσδιοριστικός παράγοντας για την υγεία.

    Σήμερα που έχουμε ξανανοίξει τις πόρτες της αγοράς αλλά δυστυχώς όχι την αγκαλιά μας, η κοινωνική αποστασιοποίηση – που κατά τα άλλα κρίνεται ως απαραίτητη – βάζει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή αλλά και τις εσωτερικές μας ισορροπίες.  Η μοναξιά επηρεάζει την ποιότητα του ύπνου και της διατροφής μας, επιβραδύνει την γνωστική καλλιέργεια, φλερτάρει επικίνδυνα με την κατάθλιψη, οδηγεί στο σύνδρομο περιστρεφόμενης πόρτας στους γιατρούς και τα νοσοκομεία με πολλαπλά παράπονα για πραγματικές ή φανταστικές ενοχλήσεις.  Στην Βρετανία μάλιστα, μια έρευνα που μετρούσε την συχνότητα επίσκεψης στον γενικό γιατρό έδειξε πόσοι πολλοί άνθρωποι καταφεύγουν σε θεραπευτές από καθαρή μοναξιά, επειδή βρίσκουν στον γιατρό τους την μοναδική ευκαιρία για ζωντανή (και όχι εικονική) επικοινωνία με κάποιον άνθρωπο.

    Το σίγουρο είναι ότι η πανδημία στρέφει βίαια το βλέμμα στους πιο ανομολόγητους φόβους μας και θα φέρει την ανθρώπινη επικοινωνία και ψυχική σύνδεση στο προσκήνιο ως επιτακτική ανάγκη.

    *Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.  Το άρθρο δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο 2020.  

  • Ισχυροποίηση ή κρίση χρέους;

    Του Ολύμπιου Ράπτη*

    Όταν ΜΜΕ, πολιτικοί αριστερά και δεξιά και ο μέσος πολίτης θριαμβολογούν που «θα πέσει χρήμα στην αγορά από τις Βρυξέλλες», οι ιδεοληπτικοί και ανάλγητοι φιλελεύθεροι αναρωτιόμαστε: από πού θα έρθουν τα λεφτά, αν όχι από την ίδια την αγορά, και με τι κόστος για τις επόμενες γενιές;

    Η ανησυχία, ωστόσο, αγαπητοί αναγνώστες και αναγνώστριες, δεν είναι τόσο για την Ελλάδα, γιατί τουλάχιστον στην περίπτωση αυτή τα ποσά που θα κληθεί να επιστρέψει θα είναι πολύ λιγότερα από αυτά που θα καρπωθεί (το πώς θα «απορροφηθούν» είναι άλλο θέμα). Η ανησυχία είναι μακροπρόσθεσμα για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οδεύουμε προς ισχυροποίηση της Ε.Ε. ή προς κρίση χρέους που θα την αποδυναμώσει σταδιακά;

    Ας δούμε τους λόγους ανησυχίας έναν προς έναν:

    1. Καμία επίσημη ή ανεπίσημη πρόταση αύξησης δαπανών της Ε.Ε. δεν αναφέρει το προσδοκώμενο ή επιθυμητό έλλειμμα.

    Είτε μιλάμε για την πάγια αρχή της Ένωσης Ευρωπαίων Φεντεραλιστών (UEF) ότι η Ε.Ε. πρέπει να έχει αυξημένους ίδιους πόρους (δηλ. πανευρωπαϊκοί φόροι και δανεικά) προκειμένου να μην εξαρτάται από τα κράτη-μέλη της για τη χρηματοδότηση της λειτουργίας της, είτε για τα 500 δισ. από την ιστορική συμφωνία Μέρκελ – Μακρόν, είτε για τα 2 τρισ. του Ευρωκοινοβουλίου (φήφισμα 15/5/2020), είτε για τη συμβιβαστική πρόταση της Επιτροπής για 750 δισ. (που θα αποτελέσει το αντικείμενο διαπραγματεύσεων από τα κράτη-μέλη στο Συμβούλιο), εντοπίζουμε παντού μία θεμελιώδη ασάφεια: Πουθενά δεν υπάρχει έστω και η παραμικρή αναφορά στο προσδοκώμενο κόστος αποπληρωμής των νέων ιδίων πόρων της Ε.Ε. που θα μαζευτούν μέσω ομολόγων και το εκτιμώμενο ή επιθυμητό ετήσιο έλλειμμα.

    Αυτά που δημοσιεύονται στην πρόταση της Επιτροπής είναι μονάχα:

    α) ο μαθηματικός τύπος υπολογισμού των κεφαλαίων προς διάθεση ανά κράτος-μέλος (32 δισ. για την Ελλάδα συνολικά), β) οι υπολογισμοί από τα προσδοκώμενα έσοδα από την πρόσθετη φορολογία με τη ρητή επισήμανση ότι:

    – είναι «κατ’ εξαίρεση και προσωρινοί» – κανένας νέος δανεισμός μετά το 2024 (ποιος το πιστεύει, αλήθεια, ειδικά αν επιτευχθεί αρχικά θεαματική ανάπτυξη;),

    – «θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αποπληρωμή», όχι ότι θα είναι σίγουρα αρκετοί για την αποπληρωμή –
    η Επιτροπή θα προτείνει μέσα στην περίοδο 2021-2027 πρόσθετους νέους ίδιους πόρους μέσω φορολογίας (πέραν αυτών που προτείνει τώρα),

    – τα κράτη-μέλη σε κάθε περίπτωση θα αρχίσουν να αποπληρώνουν τα ομόλογα με βάση το ποσοστό συμμετοχής τους στον προϋπολογισμό της Ε.Ε. μετά το 2027 και, για να καμφθούν οι αντιστάσεις διαφόρων κρατών-μελών, τα περίφημα rebates, όπως αυτά που είχε κερδίσει η Βρετανία, θα καταργηθούν σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου απ’ ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί.

    2. Τα όποια ελλείμματα της Ε.Ε. θα καλυφθούν αποκλειστικά ή κυρίως από νέους φόρους, όχι μειώσεις δαπανών.

    Το σημείο αυτό είναι θεμελιώδους σημασίας. Αν θέλουμε οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης να δώσουν άριστη βαθμολογία στα ομόλογα μακράς διαρκείας της Ε.Ε. -ώστε να έχει και νόημα το εγχείρημα- θα πρέπει τα έσοδα να καλύπτουν επαρκώς τα έξοδα. Αλλά, όπως είδαμε με την περίπτωση της Ελλάδας, που έκανε τα αντίθετα από την Κύπρο και την Ιρλανδία, ειδικά κατά τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η κάλυψη των ελλειμμάτων αποκλειστικά ή κυρίως μέσω αύξησης φορολογίας είναι συνταγή οδυνηρής ύφεσης και ανεργίας. Ο πρόσφατα εκλιπών οικονομολόγος Alberto Alesina είχε αποδείξει πως η μείωση δημοσίων δαπανών αντί της αύξησης φόρων είναι και πιο αποτελεσματική και λιγότερο δαπανηρή. Δυστυχώς η κουβέντα αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί καν να μπει στο τραπέζι ως εναλλακτική, γιατί το σημείο εκκίνησης είναι η δημιουργία νέου χρέους – «ομοσπονδιακού» χρέους.

    3. Ακόμα και αν γίνουν αποδεκτοί (δύσκολο), οι νέοι φόροι ίσως να μην αποδώσουν, προκαλώντας και δημοσιονομικό έλλειμμα και έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

    Η φορολογία, ως πεδίο πολιτικής, απαιτεί διπλή ομοφωνία στο Συμβούλιο των κρατών-μελών της Ε.Ε. Ομοφωνία αρχικά για να ενταχθεί ένα θέμα προς συζήτηση και ομοφωνία στην έγκρισή του.

    Με τη στήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας του Ευρωκοινοβουλίου (Κεντροδεξιοί, Φιλελεύθεροι, Πράσινοι, Κεντροαριστεροί, ακόμα και ευρωσκεπτικιστές), η Επιτροπή λοιπόν προτείνει να εισαγάγει νέα, τύποις «ομοσπονδιακή», φορολογία σε ευρωπαϊκό επίπεδο -πρόσθετα με τις υπάρχουσες εθνικές- στοχεύοντας σε έσοδα από:

    – εταιρείες της ψηφιακής οικονομίας (που ομολογουμένως φοροδιαφεύγουν),

    – δεκάδες χιλιάδες εταιρείες με τζίρο άνω των 750 εκατ. ευρώ/χρόνο, επειδή «επωφελούνται από την πρόσβαση στην κοινή αγορά», καθώς και

    – περιβαλλοντικούς φόρους.

    Την περίοδο αυτή, η Επιτροπή έχει ξεκινήσει τις κρούσεις στα κράτη-μέλη να αποδεχθούν ότι 70.000 εταιρείες μεγάλου τζίρου θα δίνουν ετησίως ένα σταθερό ποσό υπέρ της Ε.Ε. Πώς θα πεισθούν τα κράτη-μέλη, όχι μόνο αυτά που εφαρμόζουν φιλελεύθερες πολιτικές, όπως η Ολλανδία, αλλά και εκείνα που ήδη επιβάλλουν υψηλούς συντελεστές εταιρικής φορολογίας, αν φοβούνται ότι θα αντιμετωπίσουν φυγή κεφαλαίων;

    Οπως έχουμε δείξει και στο παρελθόν, τα προσδοκώμενα ποσά ενδέχεται και να μην είναι καν ρεαλιστικά. Ακόμα και αν είναι όμως, ίσως να μην αρκούν για να καλύψουν το έλλειμμα, αλλά αντιθέτως να είναι αρκετά για να πλήξουν την ικανότητα προσέλκυσης επενδύσεων. Ο «ψηφιακός φόρος», για παράδειγμα, παλαιότερα εκτιμάτο από την ίδια την Επιτροπή σε 5 δισ./έτος πανευρωπαϊκά. Τώρα η Επιτροπή θεωρεί ότι το συνολικό νούμερο μπορεί να είναι και διπλάσιο, δηλ. 10 δισ. ευρώ! Με δεδομένη την αδυναμία ομοφωνίας, η Γαλλία που το εφάρμοσε μόνη της κατάφερε να συλλέξει 500 εκατ./χρόνο. Είμαστε σίγουροι ότι έχουμε 20 οικονομίες στο επίπεδο της Γαλλίας στην Ε.Ε. για να φτάσουμε τα 10 δισ.;

    4. Καμία δημοσιευμένη μελέτη επιπτώσεων, καμία καμπύλη Laffer για τον υπολογισμό του βέλτιστου επιπέδου φορολόγησης.

    Σε αντίθεση με την πάγια πρακτική της Επιτροπής να συνοδεύει νομοθετικές προτάσεις με μελέτες επιπτώσεων, λόγω προφανώς των έκτακτων συνθηκών και της πίεσης να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος, δεν απαντάται αν η πρόσθετη φορολόγηση θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας συνολικά. Και αν είναι ήδη αμφίβολο ότι τέτοιοι φόροι αρκούν να καλύψουν ικανοποιητικά χρέος 750 δισ. ευρώ, πώς θα καλύπταμε στο μέλλον ένα άνοιγμα των 2 τρισ. ευρώ, όπως αυτό που προτείνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που σε τελική ανάλυση μπορεί και να απορρίψει τον προϋπολογισμό της Ε.Ε. αν δεν συμφωνεί με το πιο φειδωλό Συμβούλιο;

    5. Φιλοευρωπαίοι και Φεντεραλιστές συζητούν αν ξεκίνησε η «εποχή Χάμιλτον» για την Ευρώπη, ενώ ενδέχεται αντιθέτως να ξεκινά μία κρίση χρέους της Ε.Ε. μακροπρόθεσμα.

    Το 1790, ο Αλεξάντερ Χάμιλτον, πρώτος υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, έδωσε μία καινοτόμα λύση στην κρίση χρέους των Βορείων Πολιτειών με την έκδοση ομοσπονδιακού χρέους που θα χρηματοδοτούνταν -όπως προβλέπεται και σήμερα στην Ευρώπη- μέσω ομοσπονδιακής φορολογίας [και αυτό παρά τις σοβαρές αντιδράσεις μερικών από τους «πατέρες της ομοσπονδιοποίησης των Αμερικανικών Πολιτειών», όπως ο Τόμας Τζέφερσον και ο Τζέιμς Μάντισον].

    Σήμερα, ο Γερμανός επίτροπος Προϋπολογισμού Johannes Hahn θεωρεί ότι δεν βιώνουμε κάτι ανάλογο, γιατί ο δανεισμός της Ε.Ε. θα έχει υποχρεωτικό χρονικό ορίζοντα λήξης, ενώ αντιθέτως ένθερμοι φεντεραλιστές όπως ο Φιλελεύθερος Γκι Φέρχοφσταντ θεωρούν ότι, ναι, είμαστε πλέον έτοιμοι για μία τέτοια μετάβαση προφανώς με ακόμα υψηλότερα μελλοντικά επίπεδα δημοσίων δαπανών σε επίπεδο Ε.Ε.

    Η συζήτηση είναι ατελέσφορη και ενδεχομένως και παραπλανητική αν παραλείψουμε τις δύο τουλάχιστον θεμελιώδεις διαφορές Αμερικής και Ευρώπης.

    Πρώτον, για δεκαετίες μετά την έκδοση ομοσπονδιακού χρέους στην Αμερική των τελών του 18ου αι.-αρχές 19ου αι. οι ομοσπονδιακοί προϋπολογισμοί των ΗΠΑ ήταν πρωτίστως πλεονασματικοί. Για να γίνει αυτό, πουλήθηκε μεταξύ άλλων και κρατική γη. Πουθενά στην Ευρώπη τού σήμερα δεν προκύπτει μια τέτοια προοπτική.

    Δεύτερον και σπουδαιότερο, ο λόγος των Συνολικών Δαπανών (Ομοσπονδιακές, Πολιτειακές και Τοπικές) επί του ΑΕΠ στις ΗΠΑ είναι περίπου στο 35%. Οι δε Πολιτειακές και Τοπικές Δαπάνες ως επί τοις εκατό του ΑΕΠ κυμαίνονται από 5% έως 22%. Με άλλα λόγια, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση στις ΗΠΑ έχει περιθώριο δανεισμού και ελλειμμάτων. Αντίθετα, στην Ευρώπη το ποσοστό των Κρατικών Δημοσίων Δαπανών ήταν το 2019 ήδη στο 45%, με κανένα από τα κράτη-μέλη να μη βρίσκεται κάτω του ορίου του 30% και αυτό μάλιστα έπειτα από μία δεκαετία «σκληρής λιτότητας», όπως παραπονιούνται μονίμως οι αριστεροί.

    Όταν λοιπόν σχεδόν το ήμισυ της ευρωπαϊκής οικονομίας εξαρτάται ήδη από κρατικές δημόσιες δαπάνες, ποια είναι τα περιθώρια δημιουργίας νέου και βιώσιμου «ομοσπονδιακού χρέους» από την ίδια την Ε.Ε.; Η συζήτηση δεν είναι θεωρητική. Το πολυδιαφημισμένο «πακέτο Γιούνκερ» που χρηματοδοτήθηκε με τον υπάρχοντα προϋπολογισμό της Ε.Ε. συντέλεσε στην αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ κατά μόλις 0,9% σύμφωνα με την ίδια την Επιτροπή. Αν θέλουμε να επανακτήσουμε μέσω αυξημένων δημοσίων δαπανών το χαμένο ΑΕΠ της Ευρώπης -και σύντομα-, τα ποσά που απαιτούνται είναι τόσο δυσθεώρητα όσο περιορισμένος είναι και ο δημοσιονομικός χώρος.

    Συμπέρασμα: Η υπάρχουσα κόκκινη γραμμή ότι δεν πειράζουμε τις εθνικές δημόσιες δαπάνες, απλά δεν θα τις επιβαρύνουμε παραπάνω γιατί θα σηκώσουμε νέο χρέος, νέους φόρους και ελλείμματα σε επίπεδο Βρυξελλών, δεν φαίνεται να ισχυροποιεί μακροπρόθεσμα την Ε.Ε., αλλά ενδεχομένως να την αποδυναμώνει.

    * Ο Ολύμπιος Ράπτης είναι Μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο  6-7 Ιουνίου

  • Ο Μεγάλος Περίπατος και μια μεγάλη παράβλεψη

    Του Γιώργου Φιλιππόπουλου*

    Από όλες τις κριτικές για τον περίπατο, υπάρχει μία που δεν έχω ακούσει να συζητείται δημόσια – ίσως η πλέον εξόφθαλμη και ουσιαστική αφού αφορά στην ανθρώπινη ζωή.

    Για ακόμα μία φορά, όπως συμβαίνει διαχρονικά και σχεδόν  συστηματικά, δεν υπάρχει καμία απολύτως πρόβλεψη για εμάς τους μοτοσικλετιστές.  Σαν να μην υπάρχουμε.

    Έχουμε συνηθίσει στην καραμέλα ότι σκοτωνόμαστε λόγω κράνους και υπερβολικής ταχύτητας, κανείς όμως δεν λέει ότι το οδόστρωμα είναι άθλιο, οι διαγραμμίσεις γλιστερές και παντελώς ακατάλληλες για δίκυκλα ή ότι οι λωρίδες, δηλαδή ο εξαρχής σχεδιασμός των δρόμων, αγνοεί επιδεικτικά και προκλητικά την ύπαρξή μας.

    Κυρίες και κύριοι της δημόσιας διοίκησης, κυρίες και κύριοι συγκοινωνιολόγοι του γλυκού νερού, 30 χρόνια τον “μελετούσατε” τον Περίπατο – μήπως τα δίκυκλα τα γράψατε στα… αμελέτητα;

    Η πλέον ευάλωτη κατηγορία οχημάτων με τους περισσότερους νεκρούς και τραυματίες είναι και πάλι εκτός συγκοινωνιακού σχεδιασμού;

    Ή μήπως νομίζετε ότι επειδή μας επιτρέπετε την κυκλοφορία στις λεωφορειολωρίδες κάνατε κάτι;  Έχετε υπόψη σας ότι είναι η πιο επικίνδυνη λωρίδα για εμάς;

    Ο Περίπατος είναι εξαιρετικό πρότζεκτ: απαραίτητο για την πόλη αν και σίγουρα θα περάσει από διάφορα στάδια ωσότου βρεθεί η επιθυμητή ισορροπημένη μορφή του.

    Δεν μπορεί όμως να αγνοεί το δημοφιλέστερο μετά το αυτοκίνητο, το πιο οικολογικό μετά το ποδήλατο και το πιο χρηστικά ολοκληρωμένο μέσο Ι. Χ.  Διότι μια μηχανή επιβαρύνει την κυκλοφορία ελάχιστα σε σχέση με ένα αυτοκίνητο τόσο στην κατάληψη της επιφάνειας του οδοστρώματος όσο και στο χρόνο μετακίνησης.

    Δεν είναι δυνατόν λοιπόν να παραχωρείται ολόκληρη λωρίδα για ποδήλατα ενώ οι μηχανές που διασχίζουν την πόλη σε συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό να στριμώχνονται ανάμεσα σε λεωφορεία ρισκάροντας τη ζωή τους!

    Αντί η Ελλάδα να πρωτοπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες και συνήθειες μετακίνησης των πολιτών της, αντιγράφει κακήν κακώς το εξωτερικό χωρίς καμία προσαρμογή στα ελληνικά δεδομένα.

    Μετά από 30 χρόνια “μελετών”  δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολογία.

    Πρέπει επιτέλους να παρουσιαστεί αυτό το περίφημο σχέδιο και να εκτεθεί στο δημόσιο διάλογο ώστε να μπορέσουμε όλοι να πούμε τις προτάσεις μας.

    Ως τότε, παραθέτω τρεις προτάσεις από την οπτική γωνία του μοτοσικλετιστή, που μπορούν να ληφθούν υπόψη στο σχεδιασμό και να εφαρμοστούν, έστω και τοπικά στον Δήμο Αθηναίων.

    1. Επιτρέψτε επιτέλους τη διήθηση (filtering/lane splitting / κίνηση δικύκλων ανάμεσα στα οχήματα).  Αυτή τη στιγμή, ενώ οι πόλεις επωφελούνται από αυτή – αφού μειώνεται δραματικά η κίνηση αξιοποιώντας καλύτερα την επιφάνεια των δρόμων – αυτό γίνεται όχι μόνο με ρίσκο τη ζωή του δικυκλιστή αλλά και με τη νομική του ευθύνη και υπαιτιότητα.

    Στο πλαίσιο του Περιπάτου αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε ειδικές λωρίδες για μοτοσικλετιστές ιδανικά μεταξύ της αριστερής και της μεσαίας. Δεν χρειάζεται να είναι μεγάλες, ακόμα και 40 εκατοστά μαζί με το πάχος των διαγραμμίσεων θα κάνει σωτήρια διαφορά.

    Αυτομάτως δίνεται υπενθύμιση της πιθανότητας ύπαρξης δικύκλων σε κάθε ελιγμό αλλαγής λωρίδας, χώρος νομιμοποίησης της διήθησης, αυτής της εγκληματικής αμέλειας, αλλά και χώρος προώθησης μπροστά στα φανάρια σε συνθήκες κίνησης.

    2. Χώροι δικύκλων στα φανάρια μπροστά από τα αυτοκίνητα.  Φεύγοντας πρώτα, οι δικυκλιστές κινδυνεύουν λιγότερο, μπορούν να ελέγξουν οπτικά τη διασταύρωση (το πλέον επικίνδυνο σημείο κάθε πόλης στατιστικά) και απαλλάσσουν τα αυτοκίνητα από την παρουσία τους ανάμεσά τους, μειώνοντας το θόρυβο και τους ρύπους για αυτά.

    3. Αντιολισθητικές διαγραμμίσεις και ασφαλτωμένα/αντιολισθητικά καπάκια αποχέτευσης (αυτονόητα στο ίδιο ύψος με τον ασφαλτοτάπητα) παντού. Ασφαλτοτάπητες υψηλής πρόσφυσης όπως στο εξωτερικό που – ανεξαρτήτως του αν βρέχει ή όχι – η πρόσφυση παραμένει εντυπωσιακά υψηλή.  Στην Ελλάδα βροχή (ειδικά τα πρώτα λεπτά) σημαίνει κίνδυνος θάνατος, ειδικά στις διαβάσεις εκεί δηλαδή που θα έπρεπε να υπάρχει η υψηλότερη πρόσφυση.  Παρανοϊκή αντίφαση. (Οι διαβάσεις πεζών αποτελούν έναν ακόμα ελληνικό κυκλοφοριακό τραγέλαφο που απαιτεί ειδικό αφιέρωμα).

    Και τα στατιστικά στοιχεία επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές: η Eurostat, πέρυσι, ανέδειξε την Ελλάδα πρώτη πανευρωπαϊκά σε θανάτους μοτοσικλετιστών.

    Το ποιοί λόγοι έχουν δημιουργήσει αυτήν την κραυγαλέα και απάνθρωπη αντίφαση, θα αποφύγω να το εξετάσω. Δεν υπάρχει λόγος για πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις επί της παρούσης, μόνο ευκαιρία για δράση.

    Όλοι είμαστε και πεζοί, πολλοί και οδηγοί όπως και αναβάτες.  Όλοι έχουμε το ίδιο δικαίωμα στη ζωή.

    Επιτέλους, πέρα από τη βελτίωση της ποιότητας ζωής μπορεί να γίνει κάτι ουσιαστικότερο – η προάσπιση της ύπαρξής της.

    Θα έπρεπε άλλωστε να είναι η πρώτη προτεραιότητα.

    * Ο Γιώργος Φιλιππόπουλος είναι Μέλος της Μόνιμης Γενικής Συνέλευσης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Marketnews.gr στις 29 Ιουνίου 2020

  • Οι τρεις θάνατοι του Ελεύθερου Επαγγελματία*

    Λίγο πριν την επέλαση της πανδημίας, το είχε πάρει το αυτί μου.  Εκείνη την μέρα έτυχε να κάνω μια βόλτα στην αγορά και κοντοστάθηκα για να ακούσω την συνέχεια.  Ήταν μια γυναίκα που χρησιμοποίησε με χαμόγελο την φράση: «τώρα που τελείωσε η οικονομική κρίση…» ενώ ο κόσμος τριγύρω κουνούσε το κεφάλι συμφωνώντας μαζί της, συνεχίζοντας τα ψώνια.  Ναι, είμαι σίγουρη ότι είχα ακούσει το «τώρα που τελείωσε η οικονομική κρίση».  Ήταν μια ηλιόλουστη ημέρα από εκείνες που σε γεμίζουν αισιοδοξία χωρίς συγκεκριμένο λόγο, μόνο και μόνο επειδή υπάρχεις, είσαι υγιής και συνεχίζεις να ελπίζεις ότι όλα θα πάνε καλά.

    Δεν έχει σημασία αν είχε πραγματικά τελειώσει η οικονομική κρίση (δεν είχε φυσικά) ή αν όλα ήταν ωραία τακτοποιημένα στο μυαλό των ανθρώπων που άρθρωναν λεκτικά τέτοιου είδους προτάσεις.  Στο πεδίο των ελεύθερων επαγγελματιών, φτάνει που οι ίδιοι δειλά δειλά είχαν αρχίσει να το πιστεύουν.  Φτάνει που είχαν αρχίσει να ξαναπιστεύουν ή να έχουν εμπιστοσύνη εκ νέου στον κόσμο, στο περιβάλλον που ζούσαν και δραστηριοποιούνταν.  Φτάνει που η διάθεσή τους είχε ανέβει, που είχαν αρχίσει να προβάλλουν τον εαυτό τους στο μέλλον, που έκαναν όνειρα και σχέδια και μικρές επενδύσεις εδώ κι εκεί.  Φτάνει που η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δεν ήταν αυτή της ματαίωσης και της αγανάκτησης και που η ψυχολογία φάνταζε ξανά δυνατή, άτρωτη, έτοιμη να ενώσει δυνάμεις με την οικονομική ζωή και την ανάπτυξη.

    Και μετά ήρθε ο COVID19, ε και ξέρετε την συνέχεια.  ‘Η μάλλον κανείς μας δεν την ξέρει και είναι τέτοια η πανδημική άγνοια για την επόμενη ημέρα, τόσο απόλυτη, οικουμενική και χωρίς προηγούμενο, που πραγματικά βρίσκεται εδώ για να σαρώσει το μέσα μας πολύ περισσότερο από αυτά που θα αποτελειώσει ο ίδιος ο κορονοϊός.

    Είναι τόσο απελπιστική η πραγματικότητα για τον ελεύθερο επαγγελματία που σε πιάνει νευρικό γέλιο για να επιβιώσεις ψυχολογικά.  Μέσα σε δέκα χρόνια έχουμε ποδοπατηθεί τουλάχιστον τρεις φορές.  Αρχικά με τον ακήρυχτο πόλεμο που εκδηλώθηκε μέσω των φοροεπιδρομών, τότε που θεωρούμασταν ένοχοι ακόμα και για τα τυχόν χιλιάρικα που φυλάγαμε κάτω από το στρώμα, καθώς όλα, όλα έπρεπε να «επενδυθούν» στις συντεχνίες.  Μέσα από την προπαγάνδα και την δαιμονοποίηση της ελευθερίας, είχε αρθεί κάθε δικαίωμα στην ιδιοκτησία, την εργασία ή την παραγωγή πλούτου για οποιοδήποτε άλλο σκοπό εκτός από την εξυπηρέτηση του κράτους.  Άδειασαν τραπεζικοί λογαριασμοί, σεντούκια και τσέπες με ένα απόλυτα ιδεολογικό τρόπο, που πότε ονομαζόταν αλληλεγγύη και πότε φορολογική συνείδηση.  Και άδειασαν πρωτίστως από ανθρώπους που δεν είχαν μάθει να χρωστάνε, που δεν έκαναν έξοδα περισσότερα από αυτά που άντεχε το πορτοφόλι τους, που πλήρωναν πρώτα τους υπαλλήλους τους και μετά ζούσαν οι ίδιοι.  Αυτοί έσυραν πρώτοι τον χορό του Ζαλόγγου.  Αλλά επειδή ο θάνατος του εμποράκου δεν ήταν αρκετός, έπρεπε να έρθουν τα capital control για να πιαστούν στην φάκα κι άλλοι κλάδοι, οι βιομηχανίες, οι εξαγωγές και οποιοσδήποτε έκανε το λάθος στην Ελλάδα να dream big.  Ποτέ κανένας δεν τους ζήτησε συγνώμη για το γεγονός ότι τους κατέστρεψε όχι την επιχείρηση αλλά το ηθικό.  Για το γεγονός ότι τους έκοψε τα πόδια, τους κατέστησε αναξιόπιστους ή τους έδιωξε – ποιους;  Αυτούς που σήκωναν στις πλάτες τους τον παραγωγικό ιστό.

    Και τώρα, πάνω που είπαμε να πάρουμε μια ανάσα!  Ούτε καν βαθιά, να μια ανασούλα δοκιμαστικής επανεκκίνησης: δεν προλάβαμε να βγάλουμε το κεφάλι και πεθαίνουμε, πότε κυριολεκτικά και πότε σε κάθε άλλο επίπεδο λειτουργικότητας.  Κανένας δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει την πανδημία, αλλά υπήρχαν χίλιες δυο άλλες παράμετροι που θα μπορούσαν να μην μας έφταναν ήδη εξαθλιωμένους στο κατώφλι της υγειονομικής κρίσης.

    Τα επιδόματα είναι ένα ηρεμιστικό χάπι περιορισμένης ισχύος, η αναβολή πληρωμών για το μέλλον μια βραδυφλεγής βόμβα τοποθετημένη στα θεμέλια της ύπαρξης της αγοράς.  Η κοινωνική συνοχή θα δοκιμαστεί υπό την πίεση της πραγματικότητας – αυτός που σήμερα συνεργάζεται μένοντας στο σπίτι για να προστατέψει και να προστατευτεί, αύριο θα μπει σε κατάσταση «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» επειδή δεν θα εργάζεται.  Τόσα χρόνια η πράξη της αποταμίευσης ήταν το πιο σύντομο ανέκδοτο, τώρα ψάχνουμε να δούμε αν έμεινε τίποτα από τα έτοιμα για να περάσουμε τον μήνα.  Κάποιοι βρίσκονται στο πένθιμο στάδιο του παζαρέματος με την κυβέρνηση για τυχόν στήριξη αλλά οι περισσότεροι γνωρίζουμε ότι φέτος τουλάχιστον δεν πρόκειται να συντελεστεί καμία Ανάσταση.

    Θα πρέπει να μας επιτραπεί να είμαστε περισσότερο ελεύθεροι και περισσότερο επαγγελματίες (το αντίθετο του κρατιστή δηλαδή) προτού ξεκινήσουμε να μιλάμε για την λύση της επόμενης μέρας.

     

    * Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.  Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο MarketNews.gr στις 25 Απριλίου 2020.

  • Απελευθερώνοντας την Παιδεία


    *Του Πέτρου Ιωάννη Παρασκευόπουλου

    Ενόψει των συνθηκών που επικρατούν σε όλες τις βαθμίδες της δημόσιας παιδείας λόγω του ιού, με την μαζική χρήση τηλεκπαίδευσης, την παράλληλη αποτυχία των κουπονιών της τηλεκατάρτισης των επιστημόνων καθώς και μία σειρά από νομοσχέδια που αναμένονται για τις δομές εκπαίδευσης, είναι θεμιτό να αξιολογήσει κανείς το πού βρίσκονται οι διάφορες μεταρρυθμίσεις σε ότι αφορά στην ποιότητα της διδασκαλίας στην Ελλάδα σήμερα.

    Σε πρώτο στάδιο, η εύκολη λύση θα ήταν να αναγνωρίσει κανείς θετικό πρόσημο σε διατάξεις όπως είναι η εξίσωση πτυχίων των αναγνωρισμένων ιδιωτικών κολλεγίων, που θα δώσει τη δυνατότητα σε χιλιάδες συμπολίτες να αποκτήσουν πρόσβαση σε θέσεις εργασίας που προηγουμένως ήταν απροσπέλαστες, σε αντίθεση με το να τους εξωθούμε στο εξωτερικό. Παρομοίως ενθαρρυντική – ανάμεσα σε άλλες – είναι η εικόνα που αφορά στην αύξηση των πρότυπων πειραματικών σχολείων, στην εισαγωγή πολλαπλού σχολικού βιβλίου και στην είσοδο του μαθήματος της σεξουαλικής αγωγής και της επιχειρηματικότητας.  Το πρόβλημα παρόλα αυτά, με όσες αλλαγές έχουν γίνει ή αναμένεται να πραγματοποιηθούν, είναι διττό: χρειάζεται να θίξουμε αφενός την χρόνια εξάρτηση που έχει η δημόσια εκπαίδευση από τη συνήθως αργή πολιτική βούληση του εκάστοτε υπουργείου, αφετέρου την έλλειψη επιλογών των οικογενειών που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να στείλουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία/ξένα πανεπιστήμια.  Μέρος του προβλήματος είναι επίσης το γεγονός ότι η χώρα μας βρίσκεται στην προτελευταία θέση της ΕΕ σε ότι αφορά στο ποσοστό της δαπάνης στην παιδεία ως ποσοστό της συνολικής δημόσιας δαπάνης.

    Μια ευρύτερη ανακατανομή δαπανών από τις δημόσιες υπηρεσίες και το ασφαλιστικό στην έρευνα και την παιδεία αποτελεί το δημοσιονομικό κομμάτι της λύσης.  Η δυσκολότερη αλλά ουσιαστικότερη πρόταση όμως έχει να κάνει με την αποχώρηση του κεντρικού κράτους ως σχεδιαστή και την μετατροπή του από πάροχο εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε καταναλωτή τους.

    Καταναλωτή λοιπόν όπως με το αποσυρμένο πρόγραμμα τηλεκατάρτισης των επιστημόνων μέσω voucher; Όχι διότι εκεί μιλάμε για μια διαδικασία-ανέκδοτο στην οποία η ομάδα αξιολόγησης συστημάτων τηλεκατάρτισης του Υπουργείου Εργασίας ενέκρινε μονάχα 7 συνεργαζόμενες επιχειρήσεις από περίπου 400 παρόχους κατάρτισης δια βίου μάθησης διότι οι υπόλοιποι υποτίθεται δεν πληρούσαν τις τεχνολογικές προδιαγραφές.  Ανεξάρτητα του κατά πόσον υπήρχαν σχέσεις ημετέρων μεταξύ στελεχών του υπουργείου εργασίας και των 7 επιχειρήσεων ή όχι, βασική προϋπόθεση προκειμένου να λειτουργήσει η αγορά της εκπαίδευσης είναι η ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών σε μεγάλο αριθμό εν δυνάμει δασκάλων.

    Μία αντίστοιχη μεταρρύθμιση σε όλες τις βαθμίδες παιδείας όπου το κράτος θα έδινε τη δυνατότητα στους εκπαιδευόμενους να επιλέξουν ελεύθερα όποιο σχολείο θέλουν, δημόσιο ή ιδιωτικό, βάση των μαθησιακών αναγκών τους (πχ. έφεση στην πληροφορική) θα είχε ως απαραίτητη προϋπόθεση το υπουργείο παιδείας να δίνει πρόσβαση σε πληροφορίες για την ποιότητα παρεχόμενης εκπαίδευσης, χωρίς να δημιουργεί εμπόδια εισόδου στην αγορά. Επιπρόσθετα, η παροχή χρηματοδότησης απευθείας στους γονείς παιδιών θα μετέφερε και την ευθύνη της οικονομικής διαχείρισης – όπως με τις προσλήψεις καθηγητών – απευθείας στους δήμους (αποκέντρωση όπως πχ συμβαίνει στη Φινλανδία), κάτι το οποίο γίνεται τώρα μονάχα σε ότι αφορά στις επισκευές κτηριακών μονάδων. Οι δήμοι θα έθεταν, συνεπώς, το κόστος της φοίτησης και παράλληλα θα συνεργαζόντουσαν με το εκπαιδευτικό προσωπικό των δημόσιων σχολείων της κοινότητας για το πρόγραμμα σπουδών.

    Γιατί θα ήταν ένας κόσμος στον οποίο το κράτος αφήνει ελεύθερα διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα να συνυπάρχουν καλύτερος? Πρώτον διότι θα έδινε τη δυνατότητα στους εκπαιδευτικούς να επιλέγουν ελεύθερα σχολικά βιβλία καθώς και μεθόδους διδασκαλίας, εκτοξεύοντας το κίνητρο να διδάξουν αντί να προτείνουν μονάχα βοηθήματα. Δεύτερον σημαντικά περισσότεροι γονείς θα μπορούσαν να στείλουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία, βελτιώνοντας το βαθμό της κοινωνικής εξέλιξης. Τρίτον, θα υπήρχε ορθολογική κατανομή του εκπαιδευτικού προσωπικού καθώς και των πόρων της κάθε μονάδας η οποία εξαρτάται αυτή τη στιγμή από τη βούληση του υπουργείου. Τέταρτον, η επιχορήγηση θα ερχόταν ως ανταμοιβή στις σχολικές μονάδες που θα προσέλκυαν μαθητές βάση των αποτελεσμάτων τους, μεταφέροντας την ευθύνη της διδασκαλίας από τα φροντιστήρια και ιδιαίτερα στα ίδια τα σχολεία.  Τέλος, παρόλο που κάτι τέτοιο θα έπαιρνε χρόνο, θα είχαμε σημαντικά καλύτερη απορρόφηση παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες/ιδιαιτερότητες, καθώς αυτή τη στιγμή τα μοναδικά σχολεία που έχουν το κίνητρο να προσφέρουν εξιδεικευμένες υπηρεσίες είναι ένας μικρός αριθμός ιδιωτικών.

    Συνοψίζοντας, η αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος από ένα το οποίο έχει τις ίδιες προδιαγραφές για όλους και λειτουργεί top-down ως πολιτικό λάφυρο σε ένα στο οποίο το κράτος χρηματοδοτεί απευθείας τους εκπαιδευόμενους απαιτεί και μια αλλαγή πολιτισμού σε ότι αφορά στις πρωτοβουλίες που είναι διατεθειμένα να πάρουν τα δημόσια σχολεία. Μια τέτοια μεταρρύθμιση θα έπαιρνε χρόνο αλλά ταυτόχρονα θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη λογοδοσία προς όφελος των μαθητών.

    * Ο Πέτρος-Ιωάννης Παρασκευόπουλος είναι Μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας

    *Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Marketnews.gr στις 15 Μαρτίου 2020

  • Η ανάγκη ενός βασικού εισοδήματος για όλους χωρίς προϋποθέσεις*

    Την περασμένη εβδομάδα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Κογκρέσο ενέκρινε δύο δόσεις 1200 δολαρίων  για όσους έχουν εισοδήματα μέχρι 75 χιλιάδες δολάρια το χρόνο. Αντίστοιχες συζητήσεις έχουν γίνει στο Ηνωμένο Βασίλειο ενώ στη χώρα μας, μέσα στον Απρίλιο, οι εργαζόμενοι επιχειρήσεων των οποίων η λειτουργία ανεστάλη θα λάβουν 800 ευρώ, 600 ευρώ οι επιστήμονες και πιθανότατα άλλα 600 ευρώ σε δόσεις οι αυτοαπασχολούμενοι.

    Η συγκεκριμένη διαδικασία που λαμβάνει χώρα μέσω της νέας ιστοσελίδας supportemployees.yeka. gr, συμπεριλαμβάνει δύο βήματα, ένα εκ μέρους των εργοδοτών και ένα εκ μέρους των εργαζομένων. Η αλήθεια είναι ότι στην κατάσταση της έκδηλης οικονομικής, υγειονομικής καθώς και κοινωνικής ανασφάλειας την οποία βιώνουμε, αυτή η επιχορήγηση είναι απολύτως απαραίτητη προκειμένου να επιβιώσει ο κόσμος. Όλα στο πλαίσιο μιας καραντίνας η οποία έχει άγνωστη ημερομηνία λήξης.

    Μόλις προσπεράσει κανείς τα ποσά όμως, διαπιστώνει μια σειρά από προβλήματα τόσο για τις επιχειρήσεις, τους εργαζόμενους όσο και για τους ελεύθερους επαγγελματίες.

    Παρόλο που το Ελληνικό κράτος έχει προβεί σε μια σειρά γενναίων ενεργειών ψηφιοποίησης των διαδικασιών του – όπως για παράδειγμα την άυλη συνταγογράφηση – δεν παύει αυτή η βοήθεια να δένει τα χέρια στις ελληνικές επιχειρήσεις οι οποίες απαγορεύεται να προβούν σε απολύσεις αν και οι εργαζόμενοί τους είναι πρακτικά άνεργοι. Συνεπώς μηδενική ελευθερία υπάρχει προκειμένου αυτές να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες; αντιθέτως ακόμα περισσότεροι κανονισμοί μπαίνουν στον ήδη πολύπλοκο και συχνά φεουδαρχικό εργασιακό κώδικα της χώρας μας.  Όσες επιχειρήσεις δε διαθέτουν οικονομικούς συμβούλους, γνωρίζουν ότι έρχεται λουκέτο καθώς λίγες θα είναι ικανές να επιβιώσουν αποκλειστικά μέσω του διαδικτυακού εμπορίου.

    Αντίστοιχα, εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης όπως στην περίπτωσή μου (εργάζομαι σε ιδιωτικό σχολείο) φοβούνται να προβούν σε παράλληλη εργασία από το σπίτι (όπως ιδιαίτερα online) μη τυχόν και χάσουν το ποσό των 800 ευρώ. Ταυτόχρονα, οι αυτοαπασχολούμενοι προβλέπουν πόσο θα συρρικνωθεί η εκάστοτε αγορά εν μέσω της πανδημίας και αναρωτιούνται για το αν θα διακόψουν το επάγγελμά τους ή όχι, προκειμένου να γλιτώσουν μελλοντικές εισφορές.

    Όπως με κάθε επίδομα που δίνει το κράτος κατά καιρούς, εκείνοι που χρειάζονται τη βοήθεια περισσότερο βρίσκουν μπροστά τους εμπόδια ενημέρωσης (ιδίως οι ηλικιωμένοι που έχουν μονάχα τη τηλεόραση), φόβου απώλειας του επιδόματος και αβεβαιότητας για μελλοντική επαγγελματική αποκατάσταση καθώς και γραφειοκρατίας, έστω και ψηφιακής.

    Ένα βασικό εισόδημα για όλους χωρίς προϋποθέσεις το οποίο θα καταβάλλεται κάθε μήνα δεν θα επέλυε τις χρόνιες στρεβλώσεις της ελληνικής οικονομίας, ούτε φυσικά θα ήταν δημοσιονομικά εφικτό να είναι στο ύψος των 800 ευρώ. Από την άλλη, θα πρόσφερε πέντε πράγματα: πρώτον μεγαλύτερη μακροπρόθεσμη ασφάλεια στους πολίτες, ιδίως σε εκείνους με επισφαλή εργασία ή σε όσους προσπαθούν ηρωικά να προσφέρουν εθελοντική εργασία αυτό τον καιρό. Δεύτερον, κανένα κενό βοήθειας σε μη-ευνοημένες κοινωνικές ομάδες καθότι όλοι θα το λαμβάνουν. Τρίτον, τη δυνατότητα να κυνηγήσουν πρόσθετη εργασία έστω και ολιγόωρη χωρίς να φοβούνται ότι θα χάσουν τη βοήθεια. Τέταρτον την καλύτερη κατανομή δημοσίων πόρων καθότι παύει να υπάρχει η ανάγκη φυσικών δημόσιων υπηρεσιών που να επεξεργάζονται αιτήσεις, συνεπώς περισσότερα χρήματα για όσους τα χρειάζονται. Τέλος, θα επέτρεπε στο κράτος να απλοποιήσει την εργασιακή νομοθεσία τόσο στο κομμάτι των απολύσεων όσο και σε ζητήματα όπως το ελάχιστο χρονικό περιθώριο που οφείλει ένας εργαζόμενος να ενημερώσει τον εργοδότη όταν σκοπεύει να αποχωρήσει οικειοθελώς.

    Συνολικά, ένα βασικό εισόδημα για όλους στη θέση της συντριπτικής πλειοψηφίας των υπαρχόντων επιδομάτων θα απέτρεπε ακραίες περιπτώσεις φτώχειας και θα ενδυνάμωνε την παραγωγική δραστηριότητα, τόσο εν μέσω της κρίσης όσο και αφού τελειώσει αυτή.

     *  Ο Πέτρος Παρασκευόπουλος είναι Μέλος της Συντονιστικής επιτροπής της Φιλελεύθερης Συμμαχίας.  Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο liberal.gr, στις 7 Απριλίου 2020.